Στο κατάστρωμα του αμερικανικού αεροπλανοφόρου USS George Washington, στην Αραβική Θάλασσα, η νύχτα δεν σημαίνει και… ανάπαυση. Μέσα στο σκοτάδι, μαχητικά αεροσκάφη φορτωμένα με πυραύλους αέρος-αέρος εκτοξεύονται από το κατάστρωμα και κατευθύνονται προς τα Στενά του Ορμούζ. Αποστολή τους είναι να αναχαιτίσουν ιρανικούς πυραύλους cruise και μη επανδρωμένα αεροσκάφη που απειλούν τα εμπορικά πλοία.
Οι πιλότοι των F-35C και F/A-18 ετοιμάζονται για πολύωρες αποστολές έχοντας μαζί τους Smucker’s Uncrustables, τσίχλες και σακούλες προσωπικής υγιεινής για τις ανάγκες της νύχτας. Στον αέρα συνεργάζονται με αεροσκάφη ηλεκτρονικού πολέμου, ιπτάμενα συστήματα ραντάρ και ελικόπτερα ανθυποβρυχιακού πολέμου, δημιουργώντας μια προστατευτική ασπίδα πάνω από τα δεξαμενόπλοια που διασχίζουν τη θαλάσσια δίοδο.
Ώρες αργότερα, επιστρέφουν στο αεροπλανοφόρο. Τα μαχητικά προσγειώνονται με ταχύτητα μεγαλύτερη των 160 χιλιομέτρων την ώρα, προτού ο γάντζος στην ουρά τους πιαστεί από το ειδικό συρματόσχοινο του καταστρώματος. Μέσα σε λιγότερο από δύο δευτερόλεπτα, η επιχείρηση προσνήωσης έχει ολοκληρωθεί.
Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται σχεδόν καθημερινά, αποτελώντας μέρος μιας τεράστιας αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης που έχει επιτρέψει στις ΗΠΑ και στους συμμάχους τους στον Περσικό Κόλπο να αποκαταστήσουν τη ροή πετρελαίου, παρά τις συνεχείς ιρανικές επιθέσεις.
Πρόκειται για μια αποστολή χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης, σε έναν πόλεμο που συνεχίζεται από τον Φεβρουάριο και έχει απειλήσει την πρόσβαση της παγκόσμιας οικονομίας σε ζωτικής σημασίας ενεργειακές προμήθειες.
Πάνω από 3.000 πλοία και 1,5 δισ. βαρέλια πετρελαίου
Σύμφωνα με τον αμερικανικό στρατό, περισσότερα από 3.000 εμπορικά πλοία έχουν διασχίσει τα Στενά του Ορμούζ με τη βοήθεια των αμερικανικών δυνάμεων τους τελευταίους έξι μήνες.
Η επιχείρηση έχει συμβάλει ώστε οι εξαγωγές πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο να ξεπεράσουν τις τελευταίες εβδομάδες ακόμη και τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από την έναρξη του πολέμου.
Το περασμένο Σαββατοκύριακο, ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, πέταξε πάνω από τη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια δίοδο, την ώρα που η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ ανακοίνωνε ότι οι εξαγωγές πετρελαίου από το καλοκαίρι είχαν φτάσει τα 1,5 δισεκατομμύρια βαρέλια.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς, ωστόσο, βρίσκεται μια στρατιωτική επιχείρηση με ολοένα μεγαλύτερο ανθρώπινο και επιχειρησιακό κόστος.
Ο αδιάκοπος ρυθμός των πτήσεων, που πραγματοποιούνται από δύο αεροπλανοφόρα, ένα αποβατικό πλοίο εφόδου και αεροπορικές βάσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, επιβαρύνει σημαντικά τόσο τα αεροσκάφη όσο και τα πληρώματά τους.
Η πίεση επεκτείνεται σε ένα ολόκληρο δίκτυο τεχνικών, μηχανικών και προσωπικού συντήρησης, που καλείται να διασφαλίζει ότι τα μαχητικά θα είναι έτοιμα να απογειωθούν ξανά και ξανά.

Αεροπλανοφόρα στα όρια των αντοχών τους
Τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα που συμμετέχουν στον πόλεμο επιχειρούν επί μήνες, σε εικοσιτετράωρη βάση, με ελάχιστα διαλείμματα.
Οι παρατεταμένες αποστολές έχουν οδηγήσει σε σύγχρονα ρεκόρ τόσο ως προς τη συνολική διάρκεια ανάπτυξης των πλοίων όσο και ως προς τις συνεχόμενες ημέρες παραμονής τους στη θάλασσα χωρίς προσέγγιση σε λιμάνι.
