Επτά χρόνια μετά την καταστροφική χρηματοπιστωτική κατάρρευση του Λιβάνου, μια αντιπαράθεση για την τιμή ενός σάντουιτς κοτόπουλου ανέδειξε το ολοένα βαθύτερο χάσμα ανάμεσα σε εκείνους που εξακολουθούν να μπορούν να ξοδεύουν χωρίς περιορισμούς και σε όσους αγωνίζονται καθημερινά να τα βγάλουν πέρα.

Ένα δημοφιλές εστιατόριο υγιεινής διατροφής θέλησε να προσφέρει στους πελάτες του, που προσέχουν την πρόσληψη θερμίδων, μια πιο υγιεινή εκδοχή του αγαπημένου ανατολικομεσογειακού τυλιχτού σάντουιτς, γνωστού ως shish taouk.

Έτσι, το The Glow Paradise δημιούργησε το «Chic Taouk», ορίζοντας την τιμή του περίπου στα 13 δολάρια — σχεδόν διπλάσια από εκείνη ενός συνηθισμένου σάντουιτς κοτόπουλου στη Βηρυτό.

Το ακριβό αυτό λογοπαίγνιο αποδείχθηκε δύσκολο να το «χωνέψουν» πολλοί καταναλωτές, με εξοργισμένους επικριτές να κατηγορούν το εστιατόριο για υπερβολικές χρεώσεις σε μια χώρα όπου πολλά νοικοκυριά δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν ακόμη και τα απολύτως απαραίτητα.

Ωστόσο, ενώ η αντιπαράθεση φούντωνε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι πελάτες συνέχιζαν να αγοράζουν, όπως μεταδίδει το Reuters.

Το The Glow Paradise πούλησε περισσότερα από 20.000 σάντουιτς Chic Taouk μέσα σε μόλις 11 ημέρες, σύμφωνα με τον διευθύνοντα εταίρο της επιχείρησης, Χραγκ Τζεγκαλιάν, ο οποίος χαρακτήρισε τις διαδικτυακές αντιπαραθέσεις «φυσικό μάρκετινγκ».

Οι αντικρουόμενες αντιδράσεις άγγιξαν ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα στον Λίβανο, όπου τα χρόνια χρηματοπιστωτικής αναταραχής, πολιτικής δυσλειτουργίας και συγκρούσεων έχουν μεταμορφώσει την κοινωνική πραγματικότητα.

Μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης έχει αποδυναμωθεί δραματικά, ενώ μια μικρότερη ομάδα καταναλωτών εξακολουθεί να διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να διατηρεί έναν εύπορο τρόπο ζωής.

Μια αντιπαράθεση που αποσπά την προσοχή από τις πραγματικές κρίσεις

Ο Σάμι Νάντερ, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο Saint Joseph της Βηρυτού, επισήμανε ότι η κοσμοσυρροή στο The Glow Paradise αποκρύπτει μια άλλη πραγματικότητα.

«Βλέπετε, λοιπόν, κόσμο μέσα στο εστιατόριο, αλλά αυτό που δεν βλέπετε είναι ότι 22 εστιατόρια έκλεισαν τον περασμένο μήνα», δήλωσε ο Νάντερ.

Η ιδιαίτερα δραστήρια κοινότητα του Λιβάνου στο Instagram διχάστηκε ανάμεσα σε όσους κατηγορούσαν το εστιατόριο για ληστρικές χρεώσεις και σε εκείνους που υποστήριζαν ότι το σάντουιτς απευθύνεται απλώς σε όσους έχουν τη δυνατότητα να το αγοράσουν.

Ορισμένοι αναρωτήθηκαν εάν η ίδια η αντιπαράθεση αντανακλούσε λανθασμένες προτεραιότητες σε μια χώρα που αντιμετωπίζει επείγουσες κρίσεις.

Σε αυτές περιλαμβάνονται η ισραηλινή κατοχή μεγάλων εκτάσεων στον νότιο Λίβανο, καθώς και τα χρόνια προβλήματα στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και νερού.

Η χρηματοπιστωτική κατάρρευση του Λιβάνου το 2019 προκλήθηκε από δεκαετίες διαφθοράς και αλόγιστων δαπανών της πολιτικής ελίτ, ενώ οι επανειλημμένες συγκρούσεις που ακολούθησαν επιδείνωσαν περαιτέρω τις οικονομικές προοπτικές της χώρας.

Το ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά σχεδόν 40% από το 2019, ενώ ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί στο 17,5%, καθώς οι υψηλότερες διεθνείς τιμές ενέργειας και μεταφορών διαβρώνουν την αγοραστική δύναμη των πολιτών, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα.

Το ποσοστό αυτό είναι υπερτετραπλάσιο του γενικού ρυθμού πληθωρισμού παγκοσμίως που είχε επισημάνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τον Ιούλιο.

Τον Σεπτέμβριο, η υπηρεσία του ΟΗΕ για τα παιδιά ανέφερε ότι τέσσερα στα πέντε νοικοκυριά στον Λίβανο δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες.

«Οι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να ανταποκριθούν»

Η μεσαία τάξη της χώρας έχει «εξαφανιστεί», σύμφωνα με τον Νάντερ, έχοντας διαλυθεί από μια σειρά διαδοχικών κρίσεων.

Σε αυτές περιλαμβάνονται η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος το 2019, η έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού το 2020 και δύο πόλεμοι σε διάστημα μικρότερο των δύο ετών.

Οι μηνιαίοι λογαριασμοί των ιδιωτικών παρόχων ηλεκτρογεννητριών, που εξασφαλίζουν ρεύμα σε πολλά σπίτια και επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια των διακοπών ηλεκτροδότησης από το προβληματικό εθνικό δίκτυο, αυξήθηκαν κατά σχεδόν 20% μόνο τον Αύγουστο του 2026.

Ως αποτέλεσμα, οι χρεώσεις διαμορφώθηκαν σε επίπεδα σχεδόν 60% υψηλότερα από εκείνα του Φεβρουαρίου, σύμφωνα με τις τιμές ανά κιλοβατώρα που καθορίζει το υπουργείο Ενέργειας του Λιβάνου.

Για πολλούς κατοίκους αυτό σημαίνει ότι η εξασφάλιση ηλεκτρικού ρεύματος σε 24ωρη βάση κοστίζει πλέον αρκετές εκατοντάδες δολάρια τον μήνα, σε μια χώρα όπου ο κατώτατος μισθός έχει οριστεί στα 400 δολάρια.

«Τα πάντα έχουν γίνει ακριβά και οι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να ανταποκριθούν», δήλωσε ο 53χρονος Φουάντ Φαχρεντίν (Fouad Fakhreddine), εργαζόμενος σε εστιατόριο στην κοντινή συνοικία Χάμρα.

«Πλέον πληρωνόμαστε και αμέσως μετά αναγκαζόμαστε να χρεωθούμε ξανά, μόνο και μόνο για να επιβιώσουμε».

Τα χρόνια οικονομικής αστάθειας, όπως είπε, έχουν δημιουργήσει «μια τάξη που ζει και μια άλλη που δεν έχει πεθάνει ακόμη, αλλά περιμένει να πεθάνει εξαιτίας της αφόρητης κατάστασης στην οποία βρίσκεται».