Του Δημήτρη Μαρκόπουλου

Τα παλιά καλά χρόνια της οινοποιίας στη χώρα μας οι σχέσεις εργαζομένων και «αφεντικών» (έτσι τους αποκαλούσαν τότε) θεωρούνταν κάτι παραπάνω από καλές. Συχνά μάλιστα επισφραγίζονταν και με κουμπαριές μαζί με γλέντια στα κελάρια ή στον τρύγο, με τα όργανα να παίζουν. Να όμως που αρκετά χρόνια μετά από αυτές τις ειδυλλιακές περιόδους, σε μια οικονομία γκρίζα και μια Ελλάδα σαφώς σκληρότερη και λιγότερη ρομαντική, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δεν εξηγείται αλλιώς πώς η κορυφαία εδώ και χρόνια οινοποιητική βιομηχανία, ο Ομιλος Μπουτάρη, έχει φτάσει στο σημείο οι εργαζόμενοί της να μην πληρώνονται εδώ και μήνες και να αναγκάζονται να στέλνουν εξώδικα για να πάρουν τα δεδουλευμένα τους.

Κι αν ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης κάνει «γκελ» στην κοινωνία της Βόρειας -και όχι μόνο- Ελλάδας για προφανείς πολιτικούς και επικοινωνιακούς λόγους, ο αδελφός του και εδώ και χρόνια ξεχωριστός στις επαγγελματικές δραστηριότητες Κώστας Μπουτάρης ακολουθεί άλλο δρόμο. Διάφορες πληροφορίες αναφέρουν ότι εδώ και καιρό με δυσκολία συνεννοείται με τα στελέχη του και έχει χάσει μια σειρά από επιχειρηματικές μάχες, με αποτέλεσμα να έχει προβλήματα με τους εργαζομένους του, που επί χρόνια τον στήριξαν και σήμερα βλέπουν την κατάσταση να έχει φτάσει στο απροχώρητο. Στις 6 Οκτωβρίου, λοιπόν, το Σωματείο Εργατοϋπαλλήλων Εργοστασίου και Αμπελώνων Στενημάχου της Οινοποιίας Μπουτάρη «Ο Βάκχος» κοινοποίησε αναγγελία απεργιακών κινητοποιήσεων κατά της βιομηχανίας λόγω, όπως αναφέρουν, της αδιάλλακτης στάσης της διοίκησης να μην αποπληρώνει τα δεδουλευμένα τους εδώ και 7 μήνες. Δηλαδή οι εργαζόμενοι παραμένουν απλήρωτοι από τον Μάρτιο, χωρίς αυτή τη στιγμή να υπάρχει σαφές πλάνο εξόδου από την κρίση, και πραγματοποιούν απεργία εντός της πιο κρίσιμης περιόδου, αυτής του τρύγου. Από την πλευρά τους κύκλοι της εταιρείας αναγνωρίζουν το χρέος, όμως υποστηρίζουν ότι εδώ και μήνες οι εργαζόμενοι πληρώνονται και ότι οι επτά μισθοί είναι παλαιότερες οφειλές. Βέβαια το πρόβλημα είχε επισημανθεί ήδη από την άνοιξη, με τους εργαζομένους να λαμβάνουν ενημέρωση ότι τα αιτήματά τους θα ικανοποιηθούν εντός του θέρους. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν έγινε.

Συγκεκριμένα από τον Απρίλιο ο κλοιός γινόταν όλο και πιο ασφυκτικός για τον Κώστα Μπουτάρη, καθώς διαφαινόταν ότι η προσπάθεια εξυγίανσης απομακρυνόταν, η αύξηση του φόρου κατανάλωσης στο κρασί θα στραγγάλιζε ούτως ή άλλως την εταιρεία και τα δάνειά της ολοένα περισσότερο θα την έπνιγαν. Μάλιστα οι πιστώτριες τράπεζες είχαν ξεκαθαρίσει από τότε ότι θα έπρεπε να υπάρξει διευθέτηση των ζητημάτων με τη βιομηχανία, η οποία φαινόταν ολοένα και πιο αδύναμη. Τι κι αν σε ένδειξη διαμαρτυρίας ο όμιλος έκλεινε τον Ιανουάριο τα οινοποιεία του απαιτώντας μη αύξηση του φόρου κατανάλωσης; Το κακό πλησίαζε.

