Tου Γιώργου Παπαγεωργίου
Tο πράσινο φως για να προχωρήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) σε αγορές κρατικών ομολόγων έτσι ώστε να υποχωρήσουν τα επιτόκια στην Ευρωζώνη έδωσε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (Ε.Δ.) με την οποία έκρινε ότι τέτοιες παρεμβάσεις είναι νόμιμες. Θεωρείται πλέον βέβαιο ότι μετά την απόφαση αυτή ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι θα προχωρήσει στη λεγόμενη ποσοτική χαλάρωση -το «τύπωμα χρήματος»-, όπως έκανε και η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν θα υπάρξουν σχετικές ανακοινώσεις στις 22 Ιανουαρίου, μετά τη συνεδρίαση του συμβουλίου της ΕΚΤ, και κατά πόσον θα συμμετάσχει και η Ελλάδα στο πρόγραμμα, αφού κάτι τέτοιο θα είναι πολύ σημαντικό στήριγμα για τη χρηματοδότηση της χώρας.
Ο εισαγγελέας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αποφάνθηκε ότι είναι σύμφωνη με την ευρωπαϊκή νομοθεσία η δέσμευση της ΕΚΤ τον Ιούλιο του 2012 να κάνει «ό,τι χρειάζεται» για να σώσει το ευρώ, προχωρώντας σε αγορές ομολόγων για τη στήριξή του (το πρόγραμμα ΟΜΤ, το οποίο τελικά δεν χρειάστηκε να εφαρμοστεί). Η απόφαση της ΕΚΤ είχε αμφισβητηθεί από Γερμανούς πολίτες και βουλευτές, οι οποίοι είχαν προσφύγει στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση στο Ε.Δ.
Το Ε.Δ. σπάνια αποφασίζει αντίθετα στις εισηγήσεις του εισαγγελέα και η συγκεκριμένη απόφαση ανοίγει τον δρόμο για τις νέες παρεμβάσεις που ετοιμάζει ο κ. Ντράγκι, αυτή τη φορά με αγορές ομολόγων, οι οποίες έχουν στόχο να τονώσουν την οικονομία της Ευρωζώνης, η οποία αντιμετωπίζει την απειλή του αντιπληθωρισμού και της ύφεσης. Η ποσοτική χαλάρωση (quantitative easing) είναι ένα μη συμβατικό μέτρο για τόνωση της οικονομίας, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί τώρα γιατί τα συμβατικά μέτρα νομισματικής παρέμβασης είναι άχρηστα, δεδομένου ότι τα επιτόκια της ΕΚΤ είναι ήδη στο μηδέν (0,05% βασικό επιτόκιο) και δεν μπορούν να μειωθούν άλλο. Πρόκειται για το τελευταίο όπλο της Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο συχνά χαρακτηρίζεται και «μπαζούκας», παρόλο που η εμβέλειά του αμφισβητείται από αρκετούς οικονομολόγους.
Με την ποσοτική χαλάρωση η ΕΚΤ θα αγοράζει κρατικά ομόλογα, με αποτέλεσμα οι τιμές τους στην ελεύθερη αγορά να ανεβαίνουν, οπότε, αντιστρόφως, οι αποδόσεις τους (το επιτόκιο σε σχέση με την τιμή αγοράς τους) θα υποχωρούν. Το αποτέλεσμα, δηλαδή, θα είναι να υποχωρήσουν τα επιτόκια έκδοσης νέων ομολόγων και τα κράτη-μέλη να δανείζονται ευκολότερα και φθηνότερα, ενώ θα αυξηθεί και η νομισματική κυκλοφορία στη ζώνη του ευρώ. Οι κινήσεις της ΕΚΤ έχουν ήδη προεξοφληθεί και είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι την περασμένη εβδομάδα η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας αποφάσισε να διακόψει τη σύνδεση του ελβετικού φράγκου με το ευρώ, προεξοφλώντας ότι το τελευταίο θα υποχωρήσει λόγω των παρεμβάσεων.
Οι προϋποθέσεις της ΕΚΤ και τα σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ
Για να είναι επιλέξιμα τα ελληνικά κρατικά ομόλογα για αγορές από την ΕΚΤ, έχει τεθεί ως προϋπόθεση να υπάρχει πρόγραμμα στήριξης για την Ελλάδα, με αποτέλεσμα το όλο ζήτημα να συνδέεται με το ευρύτερο πλαίσιο που θα διαμορφωθεί μεταξύ της νέας ελληνικής κυβέρνησης και των εταίρων μετά τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου.
Πηγές της αξιωματικής αντιπολίτευσης εκτιμούν ότι οι κινήσεις που σχεδιάζουν για την επόμενη μέρα -εφόσον βρεθούν στην κυβέρνηση- θα επιτρέψουν τη συμφωνία με την ΕΚΤ και τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Οι πηγές αυτές εξηγούσαν ότι η συμφωνία θα μπορεί να γίνει στη βάση ενός νέου μεσοπρόθεσμου προγράμματος, το οποίο θα περιλαμβάνει μεν δεσμευτικούς δημοσιονομικούς στόχους με σεβασμό στις απαιτήσεις για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, αλλά σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο χωρίς τα τεράστια πλεονάσματα της τάξης του 4%-4,5%.
Πηγές της Τραπέζης της Ελλάδος έλεγαν ότι, αν η ΕΚΤ προχωρήσει σε αγορές έστω και λίγων ελληνικών ομολόγων, θα υπάρξει σημαντική υποχώρηση των επιτοκίων, αφού στην αγορά κυκλοφορούν λίγοι τίτλοι οι οποίοι εκδόθηκαν μετά την αναδιάρθρωση χρέους (PSI), συνολικής αξίας περί τα 30 δισ. ευρώ. Βέβαια, κάτι τέτοιο έχει σημασία μόνο εφόσον η ελληνική πλευρά σκοπεύει να δανειστεί από την αγορά εκδίδοντας νέα ομόλογα.
Οι ίδιες πηγές εκτιμούσαν ότι ο κ. Ντράγκι δεν θα συσχετίσει τις αποφάσεις για την ποσοτική χαλάρωση με τις ελληνικές εκλογές και, εφόσον γίνουν σχετικές ανακοινώσεις στις 22 Ιανουαρίου μετά τη συνεδρίαση του συμβουλίου της ΕΚΤ, ίσως διατυπωθεί και πάλι η θέση της ΕΚΤ ότι για να συμμετέχει η Ελλάδα θα πρέπει να υπάρχει πρόγραμμα στήριξης. Παρατηρούσαν, επίσης, ότι μέχρι σήμερα ο κ. Ντράγκι, παρά τις αντιρρήσεις ορισμένων χωρών, έχει περάσει στο εσωτερικό της ΕΚΤ αποφάσεις προς όφελος της ελληνικής πλευράς, όπως πρόσφατα η χαλάρωση των κανόνων με βάση του οποίους γίνονται αποδεκτά τα τραπεζικά ομόλογα ως εχέγγυα για την παροχή ρευστότητας.
Ορισμένοι αναλυτές, πάντως, σύμφωνα και με δημοσίευμα των «F.T.» την περασμένη εβδομάδα, εκτιμούσαν ότι, αν τελικά η ΕΚΤ ανακοινώσει ένα επιθετκό πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, το εν δυνάμει όφελος για την Ελλάδα θα είναι πολύ πιο συγκεκριμένο και έτσι θα υπάρχει μεγαλύτερη διαπραγματευτική πίεση προς τη νέα ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να αποδεχτεί το πλαίσιο και να ενταχθεί και αυτή στο πρόγραμμα.

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.