Το απόγευμα της Τρίτης ολοκληρώθηκε η κατ΄ ιδίαν συνάντηση Μητσοτάκη και Ερντογάν, η οποία διήρκησε συνολικά για 1 ώρα και 30 λεπτά. Σημειώνεται ότι λόγω και της μετάφρασης, ο ωφέλιμος χρόνος στη συνάντηση ήταν περίπου 1 ώρα, όμως η έκταση και η υπέρβαση του προγράμματος δείχνει ότι έγινε εφ’ όλης της ύλης συζήτηση. Στις 17:05 (ώρα Ελλάδος) ξεκίνησε το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας.
Λίγα λεπτά μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έφτασε η ώρα για τις κοινές δηλώσεις των δύο ηγετών, σε ζωντανή μετάδοση.
Οι δηλώσεις Μητσοτάκη
«Αξιότιμε κ. Πρόεδρε, θα ήθελα καταρχάς, εκ μέρους και της ελληνικής αντιπροσωπείας, να σας ευχαριστήσω για την πολύ θερμή υποδοχή και την -όπως πάντα όταν επισκέπτομαι τη χώρα σας- άψογη φιλοξενία. Η παρουσία μας εδώ στην Άγκυρα, στην 6η Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, σηματοδοτεί, νομίζω, την ίδια τη σημασία του γεγονότος, επιβεβαιώνοντας πριν από όλα, όπως είπατε, την αξία που έχουν ο διάλογος αλλά και οι σχέσεις καλής γειτονίας, ιδίως σε ένα ρευστό και συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Με τον Πρόεδρο Ερντογάν είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε έναν αναλυτικό συνολικό απολογισμό των διμερών μας σχέσεων τα τελευταία δύο και κάτι χρόνια, καθώς το 2023 κάναμε μια στρατηγική επιλογή να εντάξουμε τις επαφές μας σε μια δομημένη προσέγγιση τριών πυλώνων: τον πολιτικό διάλογο, τη θετική ατζέντα, η οποία αποτυπώθηκε και στις σημερινές μας συνομιλίες, και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Μέσα από αυτή τη διαδικασία πράγματι αποκαταστήσαμε ένα σαφές πλέγμα συναντήσεων και ανοικτών διαύλων επικοινωνίας προς όφελος των δύο λαών. Ενώ με μέριμνα του Υπουργείου Εξωτερικών καθιερώσαμε ένα νέο υπόδειγμα άμεσης συνεργασίας, με στόχο μια αμοιβαία επωφελή, αλλά πρωτίστως μια λειτουργική σχέση. Ως γειτονικές χώρες, άλλωστε, κ. Πρόεδρε, Ελλάδα και Τουρκία, Τουρκία και Ελλάδα, καλούμαστε να διαχειριζόμαστε τα προβλήματά μας με ψυχραιμία και με υπευθυνότητα, μιλώντας με ειλικρίνεια και έχοντας πάντα σταθερή αναφορά το Διεθνές Δίκαιο.
Ακόμα και όταν διαφωνούμε, είναι σημαντικό να μην οδηγούμαστε σε κρίσεις και σε εντάσεις. Και θέλω να επαναλάβω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα ειρηνική, είμαστε πάντα προσηλωμένοι στον διάλογο, ο οποίος θα πρέπει να διεξάγεται με καλή πίστη και αμοιβαίο σεβασμό. Είναι αλήθεια ότι η προσπάθεια αυτή έχει ήδη αποδώσει, αποτρέποντας εντάσεις που στο παρελθόν δοκίμασαν τις σχέσεις μας. Πριν από λίγες εβδομάδες, μάλιστα, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα νέος γύρος του πολιτικού διαλόγου και θετικής ατζέντας, με εξαιρετικά ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Παράλληλα, οριστικοποιήθηκαν και οι ετήσιες δράσεις στα πλαίσια των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, ενώ σήμερα, παρουσία πολλών Υπουργών μας, συμφωνήσαμε σε μία σειρά από νέες κοινές πρωτοβουλίες που διευρύνουν το πεδίο της διμερούς συνεργασίας.
Θα έλεγα ότι είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη η συνεργασία μας σχετικά με το πρόγραμμα προσωρινής έκδοσης θεωρήσεων βραχείας διαμονής για Τούρκους επισκέπτες και τις οικογένειές τους σε 12 νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Μόλις τον τελευταίο χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες φίλοι Τούρκοι ταξίδεψαν στα ελληνικά νησιά και έτσι φέρνουμε και τους λαούς μας πιο κοντά. Συμφωνήσαμε, μάλιστα, η Ελλάδα να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ανανέωση του προγράμματος.
