Ήθελαν να γράψουν «LOGIN». Κατάφεραν να στείλουν μόνο δύο γράμματα: «LO». Στο τρίτο, το σύστημα κατέρρευσε. Κάπως έτσι, με μια σύνδεση που διακόπηκε προτού ολοκληρωθεί η εντολή, γράφτηκε στις 29 Οκτωβρίου 1969 ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια στην ιστορία του διαδικτύου.

Το σκηνικό ήταν η αίθουσα 3420 του Boelter Hall, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA). Εκεί εργαζόταν η ομάδα του καθηγητή Λέοναρντ Κλάινροκ, σε ένα εγχείρημα που θα επέτρεπε σε απομακρυσμένους υπολογιστές να επικοινωνούν μέσω του ARPANET, προδρόμου του σημερινού ίντερνετ.

Ήταν 22:30, τοπική ώρα, όταν ο φοιτητής και προγραμματιστής Τσάρλι Κλάιν επιχείρησε να συνδεθεί από τον υπολογιστή του πανεπιστημίου με εκείνον του Stanford Research Institute, στο Μένλο Παρκ της Καλιφόρνιας. Στην άλλη άκρη βρισκόταν ο προγραμματιστής Μπιλ Ντιβάλ. Ο στόχος ήταν πρακτικός: μια απομακρυσμένη σύνδεση, με την εντολή «LOGIN».

Οι δύο άντρες είχαν παράλληλα ανοιχτή τηλεφωνική επικοινωνία. Όπως αφηγήθηκε ο καθηγητής Κλάινροκ σε κείμενό του για τον οργανισμό ICANN, ο Κλάιν πληκτρολογούσε και ρωτούσε αν είχε φτάσει κάθε γράμμα. Το «L» έφτασε. Το «O» επίσης. Όταν πληκτρολογήθηκε το «G», το σύστημα κατέρρευσε. Το πρώτο μήνυμα μεταξύ υπολογιστών του νέου δικτύου είχε περιοριστεί στο «LO».

Η βλάβη αποκαταστάθηκε και περίπου μία ώρα αργότερα η σύνδεση ολοκληρώθηκε επιτυχώς, σύμφωνα με το UCLA. Εκείνη η πρώτη απόπειρα, όμως, είχε ήδη εξασφαλίσει τη θέση της στην ιστορία.

Το «LO» απέκτησε αργότερα και έναν συμβολισμό που οι δημιουργοί του δεν είχαν σχεδιάσει. Στα αγγλικά παραπέμπει στην έκφραση «lo and behold», που αποδίδεται περίπου ως «ιδού» ή «και να που». «Δεν θα μπορούσαμε να είχαμε ζητήσει ένα πιο σύντομο, πιο δυνατό και πιο προφητικό μήνυμα», σχολίασε ο Κλάινροκ.

Πίσω από τη δοκιμή υπήρχε μια ανάγκη που σήμερα μοιάζει αυτονόητη: να μπορούν οι ερευνητές να χρησιμοποιούν υπολογιστικούς πόρους χωρίς να βρίσκονται στον ίδιο χώρο με το μηχάνημα. Όπως εξηγούν πρωτοπόροι του διαδικτύου στην ιστορική αναδρομή της Internet Society, ο διαμοιρασμός πόρων ήταν βασικό κίνητρο για την ανάπτυξη του ARPANET και του ίντερνετ. Η πρόσβαση σε έναν ακριβό, απομακρυσμένο υπολογιστή ήταν οικονομικότερη από την εγκατάσταση ενός αντίστοιχου μηχανήματος σε κάθε σημείο.

Η τεχνολογία της μεταγωγής πακέτων επέτρεπε τη μεταφορά δεδομένων σε μικρά τμήματα. Η μετέπειτα ανάπτυξη κοινών πρωτοκόλλων επικοινωνίας έκανε δυνατή τη διασύνδεση διαφορετικών δικτύων. Ένας καθοριστικός σταθμός ήταν η μετάβαση του ARPANET στα πρωτόκολλα TCP/IP την 1η Ιανουαρίου 1983. Η δοκιμή του 1969 ήταν μια αφετηρία σε αυτή τη μακρά, συλλογική εξέλιξη.

Μέχρι το τέλος του 1969, το δίκτυο είχε τέσσερις κόμβους: UCLA, Stanford Research Institute, Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στη Σάντα Μπάρμπαρα και Πανεπιστήμιο της Γιούτα. Σήμερα, στην αίθουσα 3420 του UCLA διατηρείται ο πρώτος Interface Message Processor, το μηχάνημα που αναλάμβανε τη διασύνδεση με το δίκτυο, ενώ στα αρχεία του Κλάινροκ σώζεται και το ημερολόγιο της μετάδοσης.

Η επέτειος χρειάζεται και μια διευκρίνιση: το ίντερνετ και ο Παγκόσμιος Ιστός δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το World Wide Web, με τις ιστοσελίδες και τους συνδέσμους του, δημιουργήθηκε από τον Τιμ Μπέρνερς-Λι στο CERN το 1989, αξιοποιώντας την ήδη υπάρχουσα δικτυακή υποδομή. Στις 30 Απριλίου 1993, το CERN διέθεσε το λογισμικό του Web στο δημόσιο κτήμα, συμβάλλοντας στην εξάπλωσή του.

Ο Κλάινροκ είχε πάντως διαβλέψει μέρος του μέλλοντος πριν ακόμη σταλεί το πρώτο μήνυμα. Σε ανακοίνωση του UCLA τον Ιούλιο του 1969 περιέγραφε υπηρεσίες υπολογιστών που θα εξυπηρετούσαν σπίτια και γραφεία, όπως οι εταιρείες ηλεκτρισμού και τηλεφωνίας. Μισό αιώνα αργότερα, επιστρέφοντας σε εκείνη την πρόβλεψη, παραδεχόταν ότι δεν είχε προβλέψει τη δύναμη της κοινωνικής δικτύωσης και την ταχύτητα με την οποία θα επηρέαζε την κοινωνία.