Ο Σέιμους ΜακΚαν αισθάνεται ότι έκανε τα πάντα «σωστά». Σπούδασε εμπορικές επιστήμες και εξασφάλισε δουλειά ως σύμβουλος σε μεγάλη εταιρεία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στο Δουβλίνο. Κι όμως, όπως σχεδόν τα δύο τρίτα των νεαρών ενηλίκων στην Ιρλανδία, ο 24χρονος ΜακΚαν εξακολουθεί να ζει στο παιδικό του δωμάτιο, καθώς δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να αποκτήσει δική του κατοικία.
Η απογοήτευσή του βρίσκει απήχηση σε ολόκληρη την Ιρλανδία. Η οικονομία της χώρας σπάνια βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση, με ταχύτατη ανάπτυξη και δισεκατομμύρια φορολογικών εσόδων στα κρατικά ταμεία. Ωστόσο, πολλοί Ιρλανδοί αισθάνονται ότι η οικονομική τους κατάσταση είναι χειρότερη από ποτέ.
Ακόμη πιο ουσιαστικό είναι το γεγονός ότι αρκετοί ανησυχούν πως οι πηγές του πλούτου της Ιρλανδίας είναι εύθραυστες και ότι η χώρα δεν αξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτή την απροσδόκητη εισροή εσόδων.
Η στεγαστική κρίση απέχει πολύ από το να αποτελεί το μοναδικό πρόβλημα. Μεγάλο μέρος των υποδομών και των δημόσιων υπηρεσιών της χώρας —μεταφορές, υγεία, ύδρευση και ενέργεια— είναι παρωχημένα κατά δεκαετίες ή απλώς ανεπαρκή για έναν πληθυσμό που έχει αυξηθεί κατά 10% από το 2020.
Παρά τα επίπεδα-ρεκόρ της απασχόλησης και το γεγονός ότι οι μέσοι μισθοί αυξάνονται ταχύτερα από τις τιμές, πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε ότι το 51% των Ιρλανδών δυσκολεύεται πολύ περισσότερο να τα βγάλει πέρα.
Σχεδόν 18.000 άνθρωποι είναι άστεγοι, αριθμός-ρεκόρ. Η Ιρλανδία έχει τους υψηλότερους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ αυξάνεται και η αξία των ληξιπρόθεσμων οφειλών των νοικοκυριών για ενέργεια.
«Όλα φαίνεται να πηγαίνουν εξαιρετικά από οικονομικής πλευράς. Η κυβέρνηση καυχιέται για τα εκατομμύρια και τα δισεκατομμύρια που εισρέουν στην οικονομία», λέει ο ΜακΚαν.
«Όμως το χάσμα μεγαλώνει… Δεν θα έπρεπε να αισθάνεται κανείς ότι αποτελεί προνόμιο το να έχει όσα θεωρούνται φυσιολογικά».

Πλεόνασμα 10 δισ. ευρώ την ώρα που η Ευρώπη αντιμετωπίζει ελλείμματα
Οι οικονομικοί πόροι που διαθέτει το ιρλανδικό κράτος έρχονται σε έντονη αντίθεση με την κατάσταση πολλών άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Το επόμενο έτος, η Ιρλανδία αναμένει δημοσιονομικό πλεόνασμα σχεδόν 10 δισ. ευρώ, τη στιγμή που η Γαλλία, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες χώρες προσπαθούν να αντιμετωπίσουν επώδυνα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Αυτή η αξιοσημείωτη δημοσιονομική ευημερία οφείλεται στον πενταπλασιασμό των εσόδων από τον φόρο εταιρειών την τελευταία δεκαετία, τα οποία καταβάλλονται κυρίως από μια μικρή ομάδα αμερικανικών πολυεθνικών εταιρειών τεχνολογίας και φαρμακευτικών προϊόντων.
Σχεδόν το ήμισυ των εσόδων της Ιρλανδίας από τη φορολογία επιχειρήσεων προέρχεται από μόλις τρεις εταιρείες: την Apple, την Eli Lilly και τη Microsoft.
Μια ιδιαιτερότητα των διεθνών λογιστικών κανόνων επιτρέπει στην ιρλανδική κυβέρνηση να εισπράττει φόρους από εταιρείες ακόμη κι όταν παράγουν τα προϊόντα τους σε άλλες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι διαχειρίζονται την πνευματική τους ιδιοκτησία στην Ιρλανδία και διαθέτουν πραγματική επιχειρηματική παρουσία εκεί.
