search icon

Journal

Ο Έλληνας συγγραφέας που ξεχώρισε η Ντούα Λίπα: Από τα Εξάρχεια, στις Βρυξέλλες και τις προτιμήσεις μίας σταρ

Ποιος είναι ο Μάκης Μαλαφέκας, ο Έλληνας συγγραφέας που βρέθηκε από την Αθήνα και το Παρίσι στις αναγνωστικές προτάσεις μιας από τις μεγαλύτερες σταρ του πλανήτη και πως το Deepfake ένα ανατρεπτικό νουάρ με πρωταγωνιστή έναν Έλληνα ήρωα έφτασε να μεταφράζεται σε διαφορετικές γλώσσες κατακτώντας το διεθνές κοινό

Αν κάποιος έλεγε στον Μάκη Μαλαφέκα ότι μια μέρα το όνομα του θα συνδεόταν με εκείνο της Ντούα Λίπα, πιθανότατα θα αναρωτιόταν αν πρόκειται για κάποιο καλοστημένο αστείο ή, ακόμα καλύτερα για την αρχή μιας καινούργιας περιπέτειας του Μιχάλη Κρόκου, του ιδιόρρυθμου λογοτεχνικού του ήρωα που έχει την αξιοθαύμαστη ικανότητα να βρίσκεται στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή και με τους λάθος ανθρώπους. Γιατί, κακά τα ψέματα, η διαδρομή από τα Εξάρχεια στα χείλη της βιβλιόφιλης διασημότητας δεν είναι ακριβώς η συνηθισμένη πορεία ενός Έλληνα συγγραφέα που μας έχει χαρίσει μια σειρά από ανατρεπτικά αστυνομικά, όπου μιλάει για την Αθήνα και την Ελλάδα της κρίσης-και όχι μόνο.

Και όμως δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που το Deepfake, το τρίτο μυθιστόρημα του Μαλαφέκα, βρέθηκε στις αναγνωστικές προτιμήσεις του Service95, της πολιτιστικής πλατφόρμας που έχει δημιουργήσει η Ντούα Λίπα, η οποία εκτός από το να γεμίζει ολόκληρα στάδια, να καθορίζει τις τάσεις της σύγχρονης ποπ και να αποτελεί ένα από τα πιο περιζήτητα πρόσωπα της διεθνούς βιομηχανίας, έχει αναλάβει και μια άλλη, άκρως απαιτητική αποστολή που είναι να μετατρέψει το διάβασμα σε μια δραστηριότητα εξίσου γοητευτική για το ευρύ κοινό με τη μόδα, τα ταξίδια και τη μουσική.

Ήδη έχει καταφέρει να αποσπάσει συνεντεύξεις από περίοπτους νομπελίστες και να θεωρηθεί ακόμα και από τον δύσκολο χώρο του βιβλίου έγκυρη στις προτιμήσεις της, τις οποίες στηρίζει με πολύ συγκροτημένη επιχειρηματολογία. Ακόμα και στην περίοπτη Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης, προστρέχουν στη Ντούα Λίπα ως το πιο σημαντικό τους χαρτί για να προωθήσουν τη βιβλιαναγνωσία και να δείξουν πως ο δικός τους διεθνώς αναγνωρισμένος θεσμός-γιατί ποτέ στο εξωτερικό η βιβλιοθήκη δεν είναι μόνο ένας χώρος που φιλοξενεί βιβλία-έχει πια όχι μόνο εγκυρότητα αλλά και αντίκρισμα.

