Στην οδό Επανάστασης, στο κέντρο της Τεχεράνης, οι δύο μεγάλες τζαμαρίες του Lafpheh Café έχουν γίνει σιωπηλοί μάρτυρες της σύγχρονης ιστορίας του Ιράν. Από εκεί έχουν περάσει διαδηλωτές, δυνάμεις καταστολής και η σκιά των αμερικανικών πυραυλικών επιθέσεων. Μέσα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική.
Μπροστά στην ανοιχτή επαγγελματική κουζίνα, με φόντο τους γυμνούς τοίχους από τούβλο, οι πελάτες πίνουν τον καφέ τους, συζητούν και προσπαθούν, έστω για λίγο, να αφήσουν έξω από την πόρτα τον πόλεμο.
Η Σάρα Καζεμί, συνιδρύτρια του καταστήματος, όπως μεταδίδουν σε εκτενές ρεπορτάζ τους οι Financial Times, θέλει το καφέ της να λειτουργεί ως καταφύγιο. «Κατά τη διάρκεια του πολέμου, έπειτα από κάθε σφοδρό βομβαρδισμό, το καφέ μας γέμιζε κόσμο», λέει, καθισμένη σε ένα τραπέζι έξω από το κατάστημα. Και συμπυκνώνει τη δική της καθημερινή αντίσταση σε μία φράση: «Η δική μας μάχη είναι να κρατάμε τις πόρτες του καφέ ανοιχτές».
Αυτή η εικόνα επαναλαμβάνεται σε ολόκληρη την Τεχεράνη. Καφέ γεμάτα κόσμο, θέατρα με θεατές, κινηματογράφοι και γκαλερί που εξακολουθούν να προσελκύουν επισκέπτες. Δεν πρόκειται για μια πόλη που έχει ξεχάσει τον πόλεμο. Το αντίθετο. Είναι μια πόλη που προσπαθεί να ζήσει γνωρίζοντας ότι η επόμενη κρίση μπορεί να βρίσκεται πολύ κοντά.
«Ο καφές είναι η τελευταία απόλαυση που μας έχει απομείνει»
Μετά την έναρξη του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου τον Φεβρουάριο, οι κάτοικοι της ιρανικής πρωτεύουσας βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια νέα πραγματικότητα: βομβαρδισμούς, οικονομική ανασφάλεια και διαρκή φόβο για το μέλλον. Η προσωρινή ανάπαυλα στις εχθροπραξίες δεν έχει εξαλείψει την αγωνία. Πολλοί θεωρούν ότι ένας νέος γύρος πολέμου είναι σχεδόν αναπόφευκτος.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι μικρές καθημερινές απολαύσεις αποκτούν διαφορετική σημασία. Η Μαριάμ, μια 35χρονη μηχανικός υπολογιστών, προσπαθεί να πηγαίνει σε καφέ τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. «Το να πηγαίνουμε για καφέ είναι η τελευταία απόλαυση που μας έχει απομείνει», λέει.

Δεν είναι μια απλή συνήθεια. Για την ίδια, είναι ένας τρόπος να αντέξει την οικονομική και ψυχολογική πίεση. Η Μαριάμ δεν είναι η μόνη.
Για πολλούς Ιρανούς της μεσαίας τάξης, η έξοδος για έναν καφέ έχει γίνει μια μικρή πράξη επιβίωσης. Ένας τρόπος να συναντήσουν φίλους, να μιλήσουν, να γελάσουν και να θυμηθούν πώς ήταν η ζωή πριν από την τελευταία κρίση.
Από τα παραδοσιακά καφενεία στα μοντέρνα στέκια της νέας γενιάς
Η κουλτούρα των καφέ δεν είναι ξένη προς την ιρανική κοινωνία. Για αιώνες, τα παραδοσιακά καφενεία, γνωστά ως qahveh-khaneh, αποτελούσαν χώρους αφήγησης ιστοριών, πολιτικών συζητήσεων και κοινωνικής συναναστροφής. Ήταν, ωστόσο, κατά κύριο λόγο ανδρικοί χώροι. Η σύγχρονη εκδοχή τους είναι πολύ διαφορετική.
Σήμερα, αρκετά καφέ της Τεχεράνης θα μπορούσαν να βρίσκονται στο Βερολίνο, στο Παρίσι ή στο Λονδίνο. Μοντέρνα διακόσμηση, προσεγμένος φωτισμός, ανοιχτές κουζίνες και νεαροί πελάτες που συζητούν για την τελευταία έκθεση ζωγραφικής ή μια θεατρική παράσταση.
Άνδρες και γυναίκες κάθονται μαζί, ανταλλάσσουν απόψεις και δημιουργούν μια κοινωνική καθημερινότητα που συχνά ξεπερνά τα όρια που επιχειρεί να επιβάλει το ισλαμικό καθεστώς. Μόνο που οι συζητήσεις δεν περιστρέφονται πλέον αποκλειστικά γύρω από την τέχνη, τις σχέσεις ή τη δουλειά.
