search icon

Τράπεζες

Τι λένε οι χρηματοπιστωτικοί φορείς για τους τόκους του Νόμου Κατσέλη

Κατά τους νομικούς κύκλους του χρηματοπιστωτικού τομέα, δεν εισάγεται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ δανειοληπτών με σταθερό και κυμαινόμενο επιτόκιο, αλλά καθιερώνεται ένας ενιαίος κανόνας υπολογισμού βασισμένος στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου των τόκων - Νέο πεδίο σύγκρουσης οι τόκοι στα δάνεια του Νόμου Κατσέλη

Σύνθεση Χριστίνα Τσαούση

Σύμφωνα με την ανάγνωση που επικρατεί στον χρηματοπιστωτικό χώρο σε ότι αφορά στον τρόπο υπολογισμού της δόσης των δανείων του Νόμου Κατσέλη, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δεν υιοθέτησε την άποψη ότι κάθε δόση επιβαρύνεται με τόκο μόνο για έναν μήνα.

Αντίθετα, θεωρείται ότι κάθε δόση λειτουργεί ως αυτοτελές κεφάλαιο, το οποίο εκτοκίζεται για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την έναρξη της ρύθμισης έως την ημερομηνία κατά την οποία η δόση καθίσταται απαιτητή.

Αυτό σημαίνει και με βάση παραδείγματα που οι νομικοί κύκλοι τραπεζών και sercvicers παραθέτουν πως η δόση έχει χαρακτήρα τοκοχρεωλυτικό.

Όπως αναφέρουν νομικοί κύκλοι του χρηματοοικονομικού τομέα, κάθε δόση θα έχει τόκο μόνο ενός μήνα (σαν να λέμε ότι η 1η δόση θα έχει τόκο 2 ευρώ), αλλά και η 100η θα έχει πάλι τόκο 2 ευρώ, δεν θα παραπέμψουμε στον αστικό κώδικα, αλλά στην ίδια την απόφαση που στη σελίδα 44 λέει με σαφήνεια «Άλλωστε, όταν το δικαστήριο επεμβαίνει δικαιοπλαστικά και καθορίζει τον αριθμό των δόσεων και το χρόνο καταβολής τους διασπά το κεφάλαιο σε περισσότερα επιμέρους κεφάλαια στα οποία θα πρέπει να υπολογιστεί ο τόκος με βάση την αρχή του παρεπόμενου (παρεπόμενη απαίτηση), δηλαδή δεν μπορεί ο τόκος να υπολογίζεται επί της συνολικής οφειλής, όταν αυτή πλέον έχει επιμεριστεί σε περιοδικά καταβαλλόμενες οφειλές».

Η αφετηρία της υπόθεσης ήταν τα ερωτήματα που τέθηκαν από το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων, τα οποία αφορούσαν ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να υπολογίζονται οι τόκοι στις δικαστικές ρυθμίσεις οφειλών. Η υπόθεση έφθασε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία, κατά την κρατούσα ερμηνεία στους νομικούς κύκλους των τραπεζών και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, έδωσε απαντήσεις και στα τρία αυτά ζητήματα.

Πρώτον, ως προς τη βάση υπολογισμού του τόκου, η Ολομέλεια φέρεται να δέχθηκε ότι ο τόκος δεν υπολογίζεται επί του συνολικού ποσού της ρυθμιζόμενης οφειλής, αλλά επί κάθε επιμέρους δόσης που έχει καθοριστεί από τη δικαστική απόφαση. Εάν, για παράδειγμα, η ρύθμιση προβλέπει συνολική οφειλή 100.000 ευρώ και μηνιαία δόση 1.000 ευρώ, το κεφάλαιο επί του οποίου υπολογίζεται ο τόκος δεν είναι οι 100.000 ευρώ αλλά τα 1.000 ευρώ της συγκεκριμένης δόσης.