Η Apple, για παράδειγμα, κατασκευάζει τα iPhone στην Κίνα, όμως κατέβαλε στην Ιρλανδία 17 δισ. δολάρια σε φόρο εταιρειών κατά το τελευταίο οικονομικό της έτος.
Το ποσό αυτό ενισχύθηκε μετά την απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 2024, που υποχρέωσε την εταιρεία να καταβάλει 13 δισ. ευρώ σε αναδρομικούς φόρους.
Συνολικά, τα έσοδα της χώρας από τη φορολογία επιχειρήσεων ξεπέρασαν φέτος τα 34 δισ. ευρώ και αναμένεται να αυξηθούν στα 39 δισ. ευρώ το επόμενο έτος — ποσό σχεδόν αρκετό για να χρηματοδοτήσει ολόκληρο τον κρατικό προϋπολογισμό για τη στέγαση και την υγεία.
Ωστόσο, ορισμένοι προειδοποιούν ότι η Ιρλανδία δεν αξιοποιεί υπεύθυνα αυτούς τους πόρους, δεδομένης της τεράστιας εξάρτησής της από την κερδοφορία μιας χούφτας μεγάλων παγκόσμιων εταιρειών τεχνολογίας και φαρμάκων.
Οι κρατικές δαπάνες έχουν διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία. Μεγάλο μέρος τους κατευθύνεται σε τρέχουσες ανάγκες, όπως η κοινωνική πρόνοια και η υγεία, που από κοινού αντιστοιχούν σχεδόν στο ήμισυ των προϋπολογισμένων δαπανών του επόμενου έτους.
Παράλληλα, η κυβέρνηση σχεδιάζει να επενδύσει ποσό-ρεκόρ 20,3 δισ. ευρώ σε έργα ηλεκτρικής ενέργειας, ύδρευσης, μεταφορών και στέγασης.
Όμως το ανεξάρτητο δημοσιονομικό εποπτικό όργανο της χώρας, το Irish Fiscal Advisory Council, προειδοποιεί ότι σήμερα έξι από κάθε επτά ευρώ που εισπράττονται από φόρους επιχειρήσεων δαπανώνται αντί να αποταμιεύονται.

Στεγαστική κρίση, λίστες αναμονής και υποδομές που δεν επαρκούν
Την ίδια ώρα, οι υποδομές εξακολουθούν να υστερούν.
Για πρώτη φορά, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι βρίσκονται σε λίστες αναμονής νοσοκομείων στο ιρλανδικό σύστημα υγείας.
Το Δουβλίνο, πρωτεύουσα μιας χώρας που φημίζεται για τις βροχές της, αντιμετωπίζει έλλειψη νερού, εξαιτίας καθυστερήσεων στην υλοποίηση ενός σημαντικού έργου υποδομής.
Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, η στέγαση παραμένει επείγον πρόβλημα.
Η Ιρλανδία βρίσκεται σε τροχιά κατασκευής 40.000 κατοικιών φέτος, αριθμός που εξακολουθεί να είναι σχεδόν κατά ένα τρίτο χαμηλότερος από τις ετήσιες ανάγκες που εκτιμά η Κεντρική Τράπεζα έως τα μέσα του αιώνα.
Και ενώ το δημοσιονομικό πλεόνασμα έχει επιτρέψει στην κυβέρνηση να διαθέσει σημαντικά ποσά για τη στήριξη του κόστους διαβίωσης και των καυσίμων, με στόχο τον μετριασμό των υψηλών ενεργειακών τιμών, η χώρα δεν προχωρά αρκετά γρήγορα στην ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών πάρκων που θα μπορούσαν να μειώσουν τη μεγάλη εξάρτησή της από τις εισαγωγές ενέργειας.
«Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι η χώρα είναι εξαιρετικά υπανάπτυκτη σε σχέση με τον πλούτο που υποτίθεται ότι διαθέτει», λέει η Άιφε (Aoife), μια 34χρονη βιβλιοθηκονόμος που ζει σε ενοικιαζόμενη κατοικία και δυσκολεύεται να αποταμιεύσει χρήματα για στεγαστικό δάνειο. Ζήτησε να μη δημοσιοποιηθεί το επώνυμό της.