Το εξώφυλλο του βιβλίου

Αρκεί, άλλωστε, μια ανάρτηση της Ντούα Λίπα για να βρεθεί ο εκάστοτε συγγραφέας στην πρώτη γραμμή-μεταξύ άλλων, λένε πως το Μπούκερ που δόθηκε στον Ντέιβιντ Σολόι για τη Σάρκα οφείλεται στη δική της καθοριστική παρέμβαση και προσωπική προτίμηση. Επειδή λοιπόν ακριβώς η Ντούα Λίπα έχει καταφέρει να συνδυάσει τη μουσική της καριέρα με μια εξαιρετικά πετυχημένη παρουσία στον κόσμο της μόδας και της διεθνούς ποπ κουλτούρας-τη βλέπουμε συχνά σε διαφημίσεις ως κορίτσι της Chanel αλλά και της Nespresso-δημιούργησε τη Service95 ως μια πλατφόρμα πολιτιστικών προτάσεων, πολιτιστικών ανακαλύψεων και συζητήσεων γύρω από τη λογοτεχνία, την κοινωνία και τις τέχνες γνωρίζοντας πως η επίδρασή της μπορεί να είναι καταλυτική.

Και κάπως έτσι, ανάμεσα λοιπόν στους συγγραφείς πρώτης γραμμής που φάνηκε να ξεχωρίσει η βιβλιόφιλος ερμηνεύτρια, βρέθηκε να παρελαύνει ένας δικός μας συγγραφέας που γράφει για τις σκοτεινές διαδρομές της ελληνικής πρωτεύουσας, για την alt-right και για έναν αντιήρωα, ο οποίος δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του πρωταγωνιστή σε ένα τέτοιο σκηνικό.

Βέβαια είναι απολαυστικό και σχεδόν ειρωνικό, ο Μαλαφέκας που έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της συγγραφικής του δραστηριότητας στην αποδόμηση των μηχανισμών κατασκευής της εικόνας, να βρίσκεται στο επίκεντρο ενός από τους ισχυρότερους μηχανισμούς προβολής των πολιτιστικών προιόντων διεθνώς. Και το βιβλίο του, που πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, τις κυρίαρχες αφηγήσεις της εποχής μας, έγινε το ίδιο πρωταγωνιστής μιας ιστορίας που θα μπορούσε κάλλιστα να επινοήσει ο δημιουργός του.

 

Ενας Αθηναίος με ευρωπαϊκό διαβατήριο

Ποιος, όμως, είναι, όμως, ο πολυσυζητημένος Μάκης Μαλαφέκας; Κατ’αρχάς δεν πρόκειται για κάποιον πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα που ανακάλυψε ξαφνικά η διεθνής σκηνή και από το πουθενά η Ντούα Λίπα, αλλά για μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και αντισυμβατικές προσωπικότητες της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, με μια διαδρομή που συνδιάζει την αστική κουλτούρα της Αθήνας με την (υψηλή) γαλλική διανόηση, την πολιτική και την ανεπιτήδευτη αγάπη για την ποπ κουλτούρα. Γεννημένος στην Αθήνα το 1977, μεγάλωσε στη Νεάπολη Εξαρχείων, σε μια εποχή που η περιοχή δεν είχε ακόμα μετατραπεί σε ένα αντικείμενο εξερεύνησης για τους τουρίστες και σε πεδίο επενδυτικών αναζητήσεων, και ως εκ τούτου ξέρει καλά τους μύθους και τα παρεπόμενα της αθηναικής πρωτεύουσας.

Τα Εξάρχεια της εφηβικής και παιδικής του ηλικίας ήταν ένας ιδιότυπος μικρόκοσμος με βιβλιοπωλεία, εκδοτικούς οίκους, πολιτικά στέκια, καφενεία, διανοούμενους και ανθρώπους που συζητούσαν με πάθος για τα πολιτικοκοινωνικά φαινόμενα της εποχής του, τα κόμικς και τη μουσική (τρεις από τις πλέον σημαντικές του αγάπες). Ήταν το μέρος, όπου ο πνευματικός βίος δεν εξαντλούνταν στις βιλιοπαρουσιάσεις αλλά στις ταβέρνες και τα καφενεία αφού οι συγγραφείς, με τον τρόπο που το έχουν εξυμνήσει ο Βακαλόπουλος ή ο Παπαγιώργης, μπορούσαν να καταλήξουν στον Πειναλέοντα ή τη Ροζαλία ή ακόμα και στα διάφορα ρεμπετάδικα της περιοχής.

