Για την αφετηρία ενός νέου κύκλου στον ελληνικό τουρισμό με τη μετάβαση σε ένα πιο ώριμο μοντέλο, από το «περισσότερο στο ουσιαστικό» έκανε λόγο τη Δευτέρα η νέα πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων κ. Αγάπη Σμπώκου προτάσσοντας και τις επτά προτεραιότητες για τον κλάδο, μεταξύ των οποίων, η διαχείριση και ανάπτυξη προορισμών, οι ίδιοι οι άνθρωποι και εργαζόμενοί του, η ανταγωνιστικότητα, η βιωσιμότητα στην πράξη.
«Ανοίγουμε έναν νέο κύκλο. Έναν κύκλο που καλείται να απαντήσει σε ένα πιο σύνθετο ερώτημα: Πώς θα συνεχίσει να αναπτύσσεται ο τουρισμός με περισσότερη γνώση, μεγαλύτερη αντοχή, καλύτερη διάχυση, πιο ώριμους προορισμούς και μεγαλύτερη κοινωνική νομιμοποίηση. Πως πάμε από την επιτυχία στην ωριμότητα», ανέφερε χαρακτηριστικά η κ. Σμπώκου, η οποία διαδέχεται στην ηγεσία του ΣΕΤΕ τον απερχόμενο πρόεδρο κ. Γιάννη Παράσχη.
Όσον αφορά τις προτεραιότητες σε αυτή τη συγκυρία για τον κλάδο, ο πρώτος άξονας – και ίσως ο πιο καθοριστικός – είναι η διαχείριση και ανάπτυξη των προορισμών, όπως ανέφερε η νέα πρόεδρος του ΣΕΤΕ. «Γιατί εκεί κρίνεται τελικά η ποιότητα του ελληνικού τουρισμού: στην καθημερινή λειτουργία κάθε τόπου. Ένας προορισμός που δεν αντέχει, αργά ή γρήγορα χάνει την αξία του για τον επισκέπτη, για τον κάτοικο, και φυσικά για την επιχείρηση και τελικά και για τη χώρα. Δεν υπάρχει ισχυρός τουρισμός χωρίς ποιότητα δημόσιου χώρου.
Χωρίς επενδύσεις που σέβονται τη φέρουσα ικανότητα. Χωρίς υποδομές που αντιμετωπίζουν τον επισκέπτη ως μέρος της καθημερινότητας του πολίτη. Χρειαζόμαστε προορισμούς με υποδομές, διαχείριση, κανόνες και πραγματική ικανότητα προσαρμογής. Και αυτό προϋποθέτει πρώτα απ’ όλα ένα καθαρό και λειτουργικό χωροταξικό πλαίσιο, ένα πάγιο ζητούμενο του ΣΕΤΕ, ώστε να προσφέρει ασφάλεια δικαίου σαφείς κατευθύνσεις σε κάθε επενδυτή, ανάπτυξη που δεν υποθηκεύει το μέλλον ενός τόπου, Και εμπιστοσύνη στις τοπικές κοινωνίες».
Το χωροταξικό
Το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό που παρουσιάστηκε την περασμένη εβδομάδα, αποτελεί ασφαλώς μία θετική εξέλιξη, δήλωσε η κ. Σμπώκου και είναι απόλυτα καίριο για τον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί ο τουρισμός και οι προορισμοί τις επόμενες δεκαετίες. «Όπως κάθε πλαίσιο είναι λογικό να δημιουργεί ανατροπές. Κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης και των συζητήσεων που προηγήθηκαν ετέθησαν πολλά θέματα που μας βρίσκουν σύμφωνους και κάποια άλλα αντίθετους. Με ιδιαίτερη ικανοποίηση έχουμε τη διαβεβαίωση ότι θα υπάρξει ουσιαστική διαβούλευση τις επόμενες μέρες και εκεί ακριβώς θα εστιάσουμε το προσεχές διάστημα».
Σημειωτέον ότι χθές από τη συνέλευση του ΣΕΤΕ ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε ότι «θα λάβουμε υπόψη πολύ σοβαρά τις παρατηρήσεις για το χωροταξικό και θέλω να τονίσω ότι είμαστε από την ίδια πλευρά. Το χωροταξικό είναι μέρος του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, έχει γίνει πολλή δουλειά από τα συναρμόδια υπουργεία και είμαστε ανοικτοί να λάβουμε συμπληρωματικές παρατηρήσεις ώστε να εκπληρώνει το βασικό σκοπό που είναι η ισορροπία μεταξύ επενδύσεων, περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και υποδομών».