Σύμφωνα με τον Όστιν Χιουζ, οικονομικό αναλυτή που παρακολουθεί το βιοτικό επίπεδο, η Ιρλανδία είναι πλέον χωρισμένη σε τρεις κατηγορίες πολιτών: εκείνους που ζουν άνετα, εκείνους που τα βγάζουν πέρα και εκείνους που, υπό το βάρος της ακρίβειας, παλεύουν ολοένα περισσότερο να κρατηθούν όρθιοι.

Η ιστορία τριών προϊόντων που στηρίζουν την οικονομία
Το Κίνσεϊλ, μια γραφική ψαράδικη πόλη στη νότια ακτή της Ιρλανδίας, φιλοξενεί ένα τεράστιο εργοστάσιο που παράγει μια ουσία την οποία οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ακούσει ποτέ.
Πρόκειται για την τιρζεπατίδη, τη δραστική ουσία που παράγει η αμερικανική φαρμακευτική εταιρεία Eli Lilly για τα εξαιρετικά δημοφιλή φάρμακα απώλειας βάρους Mounjaro και Zepbound.
Η τιρζεπατίδη, εκτός από το ότι βοηθά εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως να χάσουν βάρος, αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους η οικονομία της Ιρλανδίας αναπτύσσεται τόσο γρήγορα.
Οι ξένες επενδύσεις από εταιρείες όπως η Eli Lilly έχουν μεταμορφώσει τη χώρα, η οποία κάποτε αποτελούσε μια αγροτική οικονομία που αντιμετώπιζε περιόδους τόσο έντονων δυσκολιών, ώστε οι εργαζόμενοί της αναγκάζονταν συχνά να μεταναστεύουν.
Οι χαμηλοί συντελεστές φορολογίας επιχειρήσεων, που σχεδιάστηκαν για την προσέλκυση επενδύσεων, «αρχικά αποτελούσαν μια προσφορά με οικονομικό κόστος, μια θυσία που κάναμε για να διατηρήσουμε την απασχόληση», λέει υψηλόβαθμος κυβερνητικός αξιωματούχος.
Η Ιρλανδία εφαρμόζει σήμερα φορολογικό συντελεστή 12,5%, όμως οι μεγάλες εταιρείες υποχρεούνται να καταβάλλουν συμπληρωματικό φόρο ώστε η συνολική επιβάρυνσή τους να φτάνει το 15%, βάσει των κανόνων του ΟΟΣΑ που συμφωνήθηκαν το 2021.
Η κυβέρνηση εκτιμά ότι αυτό θα αποφέρει επιπλέον 3,5 δισ. ευρώ ετησίως.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν καταστήσει τη χώρα εξαρτημένη όχι μόνο από τα φορολογικά έσοδα λίγων εταιρειών, αλλά και από τα εμβληματικά τους προϊόντα: την τιρζεπατίδη της Eli Lilly, το iPhone και τους υπολογιστές της Apple, καθώς και τις εφαρμογές λογισμικού της Microsoft.
Αν αφαιρεθεί η συμβολή τους στα έσοδα από τον φόρο επιχειρήσεων, με το σκεπτικό ότι πρόκειται για ενδεχομένως προσωρινά έσοδα στα οποία δεν μπορεί να βασίζεται διαρκώς το κράτος, τότε η Ιρλανδία εμφανίζεται επικίνδυνα κοντά στο να ζει πέρα από τις οικονομικές της δυνατότητες.
Η κυβέρνηση εκτιμά ότι 23 δισ. ευρώ από τα φορολογικά έσοδα επιχειρήσεων του επόμενου έτους συνδέονται με δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό αλλά φορολογούνται στην Ιρλανδία.

Χωρίς αυτά τα έσοδα, η χώρα θα εμφάνιζε δημοσιονομικό έλλειμμα από το 2022 και θα αντιμετώπιζε το επόμενο έτος δημοσιονομικό κενό άνω των 13 δισ. ευρώ, αντί για πλεόνασμα σχεδόν 10 δισ. ευρώ.
Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, το έλλειμμα θα μπορούσε να φτάσει τα 20 δισ. ευρώ.
«Βρισκόμαστε σε κάπως δύσκολη θέση, επειδή επικρατεί η αντίληψη ότι η κυβέρνηση διαθέτει πολλά χρήματα για να ξοδέψει», λέει η Έμα Χάουαρντ, λέκτορας Οικονομικών στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Δουβλίνου.