Ήταν, επομένως, λογικό ο Μαλαφέκας να μάθει να βλέπει την πόλη ως ζωντανό οργανισμό, να διακρίνει τις διαφορετικές συμπεριφορές και να αναγνωρίζει τις ζωντανές αντιφάσεις της χωρίς την ανάγκη να τις εξωραίζει. Στη συνέχεια η ευρωπαϊκή επικράτεια των αναφορών του επεκτάθηκε ακόμα περισσότερο. Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και Κοινωνική Ανθρωπολογία, παρουσίασε σεμινάρια στη Σορβόννη για την ιστορία των ευρωπαικών κόμικς και εργάστηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, ενώ παράλληλα ανέπτυξε δημοσιογραφική δραστηριότητα, συνεργαζόμενος με έντυπα όπως το ιστορικό “9” της Ελευθεροτυπίας, η Liberation και η Lifo. Σήμερα κινείται μεταξύ Αθήνας και Βρυξελλών έχοντας αποκτήσει το βλέμμα ενός κοσμοπολίτη που δεν ξεχνά, ωστόσο, την πόλη όπου μεγάλωσε παρατηρώντας κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτή όλες τις μεταμορφώσεις που επιφέρει ο λεγόμενος εξευγενισμός-βλέπε gentrification. Η απόσταση αυτή είναι, όμως, που έκανε ακόμα πιο έντονη τη σχέση του με την πόλη, πιο κριτική και κυρίως πιο παραγωγική λογοτεχνικά.

Ο συγγραφέας Μάκης Μαλαφέκας

Μιχάλης Κρόκος: ο αντιήρωας που δεν θα γινόταν ποτέ influencer

Μέσα από αυτή τη συνθήκη προέκυψε ο Μιχάλης Κρόκος, ο πιο ενδιαφέρον ίσως αντιήρωας που έχει γεννήσει η ελληνική αστυνομική λογοτεχνία τα τελευταία χρόνια: έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο Δες κουβέντα το 2018, επέστρεψε στη Μεσακτή το 2020 και συνέχισε τις περιπέτειες του στο Deepfake, που κυκλοφόρησε το 2024 από τις εκδόσεις Αντίποδες. Ο Κρόκος είναι συγγραφέας, κάτοικος Εξαρχείων, λάτρης της μουσικής, της περιπλάνησης και των απρόβλεπτων καταστάσεων με μια ικανότητα να μπλέκει σε ιστορίες από τις οποίες οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα έφευγε τρέχοντας. Δεν διαθέτει τη ψυχραιμία ενός επαγγελματία ντετέκτιβ-πόσο μάλλον τη μεθοδικότητα ενός αστυνομικού ερευνητή.

Επιπλέον, δεν είναι ο μοιραίος, ακαταμάχητος ήρωας που λύνει όλα τα μυστήρια ή κερδίζει τις γυναίκες και αποχωρεί ατσαλάκωτος από κάθε επικίνδυνη κατάσταση. Αντιθέτως, είναι ένας άνθρωπος γεμάτος αντιφάσεις, αδυναμίες και προσωπικές εμμονές και λάθος εκτιμήσεις που τον κάνουν να βρίσκεται διαρκώς ένα βήμα πίσω από τα γεγονότα, ακόμα και όταν είναι βέβαιος ότι έχει αντιληφθεί τα πάντα. Ένας ήρωας που μάλλον θα αντιμετώπιζε με καχυποψία μια πρόσκληση σε κάποιο γκλάμορους πάρτι αλλά θα μπορούσε να περάσει ολόκληρη τη νύχτα συζητώντας για κάποιο ξεχασμένο μουσικό άλμπουμ ή τις πολιτικές μεταμορφώσεις της Αθήνας. Εν ολίγοις, θα μπορούσε κανείς να το φανταστεί ως έναν μακρινό συγγενή των κλασικών ηρώων του νουάρ,με τη διαφορά ότι αντί για τις βροχερές λεωφόρους του Λος Άντζελες περιφέρεται στα Εξάρχεια, στα αθηναϊκά μπαρ και στις γειτονιές μιας πρωτεύουσας που αλλάζει διαρκώς πρόσωπο.