Δεύτερον, όσον αφορά το επιτόκιο, η απόφαση φαίνεται να διακρίνει μεταξύ σταθερού και κυμαινόμενου επιτοκίου. Στην περίπτωση σταθερού επιτοκίου, εφαρμόζεται το ποσοστό που ορίζει η δικαστική απόφαση καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης. Αντίθετα, όταν έχει οριστεί κυμαινόμενο επιτόκιο, λαμβάνεται υπόψη το ισχύον επιτόκιο κατά τον χρόνο καταβολής της αντίστοιχης δόσης.

Το τρίτο και σημαντικότερο σημείο αφορά τη διάρκεια εκτοκισμού. Σύμφωνα με την ανάγνωση που επικρατεί στον χρηματοπιστωτικό χώρο, η Ολομέλεια δεν υιοθέτησε την άποψη ότι κάθε δόση επιβαρύνεται με τόκο μόνο για έναν μήνα. Αντίθετα, θεωρείται ότι κάθε δόση λειτουργεί ως αυτοτελές κεφάλαιο, το οποίο εκτοκίζεται για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την έναρξη της ρύθμισης έως την ημερομηνία κατά την οποία η δόση καθίσταται απαιτητή.

Με αυτή τη λογική, η πρώτη δόση εκτοκίζεται για έναν μήνα, η δεύτερη για δύο μήνες, η δέκατη για δέκα μήνες και η εκατοστή για εκατό μήνες. Η βάση παραμένει πάντοτε το ποσό της συγκεκριμένης δόσης, αλλά μεταβάλλεται η χρονική περίοδος για την οποία υπολογίζεται ο τόκος.

Οι νομικοί του χρηματοπιστωτικού τομέα στηρίζουν την προσέγγιση αυτή και στο ίδιο το κείμενο της απόφασης. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη διατύπωση της σελίδας 44, όπου επισημαίνεται ότι, όταν το δικαστήριο καθορίζει αριθμό δόσεων και χρόνο καταβολής τους, «διασπά το κεφάλαιο σε περισσότερα επιμέρους κεφάλαια». Κατά συνέπεια, ο τόκος δεν μπορεί πλέον να υπολογίζεται επί της συνολικής οφειλής, αλλά επί των επιμέρους περιοδικών οφειλών που δημιουργούνται από τη ρύθμιση.

Στην ίδια κατεύθυνση, επισημαίνεται ότι η έννοια του τόκου, όπως διδάσκεται στη νομική θεωρία και αποτυπώνεται στη νομολογία, προϋποθέτει πάντοτε την ύπαρξη συγκεκριμένου κεφαλαίου, συγκεκριμένου επιτοκίου και συγκεκριμένου χρόνου στέρησης του κεφαλαίου από τον δανειστή. Ο κλασικός μαθηματικός τύπος υπολογισμού του τόκου (Τ = Κ × Ε × Χ / 100) προϋποθέτει ακριβώς αυτά τα τρία στοιχεία αναφέρουν οι νομικοί κύκλοι .

Κατά την εκτίμηση των ίδιων κύκλων, η ερμηνεία αυτή οδηγεί σε σαφώς μικρότερη επιβάρυνση για τους δανειολήπτες σε σχέση με το ενδεχόμενο υπολογισμού τόκων επί ολόκληρου του κεφαλαίου της ρύθμισης.

Παράλληλα, θεωρείται συμβατή τόσο με τις γενικές αρχές του Αστικού Κώδικα όσο και με το σκεπτικό της απόφασης, η οποία, σύμφωνα με την επικρατούσα ανάγνωση, αντιμετωπίζει κάθε δόση ως διακριτή κεφαλαιακή απαίτηση που εκτοκίζεται από την έναρξη της ρύθμισης έως τον χρόνο καταβολής της. Έτσι, κατά τους νομικούς κύκλους του χρηματοπιστωτικού τομέα, η απόφαση δεν εισάγει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ δανειοληπτών με σταθερό και κυμαινόμενο επιτόκιο, αλλά καθιερώνει έναν ενιαίο κανόνα υπολογισμού, βασισμένο στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου των τόκων.

Διαβάστε ακόμη

Πώς η Bally’s Intralot εξαγοράζει την evoke «ξεκλειδώνοντας» τον δανεισμό της

Η οικονομολόγος που έγινε σύμβολο

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version