«Όμως πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για έναν πύργο από τραπουλόχαρτα, επειδή βασιζόμαστε ολοένα περισσότερο σε μια πηγή εσόδων που δεν προέρχεται από οικονομική δραστηριότητα στην Ιρλανδία, προκειμένου να χρηματοδοτούμε δημόσιες υπηρεσίες, επενδυτικές δαπάνες και φορολογικές μειώσεις».
Ορισμένοι, πάντως, εμφανίζονται περισσότερο καθησυχαστικοί απέναντι στους κινδύνους που βρίσκονται στην καρδιά των δημόσιων οικονομικών της Ιρλανδίας.
Ο Τζέι Μπερκ, επιχειρηματίας που δημιούργησε αρκετές γνωστές παμπ και νυχτερινά κέντρα κατά τα χρόνια της οικονομικής άνθησης του «Κέλτικου Τίγρη», από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 έως τα μέσα της δεκαετίας του 2000, προτού χρεοκοπήσει, πιστεύει ότι οι καλές εποχές θα συνεχιστούν.
«Είναι σχεδόν αδύνατον να ξεμείνουν από χρήματα», λέει, αναφερόμενος στην κυβέρνηση.
Εταιρείες με μεγάλα ονόματα, όπως η Intel, η οποία ανακοίνωσε τον Ιούλιο επένδυση 5 δισ. ευρώ για την επέκταση των εγκαταστάσεών της στην Ιρλανδία, «δεν πρόκειται να φύγουν. Πρόκειται για μακροπρόθεσμη στρατηγική», υποστηρίζει.
Ο Μπερκ, ο οποίος επέστρεψε στην επιχειρηματική δραστηριότητα μετά τη χρεοκοπία του με μια νέα παμπ, δεν θεωρεί πρόβλημα το γεγονός ότι η κυβέρνηση δαπανά τα χρήματά της αντί να τα αποταμιεύει.
«Χρειαζόμαστε δρόμους, χρειαζόμαστε νερό… Βρισκόμαστε σε έναν ενάρετο οικονομικό κύκλο και δεν πιστεύω ότι πρέπει να τον φοβόμαστε».

Υποδομές δεκαετιών και ένα μετρό που σχεδιάζεται από το 1970
Η προσπάθεια να καλυφθούν χρόνια ανεπαρκών επενδύσεων σε υποδομές, την ίδια στιγμή που ο πληθυσμός αυξάνεται, μοιάζει με την προσπάθεια να αλλάξει κανείς έναν τροχό ενώ το αυτοκίνητο βρίσκεται σε κίνηση.
«Άλλες χώρες είχαν τους οικονομικούς πόρους για να επενδύσουν στις υποδομές τους τις δεκαετίες του 1970 και του 1980», λέει ο Νάιλ Κόνροϊ, προσωρινός επικεφαλής οικονομολόγος του Irish Fiscal Advisory Council.
Την ίδια περίοδο, ωστόσο, η Ιρλανδία αντιμετώπιζε ύφεση, υψηλή ανεργία και κρίσεις χρέους.
«Έτσι, προσπαθούμε να φτάσουμε στο επίπεδο υποδομών άλλων ευρωπαϊκών χωρών, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πληθυσμός αυξάνεται. Είναι δύσκολο να το πετύχουμε γρήγορα», προσθέτει.
Ή με χαμηλό κόστος.
Το μετρό του Δουβλίνου —ή μάλλον η απουσία του— αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η κατασκευή υπόγειου σιδηροδρομικού δικτύου σχεδιάζεται ήδη από τη δεκαετία του 1970, ενώ η έναρξη των εργασιών προβλέπεται τελικά για το επόμενο έτος.
Το εκτιμώμενο κόστος έχει εκτοξευθεί έως και τα 17,5 δισ. ευρώ.
Το δημοσιονομικό συμβούλιο δεν διαφωνεί με τα σχέδια της κυβέρνησης για επενδύσεις σε υποδομές. Έχει όμως ασκήσει έντονη κριτική στην «ιλιγγιώδη» υπέρβαση των κρατικών δαπανών.
Αντί να τηρήσει το όριο αύξησης των δαπανών κατά 5%, που είχε ανακοινώσει το 2021, η κυβέρνηση αύξησε τις δαπάνες κατά 10% κατά μέσο όρο ετησίως την τελευταία πενταετία, σύμφωνα με το συμβούλιο.