Ο Μαλαφέκας έχει αναγνωρίσει  ότι ο Κρόκος αποτελεί, σε έναν βαθμό, το λογοτεχνικό του alter ego, αλλά η σχέση τους είναι περισσότερο δημιουργική παρά αυτοβιογραφική. Μέσα από τον ήρωά του μπορεί να σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα, να αποτυπώνει τις αντιφάσεις της γενιάς του και να παρατηρεί τις μεταβολές της Αθήνας χωρίς να εγκλωβίζεται στις συμβάσεις ενός αυστηρά ρεαλιστικού μυθιστορήματος. Ο Κρόκος ανήκει, άλλωστε, σε μια γενιά που μεγάλωσε με αναλογικές συνήθειες, ενηλικιώθηκε πριν από την απόλυτη κυριαρχία των κοινωνικών δικτύων και βρέθηκε ξαφνικά σε έναν κόσμο που βομβαρδίζεται από την ψηφιακή ταυτότητα και την επικοινωνιακή στρατηγική. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι αρνείται τη σύγχρονη εποχή-απλώς προσπαθεί να την καταλάβει χωρίς να χάσει εντελώς την ταυτότητα του. Και αυτό έχει ως άμεση συνέπεια να δυσκολεύεται να αντιληφθεί τις καταιγιστικές αλλαγές στην πόλη του.

Ο ήρωας του Μάκη Μαλαφέκα, ο Κρόκος είναι συγγραφέας, κάτοικος Εξαρχείων, λάτρης της μουσικής, της περιπλάνησης και των απρόβλεπτων καταστάσεων.

 

Η Αθήνα χωρίς φίλτρα και φημοφιλή hashtags

Εξου και ότι η Αθήνα του Μαλαφέκα δεν είναι η λουστραρισμένη Αθήνα των περίφημων “φασαίων” με τα εναλλακτικά εστιατόρια και “ενδιαφέροντα” στέκια. Ούτε καν με τα γραφικά σοκάκια και τους επίσης ‘ενδιαφέροντες’ κατοίκους. Στην πραγματικότητα η Αθήνα του Μαλαφέκα είναι αυτή που ζούμε όλοι καθημερινά, πέρα και έξω από το Instagram: είναι η πόλη που εξακολουθεί να φέρει αυτούσιες της πληγές της οικονομικής κρίσης ενώ μετατρέπεται με τρομακτική ταχύτητα σε διεθνή τουριστικό προορισμό, με ο,τι αυτό συνεπάγεται για τους μόνιμους κατοίκους και γενικότερα τις γειτονιές και την κοινωνική της φυσιογνωμία.

Στο Deepfake ο ήρωας του Μαλαφέκα, Μιχάλης Κρόκος μπλέκει σε μια επικίνδυνη υπόθεση, όταν αναλαμβάνει να διεισδύσει σε μια ακροδεξιά οργάνωση ως κειμενογράφος, μια επιλογή που τον φέρνει σύντομα αντιμέτωπο με έναν ακραίο κόσμο, όπου οι μαφιόζικες μέθοδοι και το έγκλημα συνδέονται με την πολιτική προπαγάνδα, πίσω από την οποία κρύβονται οι διάφοροι ακραίοι φορείς του-ένα σκηνικό που δεν απέχει, δηλαδή, πολύ από την πραγματικότητα. Ενώ λοιπόν η αποστολή του μοιάζει αρχικά με μια παράξενη επαγγελματική περιπέτεια πολύ σύντομα μετατρέπεται σε μια άκρως επικίνδυνη αποστολή με σκοτεινές διαδρομές καθώς ο ήρωας αποκαλύπτει ότι η σύγχρονη ακροδεξιά δεν εμφανίζεται πλέον με τα αναγνωρίσιμα σύμβολα και τη γνώριμη, παρωχημένη αισθητική του παρελθόντος. Αντιθέτως, μπορεί και υιοθετεί τη γλώσσα της ποπ κουλτούρας, αξιοποιεί τους κώδικες ακόμα και το χιούμορ φτάνοντας να εμφανίζεται ως αντισυστημική πρόκληση χρησιμοποιώντας ακόμα και τους μηχανισμούς των κοινωνικών δικτύων προκειμένου να διευρύνει την επιρροή της.

