Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η ειδικός του Χάρβαρντ Λίντα Καμπούλιαν μίλησε στο «b.s.» του Πρώτου Θέματος για τα λάθη που έγιναν τα τελευταία χρόνια

του Αργύρη Παπαστάθη

Στην Ελλάδα οι περισσότεροι έχουμε άποψη για τις διαπραγματεύσεις, για το ποια είναι η σωστή στρατηγική, για το τι πήγε στραβά και το πώς την επόμενη φορά θα καταφέρουμε κάτι καλύτερο. Τι λένε όμως οι ειδικοί στις διαπραγματεύσεις;

Αρκεί κανείς να είναι «ψυχωμένος» και μαχητικός; Γιατί η καθυστέρηση στις αξιολογήσεις για το μνημόνιο οδηγεί κάθε φορά σε χειρότερα αποτελέσματα; Και τελικά μας βοήθησε ή μας έβλαψε το δημοψήφισμα;

«Το δημοψήφισμα ανέδειξε μόνο το λαϊκό αίσθημα απέναντι στην πρόταση της Ευρώπης. Ούτε ενίσχυσε τους διαπραγματευτές να κάνουν παραχωρήσεις που θα απέφεραν ευνοϊκότερους όρους, ούτε αποτέλεσε αξιόπιστη απειλή», λέει στο «business stories» η Λίντα Καμπούλιαν, η οποία εδώ και 30 χρόνια διδάσκει στο Χάρβαρντ τεχνική και φιλοσοφία των διαπραγματεύσεων.

«Το να προβλέπεις τις αλλαγές των περιστάσεων και να ξέρεις πότε να οικοδομείς συμφωνίες τη στιγμή που είναι κατάλληλη για τα συμφέροντά σου είναι αυτό που καθιστά κάποιους ηγέτες διαπραγματευτές παγκόσμιας κλάσης», σχολιάζει για το ευρύτερο πλαίσιο που διαμορφώθηκε το 2015. Ανήκει στους κορυφαίους ειδικούς παγκοσμίως που μελετούν τα εργαλεία που χρειάζεται κανείς για να σταθεί σε περιστάσεις όπως η απειλή ενός πολέμου ή μιας χρεοκοπίας, όπως συνέβη στην Ελλάδα. Μάλιστα η κυρία Καμπούλιαν στις 9-11 Ιουνίου θα βρεθεί στη χώρα μας και θα παραδώσει τριήμερο σεμινάριο, στο Athens Tech College.*

Το Χάρβαρντ άσκησε κριτική στην κυβέρνηση το 2015 για τους υψηλούς τόνους και τη σπατάλη χρόνου, ενώ οι τίτλοι των άρθρων στα διεθνή μέσα μιλούσαν για τη χειρότερη διαπραγμάτευση της χρονιάς. Η κυρία Καμπούλιαν αποφεύγει τους ισοπεδωτικούς χαρακτηρισμούς, αλλά όχι και το ερώτημα του τι πήγε στραβά. «Ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσει κανείς τις διαπραγματεύσεις του 2015 είναι να αναλύσει τις διαθέσιμες πηγές ισχύος αλλά και τους περιορισμούς για τους διάφορους παίκτες. Η Ελλάδα είχε αποδυναμωθεί οικονομικά από το καθεστώς λιτότητας που είχε επιβληθεί. Η αρχική προθυμία των Ελλήνων πολιτών να κάνουν τις προσαρμογές που απαιτούσαν οι μεταρρυθμίσεις είχε εξαντληθεί από το εύρος και το κόστος των αλλαγών και μια νέα κυβέρνηση με εντολή να διαπραγματευτεί μια καλύτερη συμφωνία είχε μόλις βρεθεί στην εξουσία», σημειώνει αρχικά.