Με σημαντικά διαθέσιμα κεφάλαια, η κυβέρνηση καταφεύγει επίσης σε πρόσθετες δαπάνες μεταξύ των ετήσιων προϋπολογισμών.
Μεταξύ των στόχων αυτών είναι η αντιμετώπιση των αυξήσεων στις τιμές των καυσίμων, έπειτα από τις μαζικές διαδηλώσεις που σημειώθηκαν φέτος.
Ωστόσο, η διοχέτευση επιπλέον χρήματος σε μια ήδη αναπτυσσόμενη οικονομία μπορεί να τροφοδοτήσει τον πληθωρισμό.
«Αυτή τη στιγμή θεωρούμε ότι η οικονομία βρίσκεται σε πολύ ισχυρή θέση», λέει ο Κόνροϊ.
«Η απασχόληση βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Οι βασικές αρχές της οικονομικής επιστήμης θα υπαγόρευαν ότι δεν υπάρχει ανάγκη η κυβέρνηση να διοχετεύει τόσο πολλούς πρόσθετους πόρους».

Το μοντέλο της Νορβηγίας και τα δύο κρατικά επενδυτικά ταμεία
Η κυβέρνηση επιμένει ότι ακολουθεί συνετή δημοσιονομική πολιτική.
Θέλει να μοιάσει στη Νορβηγία, η οποία αποταμιεύει τα έσοδά της από το πετρέλαιο σε ένα κρατικό επενδυτικό ταμείο ύψους 2,4 τρισ. δολαρίων, και όχι στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η Βρετανία δαπανούσε επί χρόνια τα έσοδά της από το πετρέλαιο της Βόρειας Θάλασσας, αντί να συγκεντρώσει ένα αποθεματικό που, όπως αναγνωρίζει ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι, θα μπορούσε σήμερα να ανέρχεται σε «ένα τρισεκατομμύριο στερλίνες».
Η Ιρλανδία έχει δημιουργήσει δύο κρατικά επενδυτικά ταμεία και έχει προσλάβει τον πρώην επικεφαλής του νορβηγικού ταμείου, Κνουτ Κιάερ (Knut Kjaer), για να συμβάλει στην εποπτεία τους.
Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να αποταμιεύει κάθε χρόνο ποσό που αντιστοιχεί στο 0,8% του ΑΕΠ στο Future Ireland Fund, από το οποίο δεν θα μπορεί να αντλήσει χρήματα πριν από το 2041.
Παράλληλα, θα καταβάλλει 2 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2030 στο Infrastructure, Climate and Nature Fund, αν και θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τους πόρους αυτού του ταμείου νωρίτερα.
«Για τα δεδομένα της Ιρλανδίας, αυτά είναι μεγάλα ποσά. Το Future Ireland Fund και το ICNF θα μπορούσαν να φτάσουν συνολικά τα 50 δισ. ευρώ έως το 2030», λέει ο Φρανκ Ο’Κόνορ (Frank O’Connor), διευθύνων σύμβουλος της National Treasury Management Agency, η οποία επενδύει τα κεφάλαια σε διεθνείς μετοχές και άλλα περιουσιακά στοιχεία.
«Η κυβέρνηση θέλει αυτή η προσπάθεια να έχει διαγενεακό χαρακτήρα».
Μέχρι το τέλος του έτους, η Ιρλανδία θα έχει συγκεντρώσει 23 δισ. ευρώ στα δύο ταμεία.
«Οι άνθρωποι συχνά συζητούν αν το ποσό θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο», σημειώνει ο Ο’Κόνορ.
«Παρά τις πολλές απαιτήσεις που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση, συνεχίζει να βάζει χρήματα στην άκρη… Ήταν μια συνετή απόφαση».
Η κυβέρνηση αναμένει ότι θα χρηματοδοτεί τις εισφορές της στα ταμεία από τα δημοσιονομικά πλεονάσματα έως το 2028.
Ωστόσο, βαθιά μέσα στις δημοσιονομικές προβλέψεις της χώρας υπάρχει η παραδοχή ότι ενδέχεται να χρειαστεί να δανειστεί για να εκπληρώσει τις αποταμιευτικές της δεσμεύσεις μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Το 2029 προβλέπεται πλεόνασμα μόλις 935 εκατ. ευρώ, ενώ η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να καταβάλει 7,2 δισ. ευρώ στα ταμεία.