Αυτό, άλλωστε, είναι που ενδιαφέρει τον Μάκη Μαλαφέκα: όχι μόνο η πολιτική ιδεολογία αλλά ο τρόπος που θα μετατραπεί σε επικοινωνιακό όπλο στα χέρια των ακραίων ή θα καταναλωθεί από ένα κοινό που αγνοεί τι πραγματικά κρύβεται από πίσω. Και ενω ο ήρωας του προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει στο εσωτερικό αυτού του καλοστημένου πολιτικού μηχανισμού, η Αθήνα γύρω του μεταμορφώνεται. Τα παλιά στέκια μετατρέπονται σε τρέντι καταστήματα, οι κατοικίες σε διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης ενώ οι γειτονιές χάνουν σταδιακά τους μόνιμους κατοίκους της λόγω κατακόρυφης αύξησης των ενοικίων. Πρόκειται για την Αθήνα του gentrification και των ψηφιακών νομάδων, που γίνεται ολοένα και πιο ελκυστική για τους επισκέπτες την ίδια στιγμή που φαίνεται να δυσκολεύει όλο και περισσότερο τη ζωή όλων όσοι κινούνται και εργάζονται στα ασφυχτικά όρια της.

Στο Deepfake ο ήρωας του Μαλαφέκα, Μιχάλης Κρόκος μπλέκει σε μια επικίνδυνη υπόθεση, όταν αναλαμβάνει να διεισδύσει σε μια ακροδεξιά οργάνωση ως κειμενογράφος, μια επιλογή που τον φέρνει σύντομα αντιμέτωπο με έναν ακραίο κόσμο.

 

Ωστόσο, όλα αυτά ο συγγραφέας δεν τα περιγράφει με κάποια διάθεση νοσταλγίας ή εξωραϊσμού για τα περασμένα χρόνια. Δεν εξιδανικεύει την παλιά Αθήνα, ούτε διακατέχεται από κάποια μανία επιστροφής στα χρόνια της αθωότητας. Αυτό που τον απασχολεί είναι η απουσία κοινωνικής συνοχής και η σταδιακή μετατροπή της πόλης σε ένα σκηνικό που μοιάζει να έχει σχεδιαστεί για όλους τους άλλους εκτός από τους κατοίκους της. Βέβαια, είναι αυτή ακριβώς η Αθήνα που φάνηκε ιδιαίτερα ελκυστική για το διεθνές αναγνωστικό κοινό καθώς τα βιβλία του Μαλαφέκα έχουν ήδη μεταφραστεί στα αγγλικά και τα γαλλικά-ο ίδιος μιλάει άπταιστα και τις δυο γλώσσες- καθώς οι αντιφάσεις της ελληνικής πρωτεύουσας είναι πολύ γνώριμες σε όλους. Το Λονδίνο, το Παρίσι, η Βαρκελώνη και άλλες ευρωπαικές πόλεις αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα, γεγονός που καθιστά την Αθήνα του Κρόκου αναγνωρίσιμη, πολύ πέρα από τα όρια της Αθήνας.