Ο φόβος ενός νέου πολέμου και η οικονομική κατάρρευση βρίσκονται σχεδόν πάντα στο τραπέζι.
Πληθωρισμός πάνω από 80% και ένας καφές που γίνεται πολυτέλεια
Πίσω από τη ζωντανή εικόνα των καφέ κρύβεται μια οικονομία σε βαθιά κρίση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύουν οι Financial Times, ο ετήσιος πληθωρισμός έχει ξεπεράσει το 80%, ενώ στα τρόφιμα αγγίζει περίπου το 109%.
Από την αρχή της χρονιάς, εκατοντάδες χιλιάδες Ιρανοί έχουν χάσει τη δουλειά τους ή έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με τη φτώχεια, καθώς οι κυρώσεις και ο πόλεμος έχουν επιβαρύνει μια ήδη εύθραυστη οικονομία. Οι ιδιοκτήτες των καφέ βλέπουν τα τραπέζια τους να γεμίζουν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κερδίζουν περισσότερα.
Οι πελάτες εξακολουθούν να βγαίνουν, μόνο που προσπαθούν να ξοδέψουν όσο το δυνατόν λιγότερα.
Ένα γλυκό μοιράζεται σε δύο ή τρεις φίλους. Ο ακριβότερος καφές αντικαθίσταται από ένα φλιτζάνι μαύρο τσάι. Η έξοδος περιορίζεται στο απολύτως απαραίτητο ποσό που επιτρέπει σε κάποιον να συμμετέχει στην κοινωνική ζωή. Τα εστιατόρια, όπου το κόστος είναι μεγαλύτερο, δεν παρουσιάζουν αντίστοιχη αύξηση της κίνησης.
Ο Φαρχάντ Ντοουλαταμπαντί, ιδιοκτήτης του καφέ Nazdik-e Ketab —το όνομά του σημαίνει «Κοντά στο Βιβλίο»— θυμάται μια εντελώς διαφορετική εποχή. Το κατάστημά του βρίσκεται κοντά σε βιβλιοπωλεία και έχει εξελιχθεί σε σημείο συνάντησης ανθρώπων που αγαπούν τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό.
Η καλύτερη περίοδος για την επιχείρησή του ήταν μεταξύ 2014 και 2017, όταν ο πληθωρισμός ήταν αισθητά χαμηλότερος και η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν είχε δημιουργήσει ελπίδες οικονομικής ομαλοποίησης.
Από το 2018, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από τη συμφωνία κατά την πρώτη προεδρική του θητεία και επέβαλε νέες κυρώσεις, τα πράγματα έγιναν ολοένα δυσκολότερα. Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί.
Το 2014, ένας καφές κόστιζε 90.000 ριάλ, ποσό που τότε αντιστοιχούσε περίπου σε τρία δολάρια. Σήμερα κοστίζει 2,7 εκατομμύρια ριάλ. Κι όμως, λόγω της υποτίμησης του νομίσματος, η τιμή αυτή αντιστοιχεί μόλις σε περίπου ένα δολάριο.
Ο καφές έχει γίνει πολύ ακριβότερος για τον Ιρανό καταναλωτή, αλλά η πραγματική αξία των εσόδων για τον επιχειρηματία έχει συρρικνωθεί.
Ο πόλεμος απειλεί ακόμη και την προμήθεια του καφέ
Η λειτουργία ενός καφέ στην Τεχεράνη δεν εξαρτάται μόνο από το αν υπάρχουν πελάτες. Εξαρτάται και από το αν μπορεί να βρεθεί καφές. Οι κόκκοι εισάγονται από το εξωτερικό και οι πολεμικές συνθήκες, μαζί με τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό, έχουν διαταράξει τις συνήθεις αλυσίδες εφοδιασμού.
Ποσότητες εξακολουθούν να φτάνουν στη χώρα μέσω των χερσαίων συνόρων με την Τουρκία και από τη νότια πλευρά του Ιράν, αλλά οι αποστολές είναι μικρότερες και δυσκολότερες. Η Σάρα Καζεμί, που είναι επίσης συνιδρύτρια της εταιρείας καβουρδίσματος Cafpheh, ανησυχεί για ένα επιπλέον ενδεχόμενο: να χαρακτηριστεί ο καφές προϊόν πολυτελείας από τις Αρχές.
Μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να επιφέρει πρόσθετους δασμούς, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το κόστος για επιχειρήσεις και καταναλωτές. Κι όμως, παρά τα εμπόδια, τα καφέ εξακολουθούν να γεμίζουν. Γιατί στην Τεχεράνη, το ζήτημα δεν είναι μόνο τι υπάρχει μέσα στο φλιτζάνι. Είναι και η ελευθερία που συμβολίζει το τραπέζι γύρω του.
Τα καφέ ως χώροι μιας αθόρυβης κοινωνικής επανάστασης
Στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, η κοινωνική ζωή παραμένει υπό αυστηρούς περιορισμούς. Το αλκοόλ απαγορεύεται, τα νυχτερινά κέντρα χορού δεν επιτρέπονται και η ζωντανή μουσική στα καφέ αντιμετωπίζεται συχνά με καχυποψία από τις Αρχές.
Οι χώροι πολιτισμού και διασκέδασης θεωρούνται ενίοτε πιθανές εστίες πολιτικής αμφισβήτησης. Στο παρελθόν, αρκετά καφέ έχουν βρεθεί αντιμέτωπα με αιφνιδιαστικούς ελέγχους και προσωρινά λουκέτα. Μετά τις διαδηλώσεις του Ιανουαρίου, που συνοδεύτηκαν από αιματηρή καταστολή και χιλιάδες θανάτους σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ορισμένοι ιδιοκτήτες στοχοποιήθηκαν επειδή θεωρήθηκε ότι υποστήριξαν τους διαδηλωτές.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της δημοφιλούς αλυσίδας Saedian, η οποία έκλεισε οριστικά, ενώ ο ιδιοκτήτης της φυλακίστηκε με την κατηγορία ότι στήριξε τις κινητοποιήσεις.
Οι νέοι, και ιδιαίτερα οι γυναίκες, διεκδικούν διαρκώς περισσότερο χώρο στην καθημερινή ζωή. Και οι Αρχές, υπό την πίεση του πολέμου και της οικονομικής κρίσης, εμφανίζονται σε αρκετές περιπτώσεις πιο ανεκτικές, επιχειρώντας να αποφύγουν νέες εσωτερικές εντάσεις.
Γυναίκες χωρίς μαντίλα και μπαρ πίσω από κλειστές πόρτες
Οι αλλαγές είναι ιδιαίτερα εμφανείς στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά των νεότερων γυναικών. Σε αρκετά καφέ, γυναίκες κάθονται χωρίς μαντίλα, φορώντας ελαφριά καλοκαιρινά ρούχα, αψηφώντας περιορισμούς που μέχρι πρόσφατα εφαρμόζονταν πολύ αυστηρότερα.
Παράλληλα, μια νέα πρακτική προκαλεί συζητήσεις στην ιρανική πρωτεύουσα. Ορισμένα καφέ έχουν δημιουργήσει ειδικούς χώρους στους οποίους σερβίρεται αλκοόλ, παρά τη ρητή απαγόρευσή του. Για να αποκτήσουν πρόσβαση, οι πελάτες λαμβάνουν μια ειδική κάρτα ή ένα διακριτικό VIP.

Σε ένα πολυσύχναστο καφέ στο κέντρο της Τεχεράνης, οι επισκέπτες μπορούν, σύμφωνα με τους FT, να παραγγείλουν σπιτική μπίρα, κοκτέιλ με τζιν και espresso martini, καθισμένοι στην εσωτερική αυλή.
Πρόκειται για εικόνες που, μέχρι πριν από λίγο καιρό, πολλοί κάτοικοι δυσκολεύονταν ακόμη και να φανταστούν. Οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι του καθεστώτος αντιδρούν έντονα.
Ο επικεφαλής της ιρανικής Δικαιοσύνης, Γολαμχοσεΐν Μοχσενί-Ετζεΐ, κάλεσε πρόσφατα τους εισαγγελείς να αντιμετωπίσουν τη «γύμνια», χωρίς να διευκρινίσει τι ακριβώς εννοούσε. Ωστόσο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, δεν ακολούθησε κάποια εκτεταμένη επιχείρηση καταστολής, ενώ η αστυνομία συχνά επιλέγει να μην παρεμβαίνει.
Ένας ιδιοκτήτης καφέ, το κατάστημα του οποίου είχε κλείσει για λίγες ημέρες, θεωρεί ότι η κοινωνική αλλαγή έχει ήδη προχωρήσει πολύ για να ανακοπεί. «Οι νέοι δεν μπορούν να σταματήσουν. Ακόμη κι αν κλείσουν τα καφέ, θα συγκεντρώνονται στους δρόμους μπροστά από τα κλειστά καταστήματα», λέει. Ο Ντοουλαταμπαντί διαπιστώνει επίσης μια μεταβολή στη στάση των Αρχών.
Όπως εξηγεί, η παλαιότερη αντίληψη ότι τα καφέ αποτελούσαν χώρους εχθρικούς προς το Ισλάμ έχει σε μεγάλο βαθμό μετριαστεί. Κατά την εκτίμησή του, το καθεστώς έχει αντιληφθεί ότι οι χώροι αυτοί μπορούν να λειτουργήσουν ως βαλβίδες εκτόνωσης της κοινωνικής πίεσης.
«Θα προτιμούσα λιγότερη ελευθερία και καλύτερη οικονομία»
Η μεγαλύτερη κοινωνική ελευθερία, ωστόσο, δεν αρκεί για να αντισταθμίσει την οικονομική απόγνωση. Η 34χρονη Μαεντέχ εργαζόταν ως διευθύντρια branding, μέχρι που έχασε τη δουλειά της εξαιτίας της κρίσης. Σήμερα μπορεί να καθίσει σε ένα καφέ χωρίς μαντίλα, απολαμβάνοντας μια ελευθερία που παλαιότερα δεν ήταν δεδομένη.
Αλλά η δυνατότητα αυτή δεν λύνει το πρόβλημα της ανεργίας ούτε μειώνει το κόστος της καθημερινής ζωής. «Θα μπορούσα να έχω λιγότερη από αυτή την ελευθερία και καλύτερη οικονομική κατάσταση», λέει.

Η φράση της αποτυπώνει μια βαθιά αντίφαση της σημερινής ιρανικής πραγματικότητας. Μια κοινωνία μπορεί να κερδίζει περισσότερο χώρο για την προσωπική της έκφραση και ταυτόχρονα να χάνει την οικονομική δυνατότητα να απολαμβάνει αυτόν τον χώρο.
Γενέθλια, αρραβώνες και γάμοι πριν από τον επόμενο πόλεμο
Στα βόρεια, εύπορα προάστια της Τεχεράνης, η Σαχρζάντ Σοκουχιβάντ διατηρεί ένα ζαχαροπλαστείο. Παράλληλα, διευθύνει το Femme Chic, ένα καφέ στο κέντρο της πόλης. Τις τελευταίες εβδομάδες έχει δει μια εντυπωσιακή αύξηση των παραγγελιών.
Οι πελάτες οργανώνουν γενέθλια, αρραβώνες και γάμους με μια πρωτοφανή βιασύνη. Δεν το κάνουν απαραίτητα επειδή αισθάνονται αισιόδοξοι.
Αρκετοί φοβούνται ότι η σημερινή ανάπαυλα είναι απλώς ένα διάλειμμα ανάμεσα σε δύο πολέμους. Θέλουν να προλάβουν να γιορτάσουν όσο ακόμη μπορούν. «Αυτή είναι η μεγαλύτερη αύξηση πωλήσεων που έχουμε ζήσει», λέει η επιχειρηματίας.
Αλλά ακόμη και αυτή η έκρηξη της ζήτησης δεν αρκεί για να καλύψει τις ζημιές που συσσωρεύτηκαν τον προηγούμενο χρόνο. «Αυτή η άνθηση μας βοήθησε να επιβιώσουμε. Διαφορετικά, θα συνεχίζαμε την ελεύθερη πτώση», εξηγεί. Η εικόνα αυτή συνοψίζει το παράδοξο της Τεχεράνης.
Οι άνθρωποι βγαίνουν περισσότερο όχι επειδή νιώθουν ασφαλείς, αλλά επειδή δεν ξέρουν για πόσο ακόμη θα έχουν τη δυνατότητα.
Μια πόλη που αρνείται να σταματήσει να ζει
Στην οδό Επανάστασης, το Lafpheh Café εξακολουθεί να υποδέχεται πελάτες. Έξω, η Τεχεράνη παραμένει μια πρωτεύουσα σε αναμονή, εγκλωβισμένη ανάμεσα στον φόβο νέων επιθέσεων, την οικονομική ασφυξία και την αβεβαιότητα για το πολιτικό της μέλλον.
Μέσα, οι άνθρωποι παραγγέλνουν έναν καφέ, μοιράζονται ένα γλυκό, συζητούν για την επόμενη θεατρική παράσταση ή κανονίζουν να ξαναβρεθούν.
Δεν είναι απαραίτητα πράξεις οργανωμένης πολιτικής αντίστασης. Είναι όμως καθημερινές διεκδικήσεις ενός χώρου στον οποίο μπορούν να αισθάνονται, έστω προσωρινά, ελεύθεροι.
Για τους ιδιοκτήτες, κάθε μέρα λειτουργίας είναι μια μικρή οικονομική νίκη. Για τους πελάτες, κάθε συνάντηση είναι μια υπενθύμιση ότι η ζωή δεν έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά στον πόλεμο.
Και σε μια πόλη όπου κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα φέρει η επόμενη ημέρα, ακόμη και ένα φλιτζάνι καφέ μπορεί να αποκτήσει το βάρος μιας ολόκληρης πράξης ελπίδας.