Αναφερθήκατε κ. Πρόεδρε -το συζητήσαμε και στο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας- στην πάρα πολύ καλή συνεργασία που έχουμε στο ζήτημα του μεταναστευτικού. Οι ροές στο Ανατολικό Αιγαίο έχουν μειωθεί, μόλις τον τελευταίο χρόνο, κατά σχεδόν 60%. Είναι το αποτέλεσμα της συστηματικής φύλαξης των χερσαίων και των θαλασσίων συνόρων αλλά και του βελτιωμένου συντονισμού μεταξύ των δύο χωρών. Είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω, όπως μας υπενθύμισε το πρόσφατο τραγικό περιστατικό στα ανοιχτά της Χίου. Η καταπολέμηση των απάνθρωπων δικτύων των διακινητών οφείλει να είναι σταθερός, διαχρονικός στόχος των δύο κρατών μας.
Σταθερός στόχος πρέπει να είναι και η διεύρυνση της συμπόρευσης σε άλλα πεδία, όπως είναι το διμερές εμπόριο. Έχουμε θέσει έναν φιλόδοξο στόχο, να φτάσουμε τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια στο διμερές μας εμπόριο. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, ότι η Ελλάδα αναβαθμίζει τις υποδομές των συνοριακών της σταθμών τόσο στις Καστανιές όσο και στους Κήπους.
Προοπτικές έχουν ακόμα οι παράλληλες επενδύσεις. Γίνονται σήμερα σημαντικές επενδύσεις από ελληνικές εταιρείες στην Τουρκία, σημαντικές επενδύσεις από τουρκικές εταιρείες στην Ελλάδα.
Και βέβαια, να τονίσω και τη μεγάλη σημασία που αποδίδω στις δράσεις της πολιτικής προστασίας, όχι μόνο γιατί αφορούν την αντιμετώπιση κοινών κινδύνων από την κλιματική κρίση, αλλά γιατί πιστεύω, κ. Πρόεδρε, ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν και ένα μοντέλο γενικότερης περιφερειακής συνεργασίας.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν, αναμφίβολα, επιτεύγματα και βήματα προόδου. Δεν ήταν καθόλου αυτονόητα, ούτε δεδομένα. Αντίθετα, προέκυψαν χάρη στην πολιτική βούληση και στη συστηματική προσπάθεια των δύο πλευρών, αναδεικνύοντας στην πράξη ότι ναι, μπορούμε να διατηρούμε ένα λειτουργικό πλαίσιο διμερούς συνεργασίας, ταυτόχρονα όμως να συμβάλλουμε από κοινού στη σταθερότητα μιας ευρύτερης περιοχής, που δοκιμάζεται από πολλαπλές κρίσεις.
Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες, με την ελληνική θέση να παραμένει σταθερή: ότι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών -υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης-, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, να αποτελεί τη μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας.
Εύχομαι ειλικρινά, κ. Πρόεδρε, να συμμεριστώ και τη δική σας αισιοδοξία, ότι οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση.
Γι’ αυτό και πιστεύω, κ. Πρόεδρε ότι, στο ίδιο πνεύμα με τη θετική εμπειρία η οποία έχει μεσολαβήσει, είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;
Με τον Πρόεδρο συζητήσαμε επίσης και τις εξελίξεις στο Κυπριακό, όπου η ελληνική θέση παραμένει σαφής. Οι πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας ώστε να επανεκκινήσει ένας ουσιαστικός διάλογος από εκεί που διεκόπη το 2017, σε μία διαδικασία η οποία, βεβαίως, πρέπει να κινείται πάντα στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Το ίδιο καθαρή είναι και η οπτική μας για τις μειονότητες στα δύο κράτη. Ξέρετε καλά, κ. Πρόεδρε, το έχουμε συζητήσει πολλές φορές, ότι το καθεστώς τους προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια από τη Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία προβλέπει ρητά ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας κάθε άλλη παρερμηνεία. Αλλά θα ξαναπώ αυτό το οποίο είχα πει πριν από δύο χρόνια: Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης ζουν αρμονικά με χριστιανούς συμπολίτες μας, βάσει των αρχών της ισονομίας και της ισοπολιτείας. Ενώ παράλληλα και στην Τουρκία, στην Κωνσταντινούπολη πρωτίστως, η ελληνική μειονότητα, παρά δυστυχώς τη μεγάλη της συρρίκνωση, εξακολουθεί να εμπλουτίζει την κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Τουρκίας. Ας εργαστούμε, λοιπόν, για το πώς αυτές οι δύο μειονότητες μπορούν πράγματι να γίνουν «γέφυρες» φιλίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των λαών μας.