Ανάλογη είναι η κατάσταση στα αντιτορπιλικά κατευθυνόμενων πυραύλων που συνοδεύουν τα αεροπλανοφόρα και επιβάλλουν τον ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν. Οι αποστολές τους έχουν επίσης παραταθεί, δοκιμάζοντας τις αντοχές των πολεμικών πλοίων και των ναυτών τους.
Ο αρχηγός Ναυτικών Επιχειρήσεων των ΗΠΑ, ναύαρχος Ντάριλ Κοντλ, αναγνώρισε αυτή την εβδομάδα ότι το Πολεμικό Ναυτικό αντλεί διδάγματα από τη σύγκρουση και προσπαθεί να περιορίσει τη φθορά.
Στο πλαίσιο αυτό, δημιουργείται κόμβος συντήρησης πλοίων στη βάση του Ντιέγκο Γκαρσία, στον Ινδικό Ωκεανό, ενώ σχεδιάζονται περισσότερες προσεγγίσεις σε λιμάνια, ώστε τα πληρώματα να έχουν τη δυνατότητα ξεκούρασης.
Παράλληλα, ο Κοντλ συνεργάζεται με την ηγεσία του Πενταγώνου για να υπάρξει καλύτερος προγραμματισμός των παρατάσεων των αποστολών και μεγαλύτερη βεβαιότητα για τους ναύτες και τις οικογένειές τους.
«Οι ναύτες μπορούν να ανταποκριθούν σε μακροχρόνιες αποστολές, αλλά χρειάζονται μια στάση σε λιμάνι», δήλωσε, προσθέτοντας ότι πρέπει να γνωρίζουν πόσο θα διαρκέσει η παραμονή τους μακριά από το σπίτι.
Ο λογαριασμός του πολέμου: Έως 3 δισ. δολάρια τον μήνα
Η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή παραμένει τεράστια. Στην περιοχή επιχειρούν σήμερα περίπου 50.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί και 20 πλοία του Πολεμικού Ναυτικού.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, το κόστος της σύγκρουσης ανέρχεται σε 2 έως 3 δισεκατομμύρια δολάρια τον μήνα.
Το Πεντάγωνο καταναλώνει μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών, αεροπορικών καυσίμων και εφοδίων, προκειμένου να διατηρεί την πολεμική μηχανή σε συνεχή λειτουργία.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον στέλνει επιπλέον στρατεύματα και πολεμικά πλοία στην περιοχή. Όπως έχει μεταδώσει η Wall Street Journal, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο νέου κύματος επιθέσεων εναντίον του Ιράν, με στόχο να σπάσει το αδιέξοδο και να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε υποχώρηση.

Το στρατηγικό δίλημμα του Τραμπ
Η αμερικανική στρατιωτική ηγεσία διαβεβαιώνει ότι οι ένοπλες δυνάμεις μπορούν να συνεχίσουν τον ναυτικό αποκλεισμό και την προστασία της εμπορικής ναυσιπλοΐας για όσο διάστημα κριθεί απαραίτητο.
Ωστόσο, πίσω από αυτές τις διαβεβαιώσεις αναγνωρίζεται ένα ευρύτερο στρατηγικό πρόβλημα.
Η επιχείρηση στον Περσικό Κόλπο απορροφά τόσο μεγάλους στρατιωτικούς πόρους, ώστε περιορίζει την ικανότητα των ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη κινεζική επιρροή ή να ανταποκριθούν σε άλλες κρίσεις που ενδέχεται να ξεσπάσουν στον κόσμο.
Ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούν πλέον ότι η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ δεν μπορεί να παραμείνει διαχειρίσιμη επ’ αόριστον χωρίς μεγαλύτερη διεθνή συμμετοχή.
Οι προηγούμενες προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ να συγκροτήσει μια πολυεθνική συμμαχία για την ασφάλεια της θαλάσσιας διόδου δεν απέδωσαν, αφήνοντας το μεγαλύτερο βάρος στις αμερικανικές δυνάμεις.
Την ίδια ώρα, η Τεχεράνη συνεχίζει να αμφισβητεί εμπράκτως την αμερικανική κυριαρχία στα Στενά, εξαπολύοντας επιθέσεις που έχουν προκαλέσει πυρκαγιές σε πλοία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη βύθισή τους.
Ο Οκτώβριος αποδείχθηκε ιδιαίτερα βίαιος μήνας για την εμπορική ναυτιλία, με το βρετανικό Κέντρο Επιχειρήσεων Θαλάσσιου Εμπορίου (UKMTO), που συνδέεται με το Βασιλικό Ναυτικό, να καταγράφει περισσότερα από 35 περιστατικά, σε έναν από τους δυσκολότερους μήνες από την έναρξη του πολέμου.