Το 2030, το προβλεπόμενο πλεόνασμα των 5,7 δισ. ευρώ επίσης δεν θα επαρκεί για την κάλυψη της υποχρέωσης αποταμίευσης 7,5 δισ. ευρώ εκείνου του έτους.
«Το βλέπουμε ως δανεισμό για επενδύσεις και όχι ως δανεισμό για αποταμίευση», λέει ο υψηλόβαθμος κυβερνητικός αξιωματούχος.
Παρ’ όλα αυτά, δεδομένης της τάσης της Ιρλανδίας για υψηλές δαπάνες, χαιρετίζει την απόφαση να δεσμεύονται χρήματα σε αποθεματικά.
«Έτσι μένουν μακριά από τα χέρια της κυβέρνησης», προσθέτει.

Το προηγούμενο της BlackBerry και ο φόβος μιας νέας φούσκας
Με βάση πολλούς οικονομικούς δείκτες, οι Ιρλανδοί βρίσκονται σε καλή κατάσταση.
Οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών φτάνουν τα 177 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9 δισ. ευρώ σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Τα περιουσιακά τους στοιχεία σε μετρητά και τραπεζικές καταθέσεις βρίσκονται επίσης πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, η καθαρή περιουσία των ιρλανδικών νοικοκυριών έφτασε τα 1,4 τρισ. ευρώ, κυρίως λόγω της αξίας των ακινήτων.
Μάλιστα, ο μέσος Ιρλανδός ιδιοκτήτης κατοικίας είναι πλέον —τουλάχιστον στα χαρτιά— εκατομμυριούχος.
Οι εργαζόμενοι στις πολυεθνικές εταιρείες που καταβάλλουν τόσο μεγάλο μέρος του εταιρικού φόρου της χώρας συνεισφέρουν επίσης το ένα πέμπτο των εσόδων από τη φορολογία εισοδήματος, χάρη σε μισθούς που είναι τριπλάσιοι από τον εθνικό μέσο όρο.
Η Ιρλανδία έχει επίσης το υψηλότερο ποσοστό πτυχιούχων πανεπιστημίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
«Ο κόσμος διαβάζει ότι πλησιάζει η καταστροφή, αλλά το ακούει αυτό εδώ και χρόνια. Βλέπει ότι οι εταιρείες που πληρώνουν τους λογαριασμούς μας δεν είχαν ποτέ καλύτερες επιδόσεις», λέει η οικονομολόγος και συγγραφέας Σινέντ Ο’Σάλιβαν.
«Τα προβλήματά μας δεν συνδέονται πλέον με τα χρήματα που φέρνουν οι πολυεθνικές».
Άλλοι, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι το πραγματικό πρόβλημα της Ιρλανδίας είναι η φαινομενική αδυναμία της να υλοποιήσει τους φιλόδοξους στόχους της.
«Τα τελευταία 20 χρόνια στην Ιρλανδία, ο χρόνος που απαιτείται για την υλοποίηση ενός έργου υποδομής έχει διπλασιαστεί», λέει ο Σον Ο’Ντρίσκολ, μέλος ειδικής ομάδας εργασίας που δημιούργησε η κυβέρνηση για να επιταχύνει την κατασκευή υποδομών.
Η κεντρική τράπεζα προειδοποίησε πρόσφατα ότι πλέον απαιτούνται τέσσερα χρόνια για την κατασκευή μιας κατοικίας, από την υποβολή της αίτησης για πολεοδομική άδεια μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών.
Πρόκειται για διάστημα διπλάσιο σε σχέση με πριν από μία δεκαετία.
Ένα από τα εμβληματικά έργα της χώρας, το νέο παιδιατρικό νοσοκομείο, παρουσιάζει καθυστέρηση τεσσάρων ετών, έχει ξεπεράσει τον αρχικό προϋπολογισμό του κατά περισσότερο από τρεις φορές και εξακολουθεί να μην έχει ανοίξει.
Σύμφωνα με τον Ο’Ντρίσκολ, ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η Ιρλανδία έχει βρεθεί σε αδιέξοδο στην υλοποίηση υποδομών είναι το σύστημα αδειοδοτήσεων, στο οποίο τα έργα καθυστερούν συστηματικά για χρόνια εξαιτίας δικαστικών προσφυγών.
