Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ηταν πρωτοετής στο κολέγιο με 80 δολάρια στην τσέπη όταν διέσχισε σχεδόν τη μισή χώρα για να πάει στο Σιάτλ και να κερδίσει λίγα δολάρια, ψαρεύοντας. Ηταν το 1961.

Από τότε δεν έπαψε ποτέ να ψαρεύει.

Σήμερα, ο Chuck Bundrant, ιδρυτής και βασικός μέτοχος της Τrident Seafoods έχει αξία τουλάχιστον 1,1 δισ. δολ., σύμφωνα με τον δείκτη δισεκατομμυριούχων του Bloomberg. Ο πλούτος του οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο περισσό θράσος, αφού στις αρχές του ’80 κατάφερε να πείσει τους Αμερικανούς να τρώνε ένα είδος ψαριού που θεωρείτο μέχρι τότε κατώτατης ποιότητας, σε φαστ φουντ. Σήμερα, η Trident τα στέλνει μαζί με σολομούς και μπακαλιάρους σε μεγάλες αλυσίδες, όπως η Costco και η Safeway.

Ο Bundrant έπεισε επίσης τους πολιτικούς να περάσουν μια νομοθεσία ευνοϊκή για την Trident, κρατώντας μακριά από τη θάλασσα τους ξένους ψαράδες.
Σήμερα η Trident επωφελείται από ευαισθητοποιημένους με την υγεία καταναλωτές που στρέφονται στα θαλασσινά.

Ο δείκτης του Bloomberg υπολογίζει ότι ο Bundrant κατέχει το 51% της Trident, που πέρυσι είχε έσοδα 2.4 δισ. δολ. Η εταιρεία αποτιμάται στα 2,1 δισ. δολ.και λειτουργεί 16 εργοστάσια επεξεργασίας και 41 αλιευτικά σκάφη. Παράλληλα, εξακολουθεί να παραμένει ανεξάρτητη, καθώς όπως αναγράφεται στον ιστότοπό της «δεν απαντούμε σε επενδυτικές τράπεζες όπως άλλες εταιρείες θαλασσινών. Απαντάμε μόνο στους πελάτες μας, τους ψαράδες μας και τους εργαζομένους μας».

Πρόκειται για μια οικογενειακή επιχείρηση, καθώς το 2013 ο Bundrant έκανε CEO τον γιο του Joe,. Οι στενοί του φίλοι τον θυμούνται από παλιά ως άνθρωπο που αγαπούσε τα μεγάλα ρίσκα, ανοιχτόμυαλο σε νέες ευκαιρίες.

triss

Δικαίως, καθώς ο Chuck Bundrant έβγαλε δισ. από έναν τομέα στον οποίο ήταν κατά βάση άσχετος. Δεν ήξερε τίποτα από αλιευτικά σκάφη ή από ψάρεμα και επεξεργασία καβουριών, σολομού και μπακαλιάρου, όπως αποκάλυψε ο γιος του πριν δυο χρόνια. Το μόνο σχετικό που έκανε, ήταν να βλέπει την ταινία «Βόρεια της Αλάσκα» και να ακούει ότι υπάρχει χρήμα στο ψάρεμα σε εκείνες τις περιοχές, χιλιάδες μίλια μακριά από την πατρίδα του.

Το 1961 όταν πήγε για ψάρεμα στο Σιάτλ κοιμόταν στους προβλήτες και έκανε ό,τι δουλειά έβρισκε μπροστά του για να ζήσει.

Μερικά χρόνια μετά, άρχισε να ψάχνει τρόπο να ξεκινήσει μια επιχείρηση, όταν συνάντησε δυο ψαράδες καβουριών – τον Kaare Ness και τον Mike Jacobson. Το 1973 οι τρεις τους έβαλαν όσα χρήματα είχε ο καθένας και έφτιαξαν το Billikin, ένα σκάφος 135 ποδών με το ποίο έφεραν την επανάσταση, όπως αναφέρει η Trident, στη βιομηχανία της αλιείας.

Η ιδέα του απλή και μεγαλειώδης: κείνη την εποχή οι περισσότεροι ψαράδες επέστρεφαν στις αποβάθρες και οι εταιρείες μεταποίησης έβγαζαν το κρέας το καβουριών πριν το στείλουν στην αγορά, αφήνοντάς τους λιγότερο χρόνο στο νερό. Ο Bundrant εξόπλισε το Billikin με μάγειρες που μαγείρευαν τα καβούρια, καθώς και με καταψύκτες, γεγονός που επέτρεπε στους ψαράδες να παραμένουν στο νερό περισσότερο χρόνο και να βγάζουν έτσι μεγαλύτερη ψαριά όταν οι άλλοι σταματούσαν.

chunk

O Chunk στο πρώτο του σκάφος

Στις αρχές του ’80 στράφηκε από τα καβούρια στα φθηνά ψάρια που μέχρι τότε δεν ήθελε κανείς και με τον καιρό κατάφερε να τα προωθήσει στα McDonald’s και τα Burger King που τα προτιμούσαν ως φθηνότερα, για το διάσημο πιάτο fish and chips.

Η πρόσβαση στην ευρεία λιανική αγορά μετέτρεψε την Trident σε μεγάλη αλιευτική εταιρεία. O Bundrant συνέχισε να αναπτύσσει μια κάθετα οργανωμένη εταιρεία που κάνει τα πάντα, από τη συγκομιδή και τη μαζική επεξεργασία ψαριών έως την πώληση προϊόντων, όπως κονσερβοποιημένο σολομό και ψαροκροκέτες.

Μάλιστα, η Trident μαζί με άλλες αμερικανικές εταιρείες προσέφυγαν στο Κογκρέσο και κατάφεραν να περάσει νόμος με τον οποίοι ξένοι ψαράδες μπορούσαν να ψαρεύουν στα 200 μίλια από τις ακτές, από τα 12 που ίσχυαν πριν. Ετσι, ο ανταγωνισμός μειώθηκε δραστικά.

Το 1998, το Κογκρέσο τερμάτισε την πρακτική των ξένων εταιρειών να σπάνε τον περιορισμό των 200 μιλίων, με το κόλπο της καταγραφής τους ως αμερικανικές εταιρείες. Έκτοτε ο νόμος απαιτούσε να υπάρχει 75% αμερικανική ιδιοκτησία για τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον Ειρηνικό.