Ως κρίσιμες ημερομηνίες για την πορεία της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη αναδεικνύονται η 29η Απριλίου και η 10η Ιουνίου, οπότε και αναμένονται σημαντικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) σχετικά με τα επιτόκια. Οι εξελίξεις αυτές βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των αγορών, των αναλυτών αλλά και των τραπεζών, καθώς θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις συνθήκες χρηματοδότησης και την πορεία της οικονομίας τα επόμενα έτη.
Οι εκτιμήσεις τραπεζικών στελεχών
Οι Έλληνες τραπεζίτες έχουν ήδη διατυπώσει δημοσίως την εκτίμηση ότι, σε περίπτωση μεταβολής, αυτή θα αφορά μια ήπια άνοδο των επιτοκίων, η οποία δεν αναμένεται να ξεπεράσει τις 50 μονάδες βάσης εντός του 2026. Ένα τέτοιο σενάριο, αν επιβεβαιωθεί, εκτιμάται ότι θα επηρεάσει ουσιαστικά τους ισολογισμούς των τραπεζών, κυρίως μέσω της ενίσχυσης των καθαρών εσόδων από τόκους.
Το ζήτημα των επιτοκίων αποτελεί βασικό αντικείμενο συζήτησης σε όλες τις παρουσιάσεις προς επενδυτές, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν ισχυρές και μεταβάλλουν συνεχώς τις αρχικές εκτιμήσεις. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις και ιδιαίτερα ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή εντείνουν την αβεβαιότητα, επηρεάζοντας τις τιμές της ενέργειας και κατ’ επέκταση τον πληθωρισμό.
Δύο σχολές σκέψεις
Στο πλαίσιο αυτό, έχουν διαμορφωθεί δύο βασικές σχολές σκέψης. Η πρώτη θεωρεί ότι η ΕΚΤ ενδέχεται να προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων προκειμένου να αντιμετωπίσει τις πληθωριστικές πιέσεις. Η δεύτερη, πιο επιφυλακτική προσέγγιση, υποστηρίζει ότι οι επιπτώσεις μιας τέτοιας αύξησης θα γίνουν ορατές με χρονική υστέρηση περίπου έξι μηνών, περίοδος κατά την οποία είναι πιθανό να έχουν αποκλιμακωθεί οι γεωπολιτικές εντάσεις. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, μια πρόωρη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής θα μπορούσε να οδηγήσει την οικονομία σε ύφεση, προκαλώντας μεγαλύτερη ζημιά από τον ίδιο τον πληθωρισμό.
Η HSBC, από την πλευρά της, διατηρεί την εκτίμηση ότι η ΕΚΤ θα κρατήσει το βασικό επιτόκιο σταθερό στο 2,0% για την περίοδο 2026-2027, υπό την προϋπόθεση ότι οι τιμές του πετρελαίου θα υποχωρήσουν προς τα 70 δολάρια ανά βαρέλι έως τις αρχές του 2027. Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι οι αγορές έχουν ήδη προεξοφλήσει ένα πιο επιθετικό σενάριο, με αυξήσεις επιτοκίων της τάξης των 70 μονάδων βάσης μέσα στο επόμενο εξάμηνο.
Η ευαισθησία των εσόδων από τόκους
Για τις ελληνικές τράπεζες, η εξέλιξη των επιτοκίων έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα κέρδη τους παρουσιάζουν θετική ευαισθησία σε υψηλότερα επιτόκια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση 4% έως 7% στα κέρδη του 2027. Επιπλέον, κάθε αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης εκτιμάται ότι ενισχύει τα καθαρά έσοδα από τόκους κατά 150 έως 200 εκατ. ευρώ.
Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των τραπεζών αναμένεται να είναι σημαντικές, ανάλογα με τη δομή των ισολογισμών τους και τον ρυθμό πιστωτικής επέκτασης. Σε περίπτωση ανόδου των επιτοκίων, η ισχυρή αύξηση των δανείων -εν μέρει λόγω των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης- σε συνδυασμό με υψηλότερες προμήθειες, εκτιμάται ότι θα στηρίξουν την αύξηση των κερδών ανά μετοχή.
Ωστόσο, δεν αποκλείονται και ανοδικοί κίνδυνοι όσον αφορά τη δημιουργία νέων επισφαλειών.
Τέλος, η ΕΚΤ διατηρεί στάση ευελιξίας, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο προσαρμογής της πολιτικής της ανάλογα με τις οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις, οι οποίες θα καθορίσουν τις επόμενες κινήσεις της.
Διαβάστε ακόμη
Λιονέλ Μέσι: Μια μηχανή παραγωγής χρήματος που αλλάζει το Μαϊάμι
Υπερπλεόνασμα: Mεγαλύτερος δημοσιονομικός χώρος φέρνει μεγαλύτερη στήριξη
Μπαράζ 194.000 ελέγχων και τηλεφωνικό «pressing» της εφορίας στους οφειλέτες
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