Ένας πόλεμος αντοχής χωρίς ξεκάθαρο νικητή
Για την Ντέινα Στρουλ, πρώην αναπληρώτρια βοηθό υπουργού Άμυνας αρμόδια για τη Μέση Ανατολή επί κυβέρνησης Μπάιντεν, η σύγκρουση εξελίσσεται σε μια δοκιμασία αντοχής.
Το βασικό ερώτημα είναι ποια πλευρά θα καταφέρει να διατηρήσει για περισσότερο χρόνο τον έλεγχο της στρατηγικής θαλάσσιας διόδου.
Όπως επισημαίνει, η αμερικανική εκστρατεία πίεσης, που περιλαμβάνει οικονομικές κυρώσεις και ναυτικό αποκλεισμό, δεν έχει μέχρι στιγμής αποδειχθεί αρκετή ώστε να αναγκάσει την ιρανική ηγεσία να προχωρήσει στις παραχωρήσεις που επιδιώκει ο Τραμπ.
Το ερώτημα, σύμφωνα με την ίδια, είναι εάν αυτή η ισορροπία θα μπορούσε να αλλάξει με την πάροδο του χρόνου.
Η ιρανική στρατηγική βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη και μεγάλους υποηχητικούς πυραύλους cruise, τους οποίους ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι αποκαλούν χαρακτηριστικά «ιπτάμενα σχολικά λεωφορεία», εξαιτίας του μεγέθους τους.
Από την πλευρά της, η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι έχει περιορίσει σημαντικά την ικανότητα του Ιράν να εντοπίζει και να παρακολουθεί τα πλοία.
Σύμφωνα με τις αμερικανικές εκτιμήσεις, το 95% της ναυτιλιακής κίνησης διέρχεται πλέον με ασφάλεια από τα Στενά.

Η αθέατη στρατιά πίσω από τα μαχητικά
Η εικόνα στο USS George Washington, την οποία κατέγραψαν δημοσιογράφοι της Wall Street Journal κατά την επίσκεψή τους αυτόν τον μήνα, αποτυπώνει το μέγεθος της αμερικανικής επιχείρησης.
Εκτός από το συγκεκριμένο αεροπλανοφόρο, στην προστασία των εμπορικών πλοίων συμμετέχουν ένα δεύτερο αεροπλανοφόρο, ένα αποβατικό πλοίο εφόδου, περισσότερα από δώδεκα αντιτορπιλικά κατευθυνόμενων πυραύλων, καθώς και αεροσκάφη και drones που επιχειρούν από βάσεις στη Μέση Ανατολή.
Στο USS George Washington, οι εργασίες δεν σταματούν ποτέ.
Ομάδες προσωπικού μετακινούν διαρκώς τα αεροσκάφη ανάμεσα στο κατάστρωμα πτήσεων και στο υπόστεγο, χρησιμοποιώντας τέσσερις τεράστιους ανελκυστήρες, ικανούς να μεταφέρουν πολλά αεροπλάνα ταυτόχρονα.
Οι τεχνικοί πραγματοποιούν συνεχείς επισκευές, οι υπεύθυνοι οπλισμού φορτώνουν και αφαιρούν πυρομαχικά, ενώ εξειδικευμένοι μηχανικοί επισκευάζουν κινητήρες στα εργαστήρια του πλοίου.
Η σημαιοφόρος Άντι Σέιφερ, αξιωματικός τμήματος της υπηρεσίας ενδιάμεσης συντήρησης αεροσκαφών, εξηγεί ότι όσο περισσότερο πετούν τα μαχητικά τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να εμφανίσουν βλάβες.
Αυτό σημαίνει ότι οι εργασίες συντήρησης πολλαπλασιάζονται στη διάρκεια των επιχειρήσεων.
Όπως παρατηρεί, όσοι παρακολουθούν την ταινία Top Gun συνήθως δεν σκέφτονται τους ανθρώπους που εργάζονται πίσω από τις κάμερες της πραγματικής πολεμικής αεροπορίας. Ωστόσο, ακριβώς αυτοί είναι που επιτρέπουν σε κάθε μαχητικό να σηκωθεί ξανά στον αέρα.
Μόλις λίγα δευτερόλεπτα για να αναχαιτίσουν έναν πύραυλο
Για τους πιλότους, οι νυχτερινές αποστολές πάνω από τα Στενά του Ορμούζ είναι ιδιαίτερα απαιτητικές.