Ωστόσο, ο περιορισμός των δικαστικών εξόδων που μπορούν να ανακτήσουν όσοι προσφεύγουν κατά των έργων έχει ήδη οδηγήσει σε αισθητή μείωση των σχετικών υποθέσεων, προσθέτει.
Η οικονομία της Ιρλανδίας κατέρρευσε τόσο έντονα μετά την άνθηση του λεγόμενου «Κέλτικου Τίγρη», ώστε η χώρα χρειάστηκε πρόγραμμα διάσωσης 67,5 δισ. ευρώ από το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ποσό που αντιστοιχούσε στο 40% της οικονομίας της.
Από τότε, σύμφωνα με τον Ο’Ντρίσκολ, η χώρα έχει αντιμετωπίσει εμπόδια λόγω της υπερβολικής ρύθμισης, μεταξύ άλλων και στον τρόπο εφαρμογής ευρωπαϊκών οδηγιών, γεγονός που κατέστησε τον δημόσιο τομέα «εντελώς απρόθυμο να αναλάβει οποιονδήποτε κίνδυνο».
Παρότι ανησυχεί ότι «σχεδόν διαλύσαμε τη χώρα προσπαθώντας να διασφαλίσουμε ότι δεν θα χρεοκοπήσει ποτέ ξανά», επιμένει ότι «βρισκόμαστε οριστικά στον δρόμο για να διορθώσουμε την κατάσταση».
Η Ιρλανδία μπορεί επίσης να εμφανίζεται ελκυστική στους διεθνείς επενδυτές σε σύγκριση με άλλες αγορές.
Ορισμένες περιόδους φέτος, το βραχυπρόθεσμο κόστος δανεισμού της υποχώρησε κάτω από εκείνο της Γερμανίας, της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, άλλες χώρες της ΕΕ έχουν εκφράσει δυσαρέσκεια για τον βαθμό στον οποίο η Ιρλανδία επωφελείται από τον διεθνή φορολογικό ανταγωνισμό, κάτι που την καθιστά ευάλωτη σε ενδεχόμενη αλλαγή των σχετικών κανόνων.
Η πρόσφατη ιστορία έντονης ανάπτυξης και οικονομικής κατάρρευσης έχει επίσης ενισχύσει τους φόβους ότι η φούσκα της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να ξεφουσκώσει γρήγορα.
Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε συνέπειες για μια χώρα στην οποία ορισμένοι από τους μεγαλύτερους ομίλους του κλάδου —OpenAI, Anthropic, Google και Meta— έχουν εγκαταστήσει τα ευρωπαϊκά τους κεντρικά γραφεία.
Για τη Χάουαρντ, τη λέκτορα του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου του Δουβλίνου, «το ερώτημα είναι πότε θα συμβεί, όχι αν θα συμβεί».
Πάντως, αντλεί κάποια αισιοδοξία από το γεγονός ότι η Apple και η Eli Lilly —δύο από τους τρεις μεγαλύτερους εταιρικούς φορολογουμένους— δεν είναι εκτεθειμένες στην επέκταση των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης.
«Βραχυπρόθεσμα, δεν βλέπω κάποια ξαφνική, μεγάλη πτώση των εσόδων. Περισσότερο μια σταδιακή μείωση, για την οποία πρέπει να προετοιμαστούμε», προσθέτει.
Ο Κόνροϊ, από το δημοσιονομικό συμβούλιο, θεωρεί επίσης ότι η εξάρτηση της Ιρλανδίας από μια μικρή ομάδα εταιρειών αποτελεί περισσότερο έναν κίνδυνο που εξελίσσεται αργά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι λιγότερο σοβαρός.
Εκτιμά ότι η Ιρλανδία θα μπορούσε πιθανότατα να χάσει έναν από τους τρεις μεγαλύτερους εταιρικούς φορολογουμένους της και να συνεχίσει να εμφανίζει δημοσιονομικό πλεόνασμα.
«Βραχυπρόθεσμα, δεν αναμένουμε δραματική πτώση των εσόδων της Ιρλανδίας από τον φόρο επιχειρήσεων», λέει.
«Όμως η φύση αυτών των εταιρειών είναι τέτοια ώστε να φαίνονται ανίκητες — μέχρι τη στιγμή που παύουν να είναι».
Και θυμίζει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από το πρόσφατο παρελθόν της τεχνολογίας:
«Υπήρξε μια εποχή που τα κινητά BlackBerry ήταν η απόλυτη μόδα».