Δεν γκρέμισαν τα στερεότυπα

Στη συνέχεια αναφέρεται στις ευθύνες της Γερμανίας. Σύμφωνα με την κυρία Καμπούλιαν, Μέρκελ και Σόιμπλε παρότι το 2015 είχαν ισχυροποιηθεί έναντι των εταίρων και δέχονταν πίεση στο εσωτερικό της χώρας να συμπιέσουν κι άλλο την Ελλάδα. Η ειδικός του Harvard σημειώνει ότι «επέλεξαν να μην αξιοποιήσουν το πολιτικό τους κεφάλαιο για να αντιδράσουν απέναντι στα στερεότυπα που διατηρούσαν οι Γερμανοί για τους “τεμπέληδες Νότιους και τον διογκωμένο δημόσιο τομέα”, ούτε θέλησαν να υπενθυμίσουν στους ενδιαφερόμενους στη Γερμανία πόσο πολύτιμη ήταν η Ελλάδα ως αγορά γερμανικών μεταποιημένων προϊόντων».
Και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι; Κοντολογίς, «η Ευρώπη ήθελε να στείλει ένα μήνυμα» στις οικονομίες που αντιμετώπισαν προβλήματα (όπως η Ισπανία και η Ιρλανδία) ότι «η αντίσταση στους όρους της λιτότητας δεν θα γινόταν ανεκτή».

Την εντολή κάτι πρέπει να την κάνεις

Μέσα σε αυτό περιβάλλον τι κατάφερε η ελληνική πλευρά; Eπιχείρησε να ενισχύσει τη δύναμή της έναντι των Ευρωπαίων με το δημοψήφισμα. Hταν σωστό ή λάθος; «Αντιμέτωπη με μια πρόταση που περιελάμβανε ακόμη περισσότερη λιτότητα για το τρίτο πακέτο διάσωσης, η Ελλάδα στοιχημάτισε ότι η στήριξη των πολιτών στο δημοψήφισμα θα ενίσχυε το διαπραγματευτικό της χαρτί. Σε πολλές περιστάσεις η ύπαρξη ή η δημιουργία μιας εντολής (σ.σ.: όπως το “όχι” του δημοψηφίσματος) μπορεί να αυξήσει σημαντικά τη δύναμη ενός διαπραγματευτή. Ωστόσο αυτό το στοίχημα δουλεύει όταν έχει σχεδιαστεί για να λειτουργήσει είτε ως ανταμοιβή είτε ως απειλή.

Επομένως, η εντολή είτε εξουσιοδοτεί τους εκπροσώπους να κάνουν μια υποχώρηση ή να δώσουν κάποιο σημείο αν το άλλο μέρος συμφωνήσει σε πιο ευνοϊκούς όρους, είτε λειτουργεί ως μια απειλή μη συμμόρφωσης που θα έχει κόστος για τους άλλους παίκτες (π.χ. μια απεργία που θα έχει κόστος σε όρους απώλειας παραγωγής)».

Στην περίπτωση του ελληνικού δημοψηφίσματος τίποτε από τα δύο δεν συνέβη. Ο λαός εκφράστηκε, αλλά ούτε βελτιώθηκαν οι όροι για τους Eλληνες διαπραγματευτές, ούτε η άλλη πλευρά ένιωσε να απειλείται. Η κυρία Καμπούλιαν παρουσιάζει την ωμή πραγματικότητα: «Οι τραπεζίτες της Ευρώπης δεν είχαν ανάγκη τη συγκατάθεση του ελληνικού λαού και η ευρύτερη Eνωση είχε ήδη συνηθίσει την ιδέα μιας Ευρωπαϊκής Eνωσης χωρίς την Ελλάδα».

«Οι Ελληνες διαπραγματευτές δεν προέβλεψαν»

Αραγε η καθυστέρηση οδηγεί πάντα σε χειρότερα αποτελέσματα ή μόνο στην περίπτωση της Ελλάδας και της τρόικας; «Η πραγματικότητα των διαπραγματεύσεων είναι ότι υπάρχουν περιστάσεις κατά τις οποίες η ευρύτερη γεωπολιτική συγκυρία είναι ευνοϊκή για σένα και στιγμές που δεν είναι», απαντά. Εκεί εντοπίζεται το λάθος timing καθώς, σύμφωνα με την ειδικό, στην αρχή της κρίσης η Ελλάδα ίσως ήταν σε καλύτερη θέση για να διαπραγματευτεί μια πιο ευνοϊκή συμφωνία. Τα επόμενα χρόνια το πλαίσιο μετατοπίστηκε εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων. «Δυστυχώς, οι Ελληνες διαπραγματευτές δεν προέβλεψαν το μεταβαλλόμενο πλαίσιο, ούτε την αποδυνάμωση της Ελλάδας από τις αρχικές συμφωνίες», διαπιστώνει η ίδια.

* Το Athens Tech College προσφέρει ακαδημαϊκά προγράμματα σε προνομιακές τιμές: http://athtech.gr/