Η Ντούα Λίπα και η απρόσμενη γοητεία του Ελληνικού Νουάρ

 

Δεν είναι, επομένως, λίγο να είσαι ο Κρόκος που κινείται μεταξύ Ικαρίας και Αθήνας και να τύχεις της προσοχής μιας διεθνώς αναγνωρισμένης εκπροσώπου της ποπ κουλτούρας έχοντας την ευκαιρία να σε διαβάσουν άνθρωποι απο διαφορετικά σημεία του πλανήτη. Γιατί είναι αλήθεια πως η λέσχη ανάγνωσης της Ντούα Λίπα, το Service95 Book Club, έχει αποκτήσει ιδιαίτερη δυναμική, παρουσιάζοντας βιβλία και συγγραφείς από διαφορετικές χώρες και με διαφορετικές παραδόσεις, συχνά και έξω από τις προβλέψιμες επιλογές της διεθνούς εκδοτικής αγοράς. Ήταν, επομένως, απρόσμενο το Deepfake να συμπεριληφθεί σε μια θεματική λίστα με τον ευφάνταστο τίτλο Books to Read Performatively in An Airport-άλλος ένας τρόπος προσέλκυσης του βιβλιοφιλικού κοινού-που σημαίνει βιβλία που μπορεί κανείς να διαβάζει επιδεικτικά στο αεροδρόμιο. Πρόκειται για βιβλία που συνδυάζουν τις υψηλές αναγνωστικές απαιτήσεις του βιβλιοφιλικού κοινού με την πιο χαλαρή διάθεση του αεροδρομίου, αποδεικνύοντας ότι το βιβλίο ξεφεύγει από τα όρια της προσωπικής επιλογής και συνιστά στοιχείο ταυτότητας.

https://www.youtube.com/watch?v=ai4eFxFToFA

Αρκεί να φανταστεί κανείς έναν επιβάτη να περιμένει την πτήση του σε ένα διεθνές αεροδρόμιο, κρατώντας στο χέρι ένα νουάρ βιβλίο για τη μεταμνημονιακή Αθήνα και την ακροδεξιά-άκρως επίκαιρο αν το καλοσκεφτείς-επειδή το ανακάλυψε στην πλατφόρμα μιας από τις πιο διάσημες τραγουδίστριες στον πλανήτη. Αν υπάρχει, επομένως, κάτι που αποτυπώνει με πληρέστατη ενάργεια τις αντιφάσεις της σύγχρονης πολιτιστικής κουλτούρας είναι ακριβώς αυτή η εικόνα. Το ενδιαφέρον είναι ότι το Deepfake επιλέχθηκε από τη συντακτική ομάδα της Ντούα Λίπα και από την ίδια ακριβώς γι αυτούς τους λόγους, ως ένα σύγχρονο και πολιτικά αιχμηρό μυθιστόρημα, που θα μπορούσε να διαβαστεί από αναγνώστες διαφορετικών χωρών αποδεικνύοντας, ίσως για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, ότι η ελληνική λογοτεχνία αποκτά διεθνές διαβατήριο και μπορεί να ταξιδέψει στις άκρες του κόσμου, πολύ πέρα από τα δικά μας σύνορα.

Άλλωστε, όπως αποκάλυψε ο ίδιος ο συγγραφέας σε συνέντευξή του στη Lifo, η αγγλική έκδοση του βιβλίου έχει εξαντληθεί ήδη-και για την ακρίβεια μόλις σε έναν μήνα από την προβολή του στο Service95. Ο συγγραφέας διατηρώντας, σε κάθε περίπτωση του, το χιούμορ του σχολίασε σχετικά ότι οι περισσότεροι επικεντρώθηκαν στην απήχηση που είχε το βιβλίο στη Ντούα Λίπα-από ζήλια, ίσως, να προσθέσουμε εμείς-παρά στο περιεχόμενο του μυθιστορήματος. Το μόνο, ωστόσο, σίγουρο είναι ότι ο Μιχάλης Κρόκος θα αντιμετώπιζε μαι τέτοια εξέλιξη με ένα μείγμα καχυποψίας, ειρωνίας αλλά και απροσδόκητης ικανοποίησης-ενδεχομένως να σήκωνε και το ποτήρι του στην υγειά της Ντούα, προτού φυσικά αρχίσει να αναρωτιέται τι μπορεί να κρύβεται πίσω από την όλη ιστορία.

Exit mobile version