Η κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή επιβαρύνει περαιτέρω μια ήδη εύθραυστη παγκόσμια δημοσιονομική εικόνα, καθώς τα υψηλότερα επιτόκια και οι αυξανόμενες τιμές ενέργειας εντείνουν τις πιέσεις και ενισχύουν τα αιτήματα στήριξης από αναδυόμενες αγορές και αναπτυσσόμενες οικονομίες. Αυτό επισημαίνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην νέα έκθεση Fiscal Monitor που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη, προειδοποιώντας ότι το ενεργειακό σοκ σε συνδυασμό με την εκτίναξη των δημόσιων χρεών μπορεί να αποδυναμώσει αισθητά την παγκόσμια οικονομία.

Η δυναμική του παγκόσμιου δημόσιου χρέους δεν παρουσίασε ουσιαστική βελτίωση το 2025, ενώ η έκρηξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή προσέθεσε μια ακόμη πηγή δημοσιονομικής πίεσης σε ένα ήδη επιβαρυμένο διεθνές περιβάλλον.

Η σύγκρουση έχει ευρύ παγκόσμιο αποτύπωμα, διαταράσσοντας τις ενεργειακές ροές, αυστηροποιώντας τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες και αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις να επιλέξουν ανάμεσα στην προστασία των πολιτών από τις αυξήσεις τιμών και στη διατήρηση δημοσιονομικού χώρου.

Ο δημοσιονομικός της αντίκτυπος είναι έντονα άνισος προειδοποιεί το ΔΝΤ: οι χώρες που εισάγουν ενέργεια, ιδίως οι χαμηλού εισοδήματος αναπτυσσόμενες οικονομίες, επωμίζονται το μεγαλύτερο κόστος, ενώ οι εν δυνάμει ωφελούμενοι είναι λιγότεροι σε σχέση με προηγούμενα ενεργειακά σοκ, καθώς ακόμη και μεγάλοι εξαγωγείς του Κόλπου πλήττονται άμεσα από τη σύγκρουση.

IMF – Fiscal Monitor

Σύμφωνα με το νέο Fiscal Monitor, το παγκόσμιο δημόσιο χρέος ανήλθε στο 93,9% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2025, αυξημένο σχεδόν κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες από το 92% ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ εκτιμάται ότι θα φτάσει το 100% έως το 2029, ένα χρόνο νωρίτερα από τις προηγούμενες προβλέψεις του Ταμείου.

Αυτό θα σηματοδοτήσει το υψηλότερο επίπεδο χρέους από την περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ αναμένεται περαιτέρω αύξηση στο 102,3% του ΑΕΠ έως το 2031.

Η συσσώρευση αυτή οδηγείται σε μεγάλο βαθμό από τις μεγάλες οικονομίες του πλανήτη. Τα δημόσια οικονομικά δέχονται πιέσεις από τις αυξανόμενες δαπάνες — για κοινωνικές ανάγκες, την άμυνα και τη στρατηγική αυτονομία— καθώς και από τα αυξανόμενα βάρη των τόκων.

Πραγματικά, οι αυξανόμενες δαπάνες για τόκους επιδεινώνουν την κατάσταση. Το παγκόσμιο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους ανήλθε σχεδόν στο 3% του ΑΕΠ το 2025, από 2% τέσσερα χρόνια νωρίτερα, καθώς τα κράτη αναχρηματοδοτούν το χρέος τους με τα σημερινά υψηλότερα επιτόκια. Με το κόστος δανεισμού να αναμένεται αυξημένο, ο συνδυασμός αδύναμων πρωτογενών ισοζυγίων και υψηλότερων δαπανών εξυπηρέτησης χρέους δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το δημοσιονομικό έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης διαμορφώνεται μεταξύ 7% και 8% του ΑΕΠ, παρά το γεγονός ότι η οικονομία λειτουργεί κοντά στο πλήρες δυναμικό της, χωρίς να υπάρχει σαφές σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης, υποστηρίζει το Ταμείο. Το ακαθάριστο χρέος εκτιμάται ότι θα φτάσει το 142% του ΑΕΠ έως το 2031. Στην Κίνα, η βραχυπρόθεσμη δημοσιονομική επέκταση για την ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης εν μέσω αποπληθωριστικών πιέσεων έχει διευρύνει το έλλειμμα κοντά στο 8% του ΑΕΠ, ενώ τα επίμονα μεγάλα ελλείμματα αναμένεται να ωθήσουν το χρέος προς το 127% έως το 2031.

Η δημοσιονομική πρόκληση είναι ευρύτερη. Στην Ιαπωνία, η υψηλότερη ανάπτυξη και ο πληθωρισμός βελτιώνουν τη δυναμική του χρέους, αλλά οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Στην Ευρώπη, αρκετά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ενεργοποιήσει ρήτρες ευελιξίας για να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, γεγονός που αναδεικνύει τα δημοσιονομικά διλήμματα σε χώρες με περιορισμένα περιθώρια.