Στο στενότερο σημείο τους, τα Στενά έχουν πλάτος μόλις 20 μίλια, περίπου 32 χιλιόμετρα.
Ο εναέριος χώρος πάνω από τη θαλάσσια δίοδο είναι γεμάτος από ιπτάμενα αντικείμενα και στρατιωτική δραστηριότητα.
Οι χειριστές των αμερικανικών μαχητικών έχουν πολλές φορές ελάχιστα δευτερόλεπτα στη διάθεσή τους για να αντιδράσουν σε πυραύλους ή drones που εκτοξεύονται από τις ιρανικές ακτές.
Ένας από τους πιλότους ανέφερε ότι η μοίρα του έχει επιτύχει ποσοστό επιτυχίας 100% στην προστασία των πλοίων, όταν τα μαχητικά βρίσκονται στη σωστή θέση και διαθέτουν τα απαιτούμενα πυρομαχικά για την αναχαίτιση των απειλών.
Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το Ιράν επιτίθεται ταυτόχρονα σε περισσότερα πλοία από όσα μπορούν να καλύψουν οι αμερικανικές δυνάμεις.
Ο υποναύαρχος Τζέφρι Χιμς, διοικητής της ομάδας κρούσης του αεροπλανοφόρου, εξηγεί ότι όταν εκτοξεύεται ένας αντιπλοϊκός πύραυλος cruise ή ένα drone εναντίον εμπορικού πλοίου, τα αμερικανικά μαχητικά επεμβαίνουν και επιχειρούν να εξουδετερώσουν την απειλή μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αναχαιτίσεις πραγματοποιούνται με συνέπεια και αξιοπιστία.
Ο Χιμς διαβεβαιώνει επίσης ότι ο ανεφοδιασμός του αεροπλανοφόρου γίνεται τακτικά και ότι το πλήρωμα παραμένει αποφασισμένο να συνεχίσει, παρά την αβεβαιότητα σχετικά με τη διάρκεια της αποστολής.
Η ομάδα κρούσης, η οποία έχει ως βάση την Ιαπωνία, μεταφέρθηκε στην περιοχή τον Αύγουστο για να αντικαταστήσει το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln.

Γιατί ο χρόνος μπορεί να είναι το μεγαλύτερο όπλο του Τραμπ
Η αποκατάσταση της ροής πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει δημιουργήσει ένα νέο στρατηγικό δίλημμα για τον Λευκό Οίκο.
Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι, εφόσον τα δεξαμενόπλοια συνεχίζουν να περνούν από τη θαλάσσια δίοδο, ο Τραμπ δεν έχει λόγο να επιδιώξει μια γρήγορη λήξη του πολέμου μέσω νέων στρατιωτικών πληγμάτων.
Αντίθετα, θα μπορούσε να αφήσει τον ναυτικό αποκλεισμό και τις οικονομικές κυρώσεις να φθείρουν σταδιακά το ιρανικό καθεστώς.
Νέες αεροπορικές επιθέσεις, υποστηρίζουν, ενδέχεται να μην αλλάξουν ουσιαστικά τους υπολογισμούς της Τεχεράνης, ακόμη κι αν προκαλέσουν πρόσθετες καταστροφές.
Ο Μάικλ Ο’Χάνλον, διευθυντής ερευνών του προγράμματος εξωτερικής πολιτικής του Ινστιτούτου Brookings, θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του Αμερικανού προέδρου.
Κατά την εκτίμησή του, η Ουάσιγκτον πρέπει να καταστήσει απολύτως σαφές ότι είναι έτοιμη να συνεχίσει την πίεση χωρίς προκαθορισμένο χρονικό όριο.
Έτσι, η αντιπαράθεση στα Στενά του Ορμούζ δεν κρίνεται μόνο από την ισχύ των αεροπλανοφόρων, την αποτελεσματικότητα των μαχητικών ή τον αριθμό των πυραύλων που αναχαιτίζονται.
Κρίνεται και από την αντοχή των δύο πλευρών σε έναν παρατεταμένο πόλεμο, στον οποίο η διατήρηση της ροής πετρελαίου αποτελεί ταυτόχρονα οικονομική αναγκαιότητα, στρατιωτικό επίτευγμα και μέσο πίεσης προς την Τεχεράνη.
Και όσο τα αμερικανικά μαχητικά συνεχίζουν να απογειώνονται μέσα στη νύχτα, το βασικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό.
Πόσο καιρό μπορούν οι ΗΠΑ να διατηρούν μια τόσο απαιτητική και δαπανηρή στρατιωτική επιχείρηση, χωρίς να υπονομεύουν άλλες στρατηγικές τους προτεραιότητες;