Πειραματισμοί

Χαρακτηριστικό της αδυναμίας κατανόησης των νέων συνθηκών και του γεγονότος ότι ο Κώστας Μπουτάρης παλεύει τη σύνθετη αυτή κατάσταση με «παλιά υλικά και νοοτροπία» είναι και ότι διαρκώς προβαίνει σε ανατροπές της διοικητικής του ομάδας, με τελευταίο διευθύνοντα σύμβουλο τον οινοποιό και όχι οικονομολόγο Ιωάννη Βογιατζή. Κάνει δηλαδή πειραματισμούς -σαν να επρόκειτο για νέα ποικιλία κρασιού- όπως παλαιότερα και με άλλα αξιόλογα στελέχη. Ο κ. Βογιατζής, παρά το γεγονός ότι από το 1984 είναι μέλος του γκρουπ και είχε διατελέσει οινολόγος, υπεύθυνος έρευνας και ανάπτυξης, διευθυντής του οινολογικού τμήματος και της διεύθυνσης παραγωγής, δεν κατάφερε να εξομαλύνει την κατάσταση και τα πράγματα οδηγήθηκαν στα άκρα. Ούτε όμως και το σχέδιο αναδιάρθρωσής του έδειξε ικανό να αποτρέψει δυσάρεστες εξελίξεις και τριγμούς.

Σήμερα ο κίνδυνος για την εν λόγω βιομηχανία είναι ορατός. Μόνο οι υποχρεώσεις που εμφάνιζε η εταιρεία έως τις 31/10/2015 σε Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία και μισθοδοσία ανέρχονταν στα 9.786.212,61 ευρώ, με περίπου 4,5 εκατ. ευρώ να αφορούν τα Ταμεία (3 εκατ. ευρώ βρίσκονται σε ρύθμιση) και οφειλές σε μισθούς παραπάνω από μισό εκατομμύριο, οι οποίες τώρα έχουν εκτοξευθεί πολύ υψηλότερα.

Την ίδια στιγμή που συμβαίνουν τα παραπάνω, η εταιρεία επιδιώκει άνοιγμα στις αγορές της Κίνας (συμμετείχε στο ταξίδι του πρωθυπουργού στην ασιατική χώρα), ενώ έκανε και ανακοινώσεις για σειρά διεθνών βραβείων που πήραν τα κρασιά της. Ωστόσο, οι σχέσεις της με τις τράπεζες έχουν περάσει διακυμάνσεις, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι ακίνητα της εταιρείας στην Αθήνα (κέντρο και Κηφισιά) βρίσκονται σε κίνδυνο.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τα προβλήματα αυτά δεν είναι καινούρια. Ηδη από το 2009 είχαν φανεί τα πρώτα σύννεφα στον επιχειρηματικό ουρανό του Ομίλου Μπουτάρη. Η κεφαλαιοποίηση της βιομηχανίας είχε πέσει χαμηλά, χρηματιστηριακά παρουσίαζε κακή εικόνα, ενώ έμπειροι γνώστες της αγοράς του κρασιού αναγνωρίζουν ότι εδώ και χρόνια ο Κώστας Μπουτάρης και οι δύο κόρες του, Χριστίνα και Μαρίνα, δεν έχουν δείξει διάθεση ανανέωσης και μετάβασης σε νέες, πιο μοντέρνες δραστηριότητες. Δηλαδή έμειναν στατικοί σε έναν κλάδο που με τη σειρά του άλλαζε ραγδαία.

111

137 χρόνια παρουσίας

Η εταιρεία Μπουτάρη δεν είναι φυσικά μια τυχαία επιχείρηση. Εχει συμπληρώσει 137 χρόνια παρουσίας και ιδρυτής της υπήρξε ο Γιάννης Μπουτάρης. Ηταν το 1879 όταν ο τελευταίος στην περιοχή της Νάουσας έθεσε τα θεμέλια για έναν ελληνικό οινοποιητικό κολοσσό. Η Μπουτάρης Οινοποιητική Α.Ε. διοικείται από τον Κωνσταντίνο Μπουτάρη από το 1995 που χώρισαν οι δρόμοι του επιχειρηματικά με τον αδελφό του Γιάννη, με τον τελευταίο να φτιάχνει δικό του εμπορικό σήμα και κατόπιν να εκλέγεται δήμαρχος Θεσσαλονίκης.