Τέλος, μας απασχόλησαν και οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή αλλά και διεθνώς, όπου εστίες έντασης πυκνώνουν, καθιστώντας αναγκαία όσο ποτέ τη διπλωματία, τον διάλογο, τον σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο.
Προσβλέπουμε στο τέλος του πολέμου στην Ουκρανία με σεβασμό στην κυριαρχία της και βέβαια προσβλέπουμε, και σε αυτό συμφωνούμε απόλυτα με τον κ. Πρόεδρο, στην εκκίνηση της δεύτερης φάσης του ειρηνευτικού σχεδίου για τη Γάζα, με στόχο τη σταθερότητα και την ασφάλεια στη Μέση Ανατολή. Θα το επαναλάβω και εδώ από την Άγκυρα, η Ελλάδα υποστηρίζει σταθερά τη λύση των δύο κρατών ως τη μόνη ρεαλιστική λύση για μία μόνιμη ειρήνη στην περιοχή.
Τασσόμαστε υπέρ της μεταρρύθμισης της Παλαιστινιακής Αρχής, ώστε να αναλάβει ουσιαστικά τη διοίκηση της Γάζας και της Δυτικής Όχθης. Όμως, αναγκαία προϋπόθεση θεωρούμε τον πλήρη αφοπλισμό της Χαμάς και την εξάλειψη της τρομοκρατίας, γιατί και το Ισραήλ έχει το δικαίωμα να ζει με ασφάλεια. Αλλά θέλω και με την ευκαιρία αυτή να εκφράσω την κατηγορηματική μας αντίθεση σε οποιοδήποτε σχέδιο μπορεί να οδηγήσει σε μία ενδεχόμενη προσάρτηση της Δυτικής Όχθης από το Ισραήλ. Καταδικαστέα, επίσης, είναι η επέκταση εποικισμών που δημιουργεί ουσιαστικά μια πραγματικότητα στο πεδίο που καθιστά τη δημιουργία του παλαιστινιακού κράτους ακόμα πιο σύνθετη άσκηση.
Η Ελλάδα, κ. Πρόεδρε, είναι μία δύναμη ειρήνης. Θέλουμε ειλικρινείς σχέσεις με όλους τους γείτονές μας και θέλουμε, όπου μπορούμε, να πετύχουμε μία συνεργασία η οποία θα μας βοηθήσει να εμπεδώσουμε την περιφερειακή σταθερότητα.
Αναφερθήκατε στις μεγάλες προκλήσεις της Συρίας. Είναι ένα πεδίο όπου μπορούμε η Ελλάδα και η Τουρκία να δουλέψουμε από κοινού και για να υπάρξει πολιτική σταθερότητα, με σεβασμό στα δικαιώματα και απόλυτη προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων, αλλά -γιατί όχι;- όπως συζητήσαμε και με τους Υπουργούς Οικονομικών, να συντονιστούμε και να εργαστούμε και σε προσπάθειες οι οποίες έχουν να κάνουν με την ανοικοδόμηση της Συρίας. Θα είναι προς αμοιβαίο όφελος Ελλάδας και Τουρκίας μια σταθερή Συρία, η οποία θα επιτρέψει και στους πρόσφυγες, τους πολλούς που βρίσκονται στην Τουρκία και τους πολλούς που βρίσκονται στην Ελλάδα, να επιστρέψουν επιτέλους στην πατρίδα τους.
Κλείνω, κ. Πρόεδρε, αγαπητέ Ταγίπ, με τη σκέψη ότι η μοίρα μας όρισε να ζούμε στην ίδια γειτονιά. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γεωγραφία, μπορούμε όμως να την κάνουμε σύμμαχο, επιλέγοντας τη σύγκλιση, τον διάλογο και την πίστη στο Διεθνές Δίκαιο. Ώστε με αίσθημα ευθύνης να χτίσουμε ένα αύριο ειρήνης, προόδου και ευημερίας για τις χώρες μας, να τιμήσουμε την παρακαταθήκη του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Κεμάλ Ατατούρκ.
Κλείνω, ευχαριστώντας και πάλι για την άριστη διοργάνωση αυτής της Συνόδου, για τη γόνιμη συζήτηση που είχαμε, για τη ζεστή φιλοξενία προς την ελληνική αντιπροσωπεία και προσβλέπω στη συνέχιση της συνεργασίας μας.
Και θα χαρώ, κ. Πρόεδρε, να σας υποδεχθώ μαζί με τους συνεργάτες σας, τους Υπουργούς σας, στην Ελλάδα για την επόμενη Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας.
Σας ευχαριστώ.».