IMF – Fiscal Monitor

Μέσα στο περιβάλλον αυτό, η κλιμακούμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προσθέτει νέες πιέσεις σε ένα ήδη εύθραυστο παγκόσμιο δημοσιονομικό περιβάλλον, προειδοποιεί το ΔΝΤ, ενώ διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές κρατικού χρέους εντείνουν την ευαλωτότητα σε ανατιμολογήσεις.

Επομένως, βάσει του Ταμείου, απαιτείται επειγόντως αξιόπιστη και σωστά ιεραρχημένη δημοσιονομική προσαρμογή σε όλες τις ομάδες χωρών.

Ο επικεφαλής δημοσιονομικών υποθέσεων του Ταμείου, Ροντρίγκο Βάλντες, υπογράμμισε κατά την παρουσίαση της έκθεσης ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αποφύγουν τις επιδοτήσεις καυσίμων ως μέσο αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης. Όπως ανέφερε, πιο αποτελεσματική επιλογή είναι οι στοχευμένες και προσωρινές χρηματικές ενισχύσεις, οι οποίες δεν αποκρύπτουν την πραγματική αύξηση των τιμών.

Το ΔΝΤ είχε ήδη την Τρίτη αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη, επικαλούμενο την εκτίναξη των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου και τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Παράλληλα προειδοποίησε ότι η παγκόσμια οικονομία ενδέχεται να φτάσει στα όρια της ύφεσης εάν η σύγκρουση επιδεινωθεί και οι τιμές του πετρελαίου διατηρηθούν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι έως το 2027.

Σύμφωνα με το Ταμείο, το εύρος των επιπτώσεων του πολέμου θα εξαρτηθεί από παράγοντες όπως οι περιορισμοί στις εξαγωγές, η έκταση των ζημιών στις ενεργειακές υποδομές και η δυνατότητα άλλων χωρών να αυξήσουν την παραγωγή πετρελαίου.

IMF – Fiscal Monitor

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι μόλις σταθεροποιηθούν οι συνθήκες, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να επικεντρωθούν εκ νέου στις μακροπρόθεσμες προκλήσεις, καθώς το δημόσιο χρέος συνεχίζει να αυξάνεται. Η άνοδος αυτή συνδέεται με τη διεύρυνση των μόνιμων δαπανών, όπως τα κοινωνικά προγράμματα, αλλά και με τη μείωση των εσόδων, ιδίως σε ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομίες.

Ο Βάλντες προειδοποίησε για νέους κινδύνους που αναδύονται, όπως η αναδιάρθρωση των αγορών χρέους με αυξημένο ρόλο επενδυτών όπως τα hedge funds, τα οποία χαρακτήρισε «λιγότερο σταθερά χέρια για τη διακράτηση χρέους σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα». Παράλληλα, η διάρκεια του χρέους έχει μειωθεί, γεγονός που σημαίνει ότι τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια επηρεάζουν ταχύτερα τη δυναμική του.

Στις πρόσθετες προκλήσεις περιλαμβάνονται το αυξημένο κόστος ασφάλειας, οι δαπάνες για την ενεργειακή και κλιματική μετάβαση και οι υψηλότερες επιβαρύνσεις τόκων, σε μια περίοδο όπου τα κρατικά έσοδα δεν αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό.

Επιπλέον, ο κατακερματισμός του εμπορίου και των χρηματοπιστωτικών αγορών ενδέχεται να περιορίσει την ανάπτυξη και να αυξήσει το κόστος δανεισμού, ενώ η πολιτική αστάθεια μπορεί να υπονομεύσει τις μεταρρυθμίσεις και τη συλλογή εσόδων. Απότομες μεταβολές στις αγορές, ακόμη και σε μετοχές τεχνητής νοημοσύνης, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ταχεία σύσφιξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών.

Υπό τα δεδομένα αυτά, οι χώρες θα πρέπει να ξεκινήσουν δημοσιονομική προσαρμογή μόλις υποχωρήσει η άμεση κρίση. «Δεν βρισκόμαστε ακόμη σε σημείο κρίσης… αλλά όσο καθυστερούν τα μέτρα, τόσο πιο απότομη θα είναι η προσπάθεια που θα απαιτηθεί και τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος μιας άτακτης δημοσιονομικής προσαρμογής αργότερα».

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ξεκαθάρισε ότι η αποκατάσταση των δημοσιονομικών αποθεμάτων, η ενίσχυση της συλλογής εσόδων και η διασφάλιση αποδοτικών δημόσιων δαπανών θα είναι καθοριστικής σημασίας για την αντιμετώπιση της τρέχουσας παγκόσμιας οικονομικής αβεβαιότητας και την προστασία της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης.

Διαβάστε ακόμη

Με ένα εισιτήριο των 100 ευρώ κέρδισε αυθεντικό πίνακα Πικάσο αξίας €1 εκατ.

Στο 3,9% αυξήθηκε ο πληθωρισμός τον Μάρτιο – Διψήφιες ανατιμήσεις για το κρέας, πάνω από +20% το πετρέλαιο θέρμανσης – κίνησης (πίνακες)

Το LNG κυριαρχεί ως καύσιμο – «γέφυρα» στην κρουαζιέρα

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα