Στο κυβερνητικό στρατόπεδο, περισσότερο από την αριθμητική της κάλπης τους απασχολεί το πολιτικό της αποτύπωμα. Η ψηφοφορία της Τετάρτης για τις άρσεις ασυλίας βουλευτών της Ν.Δ. που περιλαμβάνονται στη δικογραφία του ΟΠΕΚΕΠΕ ανέδειξε τις τελευταίες ημέρες υπόγειες ενστάσεις, διαφορετικές αναγνώσεις και μια εμφανή νευρικότητα στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.

Η παρέμβαση του πρωθυπουργού και η κινητοποίηση του κομματικού μηχανισμού δείχνουν ότι το Μέγαρο Μαξίμου θέλει να αποτρέψει όχι απλώς ένα «γαλάζιο» αντάρτικο, αλλά κυρίως τη δημόσια καταγραφή μιας εσωτερικής ρωγμής.

Το παρασκήνιο

Για μερικές ώρες, στο κυβερνητικό επιτελείο κυριάρχησε η αίσθηση ότι η ψηφοφορία της Τετάρτης μπορούσε να αποκτήσει χαρακτηριστικά πολύ ευρύτερα από το τυπικό της περιεχόμενο. Όχι γιατί κινδύνευε η κυβερνητική πλειοψηφία, αλλά γιατί μια σειρά από «γαλάζιες» διαφοροποιήσεις στις άρσεις ασυλίας των βουλευτών που περιλαμβάνονται στη δικογραφία του ΟΠΕΚΕΠΕ θα αρκούσε για να αναδείξει, με τον πιο καθαρό τρόπο, τις υπόγειες ενστάσεις και την κόπωση που διατρέχουν την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ν.Δ. Αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο επιχείρησε να ανακόψει το Μαξίμου με μια συντονισμένη επιχείρηση συσπείρωσης, πριν η κάλπη μετατραπεί σε πεδίο εσωτερικών μηνυμάτων.

Στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας είχε καταγραφεί ένα ρεύμα δυσφορίας, με βουλευτές που είτε θεωρούσαν εσφαλμένη τη νομική βάση των παραπομπών είτε δεν ήθελαν να βρεθούν να συναινούν αδιακρίτως σε όλες τις περιπτώσεις. Το ενδεχόμενο να υπάρξουν «γαλάζιες» διαρροές δεν αντιμετωπιζόταν, λοιπόν, ως θεωρητικό σενάριο, αλλά ως υπαρκτός κίνδυνος, ικανός να τροφοδοτήσει για ημέρες την πολιτική αντιπαράθεση και να δώσει στην αντιπολίτευση ένα ευανάγνωστο επιχείρημα περί εσωτερικής τριβής στη Νέα Δημοκρατία.

Ακριβώς γι’ αυτό, από την Κυριακή και μετά, το σύστημα του Μεγάρου Μαξίμου και της Κοινοβουλευτικής Ομάδας κινήθηκε συντονισμένα, με στόχο να ανακοπεί η δυναμική αμφισβήτησης πριν αυτή αποτυπωθεί στην κάλπη. Η παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη προς τους βουλευτές της πλειοψηφίας είχε το χαρακτήρα πολιτικού σήματος συσπείρωσης, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκε και παρασκηνιακή κινητοποίηση με τηλεφωνικές επαφές προς βουλευτές που είχαν εκφράσει ενστάσεις ή αμφιταλαντεύονταν ως προς τη στάση που θα κρατήσουν.

Οι ειδικές αποστολές

Στο πεδίο αυτό ενεργοποιήθηκαν πρόσωπα με θεσμικό και πολιτικό βάρος εντός της παράταξης. Ο γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Μάξιμος Χαρακόπουλος ανέλαβε κύκλο απευθείας επικοινωνιών, ενώ ρόλο είχε και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης.

Η εικόνα που διαμορφώθηκε είναι ότι στο κυβερνητικό επιτελείο υπήρξε σαφής επίγνωση πως ένα αποτέλεσμα με πολλές γκρίζες ζώνες, αποχές ή διαρροές δεν θα ήταν απλώς ένα στιγμιαίο πρόβλημα, αλλά θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μια συνολική συζήτηση περί χαλάρωσης της κομματικής πειθαρχίας και πολιτικής κόπωσης της πλειοψηφίας.