Πέρυσι παρουσίασε προ φόρων ζημίες ύψους 600.000 ευρώ από ζημίες 1,6 εκατ. ευρώ το 2014 και 3 εκατ. ευρώ το 2013. Βασικό κομμάτι της πορείας της εταιρείας αποτελούν τα οινοποιεία και οι ιδιόκτητοι αμπελώνες της. Διαθέτει έξι οινοποιεία στην Ελλάδα, στις σημαντικότερες οινοπαραγωγικές περιοχές της χώρας στις ζώνες Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας (ΟΠΑΠ), ήτοι σε Νάουσα, Γουμένισσα, Κρήτη, Σαντορίνη, Μαντινεία και Αττική. Είναι επίσης η πρώτη ελληνική επιχείρηση που αγόρασε οινοποιείο στο εξωτερικό, το Domaine de Mayrac της Νότιας Γαλλίας. Η εταιρεία από το 1879 στη Νάουσα παρουσίασε ένα από τα πρώτα ερυθρά εμφιαλωμένα κρασιά που κυκλοφόρησαν στην ελληνική αγορά. Το 1906 έχτισε το πρώτο ιδιόκτητο οινοποιείο-κάβα στη Νάουσα. Το κτίριο διασώζεται ως διατηρητέο και αναπαλαιωμένο αξιοθέατο και μουσείο κρασιού.

Το 1935, ο μοναδικός επιζήσας γιος του Ιωάννη Μπουτάρη (είχε άλλα τρία παιδιά που απεβίωσαν όλα το 1912), Στέλιος, αναλαμβάνει την επιχείρηση και ανοίγεται προς τις μεγάλες αγορές του εξωτερικού (στην αρχή Αυστρία, Ουγγαρία, Αίγυπτο). Ο νεαρός Μπουτάρης, όντας φιλόδοξος, επεκτείνει τις δραστηριότητες της επιχείρησης. Το 1939 φεύγει από τη ζωή ο πατέρας του και δύο χρόνια αργότερα έρχεται η Κατοχή. Οι Γερμανοί κατάσχουν τα κρασιά που βρίσκονταν στις αποθήκες της εταιρείας, οπότε αυτή ουσιαστικά υπολειτουργεί. Η περιορισμένη δραστηριότητά της αφορά μόνο μικρές ποσότητες ούζου. Τη μεταπολεμική περίοδο επεκτείνει τις δραστηριότητές της σε Αθήνα και πολλές άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, αξιοποιώντας έτσι μια αναπτυξιακή πορεία σε όλη την Ευρώπη αλλά και στη χώρα μας.

Η παραγωγή της εταιρείας Μπουτάρη μοιράζεται σε ούζο και κρασί. Από το μέσον της δεκαετίας του 1950 γίνονται οι πρώτες εξαγωγές σε ΗΠΑ και Καναδά και περιορισμένων ποσοτήτων ούζου στη Γερμανία. Στο τέλος της ίδιας δεκαετίας δημιουργούνται το δεύτερο οινοποιείο στη Νάουσα και το κέντρο διακίνησης στη Θεσσαλονίκη. Τότε ο Στέλιος Μπουτάρης διαπιστώνει ότι η γερμανική αγορά μπορεί να απορροφήσει μεγάλες ποσότητες ούζου, αλλά οι υψηλοί δασμοί καθιστούν τις εξαγωγές στη Γερμανία απαγορευτικές. Παίρνει έτσι τη μεγάλη απόφαση να δημιουργήσει μαζί με Γερμανούς συνεργάτες του ποτοποιία στο Αμβούργο.