Οι δηλώσεις Ερντογάν
«Καλωσορίζω τον πρωθυπουργό της Ελλάδος. Την τελευταία φορά είχα αποφασίσει ότι θα συνεχίσουμε τον διάλογό μας. Βλέπουμε ότι οι συμφωνίες μας παρέχουν το καλύτερο κοινό έδαφος για την ενίσχυση των αμοιβαίων επαφών, οι οποίες ελπίζω να συνεχιστούν. Θα καταβάλουμε κάθε προσπάθεια για να ενισχυθεί το εμπόριο. Συζητήσαμε τις θέσεις μας για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Εμείς υποστηρίζουμε ότι τα ζητήματα δεν είναι άλυτα στη βάση του διεθνούς δικαίου. Με ικανοποίηση διαπίστωσα ότι συμφωνούμε με τον φίλο μου Κυριάκο σε αυτό το θέμα. Πιστεύουμε ότι από το 2023 και μετά θα σημειωθεί πρόοδος και στην επίλυση των αλληλένδετων προβλημάτων στο Αιγαίο. Μοιράστηκα με τον κ. Μητσοτάκη απόψεις για ελευθερίες στους μουσουλμάνους στη Δυτική Θράκη. Εξετάσαμε την κατάπαυση πυρός στη Γάζα και το ειρηνευτικό σχέδιο. Απορρίπτουμε τις αποφάσεις του Ισραήλ για να επεκταθεί στη Δυτική Όχθη».
Πριν από τις δηλώσεις των δύο ηγετών προηγήθηκε η ανακοίνωση για τις συμφωνίες μεταξύ των δύο χωρών.
Τα επτά κείμενα που υπογράφτηκαν στο πλαίσιο του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ) Ελλάδας-Τουρκίας:
1. Κοινή Δήλωση ανάμεσα στην Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Τουρκίας.
2. Μνημόνιο Κατανόησης για τη συνεργασία στον τομέα του Πολιτισμού
3. Κοινή Δήλωση για τη Συνεργασία των υπουργείων Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας στο πλαίσιο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου.
4. Κοινή Δήλωση για τη συνεργασία ανάμεσα στο ‘’Enterprise Greece’’ και το ‘’Invest in Turkiye’’.
5. Κοινή Δήλωση για την έναρξη του προγράμματος διμερούς συνεργασίας στην έρευνα και την τεχνολογία.
6. Κοινή Δήλωση για την ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας στον τομέα της ετοιμότητας έναντι σεισμών.
7. Koινή Δήλωση για τη δρομολόγηση ακτοπλοϊκής σύνδεσης ανάμεσα στα λιμάνια της Θεσσαλονίκης και της Σμύρνης.
Να σημειωθεί ότι δεν υπήρξαν ερωτήσεις μετά τις δηλώσεις των Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Ανοιχτούς διαύλους
Το τετ-α-τετ πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία Αθήνα και Άγκυρα επιχειρούν να διατηρήσουν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας, παρά τις γνωστές διαφορές και τις κατά καιρούς εντάσεις στη διμερή σχέση.
Νωρίτερα, ο Τούρκος πρόεδρος, λίγο πριν από τη συνάντηση, έδωσε τον τόνο μιλώντας για την ανάγκη ειρήνης και ασφάλειας τόσο για τις δύο χώρες όσο και για την ευρύτερη περιοχή, μια διατύπωση που δείχνει την πρόθεση να διατηρηθεί το κλίμα διαλόγου που έχει διαμορφωθεί το τελευταίο διάστημα. «Θέλουμε ειρήνη και ασφάλεια για εμάς και τους γείτονές μας» δήλωσε ο Ερντογάν λίγο πριν τη συνάντησή του με τον Έλληνα πρωθυπουργό.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έφτασε περίπου στις 2.20 το μεσημέρι στην Άγκυρα, μία ώρα πριν το ραντεβού με τον Ερντογάν. Τον πρωθυπουργό υποδέχθηκε στο αεροδρόμιο ο Τούρκος υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού, ενώ η επίσημη υποδοχή του έγινε στο προεδρικό μέγαρο. Αμέσως μετά, η πομπή πήρε τον δρόμο για το Λευκό Παλάτι του Ερντογάν για τη συνάντηση. Οι 10 υπουργοί που απαρτίζουν την ελληνική αποστολή είχαν φτάσει λίγο νωρίτερα, καθώς έφτασαν με διαφορετική πτήση που το βράδυ θα επιστρέψει στην Αθήνα, ενώ ο κ. Μητσοτάκης θα αναχωρήσει για το Βέλγιο ενόψει της αυριανής άτυπης Συνόδου Κορυφής για την Ανταγωνιστικότητα.
Διαβάστε ακόμη
BofA: Κορυφαία αγορά η Ελλάδα – Οι επιλογές σε τράπεζες, ενέργεια και βιομηχανία
Moody’s: Ανοίγει «πληγές» στις τράπεζες η απόφαση του Αρείου Πάγου
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.