Από την πλευρά του, ο απερχόμενος πρόεδρος κ. Παράσχης είχε αναφέρει νωρίτερα ότι η τελική πρόταση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης, γνωστοποιήθηκε πριν μια εβδομάδα, στον ΣΕΤΕ που έχει εκφράσει ήδη τις αποκλίνουσες απόψεις που αφορούν σε μια σειρά από νέα ζητήματα που προτείνονται, όπως το πλαφόν νέων επενδύσεων σε 100 κλίνες, ειδικότερα δε σε προορισμούς όπως η Κέρκυρα, η Ρόδος και άλλα μεγάλα τουριστικά ανεπτυγμένα νησιά, η μεθοδολογία υπολογισμού της φέρουσας ικανότητας και οι προτεινόμενες αρτιότητες, τα ζητήματα που αφορούν σε νέες εισφορές στο πράσινο ταμείο όταν ήδη υφίσταται το τέλος ανθεκτικότητας, αλλά και μια σειρά από άλλα κρίσιμα επί μέρους θέματα.
Οι λοιπές προτεραιότητες
Επιστρέφοντας στο θέμα της ετοιμότητας στους προορισμούς η κ. Σμπώκου αναφέρθηκε και στο θέμα των δημοσίων υποδομών: «Οι επιχειρήσεις αναβαθμίζονται. Οι βασικές υποδομές γύρω τους οφείλουν να ακολουθήσουν, -από το νερό και την ενέργεια μέχρι τα απορρίμματα, τις μεταφορές, την υγεία και την προσβασιμότητα. Και επιπλέον, χρειαζόμαστε ουσιαστική διαχείριση προορισμών. Όχι μόνο προβολή και καμπάνιες. Αλλά οργανισμούς που λειτουργούν σωστά και σχήματα συνεργασίας που παρακολουθούν δεδομένα, διαχειρίζονται ροές, ενισχύουν τοπικά προϊόντα, συνδέουν δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, και δίνουν λόγο στις τοπικές κοινωνίες. Χρειαζόμαστε ακόμα καθαρότερους κανόνες στη βραχυχρόνια μίσθωση. Έχουν γίνει σημαντικά βήματα, αλλά χρειάζονται ακόμα περισσότερα».
Η κ. Σμπώκου στάθηκε και σε μία ακόμη, σημαντική όπως τη χαρακτήρισε, επισήμανση: «Κάθε φορά όπου ένας προορισμός πιέζεται, η εύκολη απάντηση δεν μπορεί να είναι μια νέα επιβάρυνση στον τουρισμό. Πρώτα σχέδιο, μετά πόροι. Και πάντα με ανταποδοτικότητα. Τα τέλη και οι φόροι που συνδέονται με τον τουρισμό πρέπει να επιστρέφουν στους τόπους που σηκώνουν το βάρος της τουριστικής δραστηριότητας, σε έργα, υπηρεσίες και υποδομές για κατοίκους και επισκέπτες. Αυτό δεν είναι μόνο δίκαιο είναι κυρίως απολύτως αναγκαίο».
Στις υπόλοιπες προτεραιότητες που προτάσσει σε αυτή τη συγκυρία ο κλάδος είναι επίσης οι άνθρωποι του τουρισμού: «Είναι οι εργαζόμενοι στην πρώτη γραμμή, οι επιχειρηματίες που επενδύουν με ρίσκο, οι μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις, οι νέοι και οι γυναίκες που δίνουν καθημερινά ζωή στον τομέα. Και κυρίως οι τοπικές κοινωνίες που δεν φιλοξενούν απλώς τον τουρισμό, αλλά ζουν μαζί του και τον στηρίζουν. Αν θέλουμε να μιλάμε για ποιοτικό τουρισμό, θα πρέπει να επενδύσουμε στους ανθρώπους που τον παράγουν. Γιατί το ζήτημα του ανθρώπινου δυναμικού δεν είναι συγκυριακό. Δεν αφορά μια δύσκολη σεζόν. Είναι δομική πρόκληση που συνδέεται με τη δημογραφική πραγματικότητα, την εποχικότητα, τη στέγαση, την εκπαίδευση, τις δεξιότητες και τη συνολική ελκυστικότητα των τουριστικών επαγγελμάτων.
Χρειαζόμαστε σύγχρονη τουριστική εκπαίδευση. Καλύτερη σύνδεση της κατάρτισης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς. Ρυθμίσεις που προστατεύουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, αλλά κατανοούν και τις λειτουργικές ιδιαιτερότητες του τουρισμού. Και κυρίως, χρειαζόμαστε επένδυση σε νέους ανθρώπους που να βλέπουν τον τουρισμό ως επιλογή ζωής. Όχι ως αναγκαστική εποχική λύση. Αυτό είναι κρίσιμο όχι μόνο για το μέλλον του τομέα, αλλά και για την ίδια την κοινωνική του νομιμοποίηση».