Προς την ίδια κατεύθυνση λειτούργησε και η στάση των ίδιων των βουλευτών που ελέγχονται. Οι περιπτώσεις του Τάσου Χατζηβασιλείου και του Χαράλαμπου Αθανασίου, οι οποίοι ζήτησαν οι ίδιοι να αρθεί η ασυλία τους, αξιοποιήθηκαν από την κυβερνητική πλευρά ως επιχείρημα υπέρ μιας ενιαίας στάσης. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι, από τη στιγμή που ακόμη και οι ίδιοι οι εμπλεκόμενοι δεν θέλουν η υπόθεσή τους να μετατραπεί σε πεδίο εσωτερικής σύγκρουσης, δεν υπάρχει πολιτικός λόγος η Κοινοβουλευτική Ομάδα να οδηγηθεί σε μια εικόνα πολυγλωσσίας.

Σε αυτή τη γραμμή εντάχθηκε και η δημόσια παρέμβαση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, ο οποίος επιχείρησε να κόψει εγκαίρως τη συζήτηση περί διαχωρισμού των υποθέσεων. Το επιχείρημα του Μεγάρου Μαξίμου είναι ότι μια επιλεκτική στάση στις άρσεις ασυλίας θα μπορούσε να εκληφθεί ως πολιτική αξιολόγηση της ουσίας των υποθέσεων από τους ίδιους τους βουλευτές, κάτι που η κυβέρνηση θέλει να αποφύγει. Με απλά λόγια, η γραμμή είναι πως η Βουλή δεν πρέπει να δώσει την εικόνα ότι μοιράζει εκ των προτέρων πιστοποιητικά αθωότητας ή ενοχής.

Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει ότι οι ενστάσεις έχουν εξαφανιστεί. Υπάρχουν βουλευτές που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη διαδικασία με νομική και πολιτική δυσπιστία. Η στάση του Μάκη Βορίδη είναι η πιο χαρακτηριστική, καθώς έχει αναπτύξει με σαφήνεια το σκεπτικό της διαφωνίας του. Άλλοι, όπως ο Γιώργος Βλάχος και ο Στράτος Σιμόπουλος, κρατούν αποστάσεις αναμένοντας πρώτα τις τοποθετήσεις στην Ολομέλεια. Υπάρχουν επίσης στελέχη που δεν πείθονται πλήρως από τη νομική βάση της διαδικασίας, αλλά δεν επιθυμούν να βρεθούν απέναντι στον πρωθυπουργό. Για αυτούς, η αποχή παραμένει μια λύση που επιτρέπει να καταγραφεί επιφύλαξη χωρίς ανοιχτή ρήξη.

Το μήνυμα Μητσοτάκη

Το ουσιαστικότερο, ωστόσο, είναι ότι το πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν τελειώνει με την ψηφοφορία. Στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας παραμένει αισθητή η ενόχληση για τον τρόπο με τον οποίο, κατά την εκτίμηση πολλών βουλευτών, έγινε η αρχική διαχείριση της υπόθεσης από το Μέγαρο Μαξίμου.

Πίσω από τη συζήτηση για τις άρσεις ασυλίας βρίσκεται μια βαθύτερη δυσφορία, που συνδέεται με την αίσθηση ότι η κυβέρνηση βρέθηκε να τρέχει πίσω από τις εξελίξεις και όχι να τις προλαμβάνει. Η συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στις 30 Απριλίου αναμένεται γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο με ενδιαφέρον, καθώς εκεί εκτιμάται ότι θα βρουν διέξοδο και άλλες συσσωρευμένες ενστάσεις.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η δημόσια παρέμβαση του πρωθυπουργού από το Ηράκλειο είχε σαφώς ευρύτερη στόχευση από τα τοπικά ή οργανωτικά συμφραζόμενα του προσυνεδρίου της Ν.Δ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να μετατοπίσει τη συζήτηση από την εσωτερική αναταραχή σε ένα πιο καθαρό πολιτικό δίλημμα, αντιπαραβάλλοντας τη λογική της συνεννόησης και της επίλυσης προβλημάτων με την «τοξικότητα» και τις παλιές κομματικές γραμμές αντιπαράθεσης.

Το μήνυμα ήταν σαφές: η κυβέρνηση θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη θεσμικής σταθερότητας και πρακτικών λύσεων, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που επιχειρεί, κατά την ίδια, να επενδύσει στη φθορά και στην πόλωση.

Διαβάστε ακόμη

Κρίση στον χώρο της εστίασης: Γιατί κανείς δεν θέλει να πλύνει πιάτα

«Ψηφιακή» επιδρομή στο investment banking – Στο στόχαστρο οι εύποροι πελάτες (πίνακας)

Apple: Ο Τιμ Κουκ παραδίδει το δαχτυλίδι της διαδοχής στον Τζον Τέρνους – Νέα εποχή για την εταιρεία των $4 τρισ.

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα