Ο David Taylor ξόδεψε πολλές δεκαετίες προσπαθώντας να ανέβει την σκάλα της ιεραρχίας στην Procter & Gamble. Τλωρα όμως έρχεται αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερη πρόκληση στην καριέρα του που δεν είναι άλλη από το ερώτημα αν η κουλτούρα της εταιρείας την οδηγεί στην αποτυχία.
Η αυτοκρατορία που περιλαμβάνει προϊόντα ευρείας κατανάλωσης όπως οι οδοντόκρεμες Crest, τα ξυραφάκια Gillette και τα απορρυπαντικά Tide έχει μπει στο στόχαστρο του ακτιβιστή επενδυτή Nelson Peltz, η εταιρεία του οποίου επιδιώκει να λάβει μια θέση στο ΔΣ.
Αν και ο Peltz δεν ζητά τη διάλυση της εταιρείας ή την αποπομπή Taylor, ασκεί κριτική στην P&G για τον τεράστιο αριθμό από μάρκες που περιέχει, αλλά και από την απίστευτη γραφειοκρατία που τη χαρακτηρίζει.
Ο Taylor έγινε CEO το 2015 και τώρα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να «ταρακουνήσει» τη δομή της και τις δραστηριότητές της. Αν και το 2016 η εταιρεία «ξεφορτώθηκε» περί τις 40 φίρμες καλλυντικών προϊόντων στο πλαίσιο της συμφωνίας ύψους 12,5 δισ. δολ. με την Coty, εξακολουθεί να έχει υπό τη σκέπη της μια πλειάδα προϊόντων και τμημάτων.
Όπως λέει ο αναλυτής της Sanford C. Bernstein & Co, Ali Dibadj, «παραείναι περίπλοκη, γεγονός που δεν της επιτρέπει να επωφεληθεί μακροπρόθεσμα».
Και όντως η κυριαρχία της στα προϊόντα για το νοικοκυριό σε συνδυασμό με τις υψηλότερες διαφημιστικές δαπάνες στον κόσμο, δεν αποδίδουν πλέον όσο στο παρελθόν.
Παρά τις ηράκλειες προσπάθειες της P&G να μειώσει το χαρτοφυλάκιό της σε μάρκες, η κριτική εναντίον της αυξάνεται. Ο προκάτοχος του Taylor, A.G. Lafley, είχε κάνει συμφωνίες για να ξεφορτωθεί περί τα 100 μπραντς. Η προσπάθεια εκείνη είχε αφήσει την P&G με 65 μπραντς σε 10 κατηγορίες.

Και πάλι όμως η P&G αποτελεί μακράν τον μεγαλύτερο πωλητή καταναλωτικών αγαθών στον πλανήτη και τώρα είναι αντιμέτωπη με καινούργιες μάρκες με χαμηλότερες τιμές. Επίσης, οι λιανέμποροι έχουν γίνει πι απαιτητικοί από τους προμηθευτές, καθιστώντας πιο δύσκολο για την P&G να κλείσει χώρο στα ράφια και να κάνει μάρκετινγκ εντός των καταστημάτων.
Ετσι, ο 59χρονος Taylor αναγκάστηκε να προχωρήσει σε μείωση τιμών σε προιόντα με μεγάλα περιθώρια κέρδους όπως τα Gillette, για να παραμείνει ανταγωνιστικός. Επίσης, τ ασταθή οικονομικά της Ευρώπης μείωσαν τη ζήτηση για προϊόντα υψηλής ποιότητας, ενώ άλλον ένα πονοκέφαλο αποτελεί η συναλλαγματική μεταβλητότητα.
Η ειδοποιός διαφορά για τον Taylor ήταν πως όταν ανέλαβε το τιμόνι, η ιδέα ήταν να μεγαλώσει την P&G, τώρα όμως στόχος είναι η σμίκρυνση και απλοποίηση του οργανισμού, αναφέρει ο Dibadj.
Ο Taylor είναι αυτό που λέμε «παιδί» της P&G. Αφού αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Duke το 1980 με πτυχίο ηλεκτρολόγου μηχανικού, άρχισε να εργάζεται ως δ/ντής παραγωγής σε εργοστάσιο της P&G στη Β. Καρολίνα. Πάνω από 10 χρόνια μετά, το 1992, κατάφερε να γίνει βοηθός brand manager, ενώ με την πάροδο των ετών πήγαινε σε θέσεις από την Ευρώπη στην Κίνα και αντίστροφα.
Στον πυρήνα της στρατηγικής του, η επικέντρωση στα καλύτερα μπραντς της εταιρείας, ενώ εστίαζε πάντα στις ευκαιρίες ανάπτυξης.
Μια τέτοια ευκαιρία είναι και το ηλεκτρονικό εμπόριο, που βοηθά εταιρείες όπως η P&G να πωλούν περισσότερα προϊόντα απευθείας στον πελάτη.
Οι αναλυτές πάντως εκτιμούν ότι αν ο Taylor δεν πετύχει την ανάπτυξη των μπραντς που έχουν απομείνει στην P&G, ίσως δούμε μια δραματική διάσπαση της εταιρείας.

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.