Οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες δαπάνησαν το ποσό-ρεκόρ των 33 δισ. δολαρίων για επαναγορές μετοχών στο πρώτο τρίμηνο, εκμεταλλευόμενες την ενίσχυση της κερδοφορίας και το πιο χαλαρό ρυθμιστικό πλαίσιο της κυβέρνησης Τραμπ, ξεπερνώντας κατά πολύ τις προβλέψεις της αγοράς.
Η JPMorgan Chase, η Goldman Sachs και η Citigroup προχώρησαν στις μεγαλύτερες επαναγορές της ιστορίας τους, ενώ η Bank of America και η Morgan Stanley κατέγραψαν τα υψηλότερα επίπεδα επαναγοράς μετοχών των τελευταίων ετών, σύμφωνα με τους Financial Times.
«Σε κάθε περίπτωση, ήταν, δεν ξέρω, 30%, 40%, 50% υψηλότερα από ό,τι είχαμε προβλέψει», σχολίασε ο αναλυτής της Oppenheimer, Κρις Κοτόφσκι.
Ενδεικτικά, η JPMorgan δαπάνησε 8,33 δισ. δολάρια σε επαναγορές στο πρώτο τρίμηνο, ξεπερνώντας οριακά το προηγούμενο ρεκόρ της. Αντιστοίχως, η BofA προχώρησε σε επαναγορές ύψους 7,2 δισ. δολαρίων στο τρίμηνο, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων ετών.
Η Citigroup δαπάνησε 6,3 δισ. δολάρια για επαναγορές – το υψηλότερο επίπεδο πρώτου τριμήνου εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες– ενώ η Goldman Sachs διέθεσε 5 δισ. δολάρια. Η Wells Fargo επαναγόρασε μετοχές αξίας 4 δισ. δολαρίων, ενώ η Morgan Stanley 1,75 δισ. δολάρια.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει υιοθετήσει την πιο χαλαρή ρυθμιστική πολιτική για τη Wall Street από την κρίση του 2008, επιτρέποντας στις τράπεζες να κατευθύνουν περισσότερους πόρους σε δάνεια και αποδόσεις προς τους μετόχους αντί για ενίσχυση των κεφαλαιακών «μαξιλαριών».
Ταυτόχρονα, η γεωπολιτική αστάθεια συμπεριλαμβανομένου του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν, ενίσχυσε την κερδοφορία των trading desks, καθώς οι τράπεζες εκμεταλλεύτηκαν τη μεταβλητότητα των αγορών.
Τον προηγούμενο μήνα, η Federal Reserve παρουσίασε σχέδια για μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις μεγαλύτερες τράπεζες της Wall Street κατά σχεδόν 5%. Οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι οι κανόνες που επιβλήθηκαν μετά την κρίση ήταν υπερβολικά αυστηροί και περιόρισαν τη χορήγηση δανείων.
Πέρα από τις επαναγορές, οι τράπεζες κατεύθυναν κεφάλαια και προς τη χρηματοδότηση δανείων και την ενίσχυση των δραστηριοτήτων trading, έναν τομέα που είχε υποχωρήσει τη δεκαετία του 2010 αλλά τα τελευταία χρόνια αποτελεί βασικό μοχλό κερδοφορίας.
Η αύξηση των επαναγορών και η διοχέτευση κεφαλαίων σε δάνεια και trading οδήγησαν σε μείωση του δείκτη ιδίων κεφαλαίων προς σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού. Η μεγαλύτερη πτώση καταγράφηκε στη Goldman Sachs, όπου ο δείκτης υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2020.
Διαβάστε ακόμη
Στενά του Ορμούζ: Γιατί το Ιράν ζητάει να επιβληθούν «διόδια» σε όλα τα πλοία (tweets)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