Ως τρίτο άξονα η νέα ηγεσία του ΣΕΤΕ έκανε λόγο για την ανταγωνιστικότητα, δεδομένου ότι ο ελληνικός τουρισμός ανταγωνίζεται άλλες χώρες και επιχειρηματικά περιβάλλοντα με διαφορετικό κόστος, διαφορετικούς κανόνες και διαφορετικές ταχύτητες. «Γι’ αυτό χρειαζόμαστε δίκαιους και σταθερούς κανόνες. Ο τουρισμός δεν ζητά ειδική μεταχείριση. Ζητά να αντιμετωπιστεί ως αυτό που είναι: ένας από τους βασικούς μηχανισμούς παραγωγής εισοδήματος και απασχόλησης, περιφερειακής ανάπτυξης και διεθνούς ισχύος για τη χώρα.
Η τουριστική επιχειρηματικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα ως εθνικός πυλώνας όταν αποδίδει και ως εύκολος φορολογικός στόχος όταν χρειάζονται πόροι. Χρειάζεται φορολογική πολιτική που δεν υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα. Χρειάζεται πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ιδιαίτερα για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Χρειάζονται στοχευμένα χρηματοδοτικά εργαλεία για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Και φυσικά χρειάζεται ένα σταθερό επενδυτικό περιβάλλον με ασφάλεια δικαίου. Χωρίς αυτά, δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος».
Ο τέταρτος άξονας είναι η βιωσιμότητα στην πράξη: «Η βιωσιμότητα δεν μπορεί πια να μείνει στο επίπεδο των διακηρύξεων. Πρέπει να γίνει καθημερινή λειτουργία και να ενταχθεί στον επιχειρησιακό σχεδιασμό των εταιρειών. Εργαλείο διοίκησης, μέτρησης, βελτίωσης και τελικά ανταγωνιστικότητας. Για την Ελλάδα η βιωσιμότητα είναι προϋπόθεση διατήρησης της αξίας μας. Γιατί το τουριστικό μας προϊόν στηρίζεται στο φυσικό περιβάλλον, στην ποιότητα των τόπων και στη σχέση με τις κοινωνίες. Αν αυτά φθαρούν, δεν χάνουμε μόνο περιβαλλοντικό ή κοινωνικό κεφάλαιο. Χάνουμε και οικονομική αξία».
Ο πέμπτος άξονας αφορά την τεχνολογία με τον άνθρωπο όμως στο επίκεντρο: «Η τεχνητή νοημοσύνη, τα δεδομένα, τα ψηφιακά εργαλεία και οι νέες πλατφόρμες αλλάζουν ήδη τον τουρισμό. Και θα τον αλλάξουν ακόμη περισσότερο. Η τεχνολογία είναι εργαλείο παραγωγικότητας, γνώσης και καλύτερης διαχείρισης. Στον ελληνικό τουρισμό πρέπει να υπηρετεί έναν ξεκάθαρο στόχο: καλύτερη πρόβλεψη, εμπειρία, και διαχείριση, βελτιωμένη παραγωγικότητα, καλύτερη γνώση και λήψη αποφάσεων. Αυτό σημαίνει διαχείριση προορισμών με βάση τα δεδομένα, ψηφιακή ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και εργαλεία προσαρμογής για επιχειρήσεις και προορισμούς».
Ο έκτος άξονας αφορά το Brand Ελλάδα όχι ως επικοινωνία, αλλά ως υποδομή εμπιστοσύνης: «Η Ελλάδα δεν είναι ένα ενιαίο προϊόν. Είναι πολλοί τόποι μαζί, με διαφορετικές ταυτότητες, τοπία, εμπειρίες, εποχές και ιστορίες. Η ποικιλομορφία της αποτελεί μέρος της δύναμης μας: ο πολιτισμός, η φύση, η γαστρονομία, η αρχιτεκτονική, ο τρόπος ζωής, η ανθρώπινη επαφή, και η αυθεντικότητα κάθε τόπου. Αν συμπιέσουμε αυτή την ποικιλομορφία σε ένα στενό μοντέλο μαζικής κατανάλωσης, θα αποδυναμώσουμε αυτό ακριβώς που μας κάνει ανταγωνιστικούς στο μέλλον».
Ο έβδομος άξονας αφορά σύμφωνα με την κ. Σμπώκου στην ίδια την εξέλιξη του ΣΕΤΕ που χρειάζεται να ανταποκριθεί δυναμικά στη νέα πραγματικότητα. Να εξελιχθεί οργανωτικά και θεσμικά, ώστε να ανταποκρίνεται σε αυτό το πιο σύνθετο και απαιτητικό περιβάλλον.
Διαβάστε ακόμη
Logistics: Oι αποθήκες που αξίζουν χρυσάφι
Στο προσκήνιο δημοσιονομική χαλάρωση και ρήτρα διαφυγής… λόγω Μελόνι
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