Η διάρκεια ζωής της νέας επιχείρησης ήταν μόλις 6-7 χρόνια, ώσπου έπεσαν οι δασμοί και ήταν πιο συμφέρουσα η εξαγωγή στη Γερμανία παρά η παραγωγή. Στα τέλη του ’60 οι γιοι του Στέλιου, Γιάννης και Κωνσταντίνος Μπουτάρης, παραλαμβάνουν τη σκυτάλη.

Η παραγωγή

Το 1967 αρχίζει τη λειτουργία του το Οινοποιείο στη Στενήμαχο Νάουσας, καρδιά μέχρι σήμερα της παραγωγής της εταιρείας, η οποία δυστυχώς πλήττεται. Την ίδια εποχή δημιουργείται το θεσμικό πλαίσιο για την ανάπτυξη κρασιών Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας σε όλη την Ελλάδα. Πρώτη αυτή δημιουργεί τέτοιου είδους αμπελώνες. Το 1978 οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας στρέφονται και προς την εισαγωγή αλκοολούχων ποτών, με τα δεδομένα στην κατανάλωση να έχουν αλλάξει. Η δεκαετία του 1980 είναι καθοριστική για την εξέλιξη της επιχείρησης. Κερδίζει την πρώτη θέση στην αγορά του εμφιαλωμένου κρασιού, το 1987 μπαίνει στο Χρηματιστήριο και μέχρι το 1991 μέσω της United Distillers Boutari κερδίζει το 30% της αγοράς των αλκοολούχων ποτών.

Στις επόμενες δεκαετίες η επιχείρηση θα φέρει ξένες ποικιλίες στην Ελλάδα, ενώ το 1991 εξαγοράζει την πλειοψηφία των μετοχών της Ανδρέας Καμπάς Α.Ε., την παραδοσιακή και παλαιότερη βιομηχανία οίνων και ποτών της Αττικής. Το 1992 ο Ομιλος Μπουτάρη επεκτείνεται στην αγορά της ζυθοποιίας αγοράζοντας τη Henninger Hellas Α.Ε. (σημερινή Μύθος Ζυθοποιία Α.Ε.) και το 1997 ταράζει τα νερά της αγοράς δημιουργώντας τον Μύθο, την πρώτη ελληνική lager μπίρα.

Νωρίτερα, τα δύο αδέλφια, Γιάννης και Κώστας, χωρίζουν, καθώς ο πρώτος δημιουργεί τη δική του εταιρεία, ενώ αποφασίζει να δραστηριοποιηθεί κοινωνικά μέσω της οργάνωσης «Αρκτούρος» αλλά και της προσπάθειάς του κατά του αλκοολισμού. Παράλληλα, στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές κατέβηκε ως ανεξάρτητος υποψήφιος για τη δημαρχία της Θεσσαλονίκης.

Το 2006 η διοίκηση του Ομίλου Μποτάρη αποφασίζει να εστιάσει στο core business όσον αφορά στο κρασί. Πουλάει το σύνολο της συμμετοχής της στη Μύθος Ζυθοποιία Α.Ε. και επανακτά τον συνολικό έλεγχο της Μπουτάρης Οινοποιητική Α.Ε. Η συνολική γκάμα των κρασιών περιλαμβάνει κρασιά ένδειξης προέλευσης (Νάουσα, Γουμένισσα, Σαντορίνη, Καλλίστη, Κρητικός κ.ά.), ποικιλιακά (Μοσχοφίλερο, Ασύρτικο, Αγιωργίτικο, Chardonnay, Merlot, Syrah κ.ά.), κρασιά παλαίωσης (Κάβα, Καλλίστη Reserve, Grande Reserve κ.ά.) και κρασιά από κτήματα (Φιλυριά, Μαλαγουζιά, 4 Εποχές, Ωδή, Ηλιδα, Σκαλάνι, Φανταξομέτοχο κ.ά.). Η μάρκα έχει αποσπάσει περισσότερες από 270 διακρίσεις για τα κρασιά της τα τελευταία έτη, σε μεγάλους και καθιερωμένους διεθνείς διαγωνισμούς οίνου, όπως οι Concours Mondial De Bruxelles, Internatonal Wine & Spirit Competition, Decanter, Διεθνής Διαγωνισμός Θεσσαλονίκης κ.ά.