Το αμερικανικό δολάριο περνά ίσως τη δυσκολότερη περίοδο των τελευταίων ετών, καθώς οι διεθνείς επενδυτές αμφισβητούν ανοιχτά τη δυναμική και τον ρόλο του ως παγκόσμιου «ασφαλούς καταφυγίου». Η υποχώρηση του νομίσματος δεν μοιάζει πλέον με μια απλή διόρθωση της αγοράς, αλλά με αποτέλεσμα βαθύτερης μετατόπισης στις προσδοκίες για την αμερικανική οικονομία, τη νομισματική πολιτική και τη γεωπολιτική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών, σύμφωνα με τους Financial Times.
Οι μεγαλύτεροι διαχειριστές κεφαλαίων εμφανίζονται σήμερα πιο αρνητικοί απέναντι στο δολάριο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή της τελευταίας δεκαετίας. Το αμερικανικό νόμισμα έχει ήδη υποχωρήσει περίπου 1,3% από την αρχή της χρονιάς, σε συνέχεια της πτώσης σχεδόν 9% που κατέγραψε το 2025, παραμένοντας κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα τετραετίας έναντι ενός καλαθιού βασικών νομισμάτων όπως το ευρώ, η στερλίνα, το ελβετικό φράγκο και το γιεν.
Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η εικόνα στις αγορές παραγώγων και στις τοποθετήσεις θεσμικών επενδυτών. Τα στοιχήματα κατά του δολαρίου υπερτερούν πλέον των θετικών θέσεων, ανατρέποντας πλήρως το κλίμα που επικρατούσε στα τέλη του 2025. Η καθαρή έκθεση των fund managers στο αμερικανικό νόμισμα έχει περάσει σε επίπεδα χαμηλότερα ακόμη και από περιόδους έντονων αναταράξεων, όπως η πανδημία ή το σοκ των εμπορικών δασμών.
Το φαινόμενο αυτό αντανακλά μια ευρύτερη μεταστροφή στη συμπεριφορά των λεγόμενων «real money» επενδυτών — ασφαλιστικών ταμείων, συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και μεγάλων θεσμικών χαρτοφυλακίων. Πολλοί από αυτούς αυξάνουν την αντιστάθμιση κινδύνου έναντι του δολαρίου ή μειώνουν άμεσα την έκθεσή τους σε αμερικανικά στοιχεία ενεργητικού, αμφισβητώντας την παραδοσιακή λειτουργία του νομίσματος ως προστατευτικού εργαλείου σε περιόδους αναταραχής.
Η αλλαγή αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την προοπτική χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για χρόνια, το βασικό πλεονέκτημα του δολαρίου ήταν το υψηλότερο επίπεδο επιτοκίων σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες. Το επιτοκιακό αυτό χάσμα τροφοδοτούσε το λεγόμενο carry trade και ενίσχυε τη ζήτηση για αμερικανικά ομόλογα και επενδύσεις σε δολάρια.
Breaking news: Fund managers are taking the most bearish stance on the dollar in more than a decade, as the currency bears the brunt of the damage from unpredictable US policymaking. https://t.co/7aDYNMwk3U pic.twitter.com/P6IYtC1SR8
— Financial Times (@FT) February 16, 2026
Σήμερα, όμως, οι αγορές προεξοφλούν δύο μειώσεις επιτοκίων από τη Fed μέσα στο έτος. Η πιθανή σύγκλιση των επιτοκίων με την Ευρωζώνη και την Ιαπωνία μειώνει το κίνητρο τοποθέτησης σε δολαριακά assets, περιορίζοντας ένα από τα βασικά στηρίγματα του νομίσματος.
Παράλληλα, η εικόνα της αμερικανικής οικονομίας εμφανίζει αντιφατικά στοιχεία. Από τη μία πλευρά, η ανάπτυξη παραμένει ισχυρή και η Wall Street συνεχίζει να καταγράφει σημαντικά κέρδη. Από την άλλη, η αγορά εργασίας δείχνει σημάδια κόπωσης, με αύξηση της ανεργίας και επιβράδυνση των προσλήψεων, γεγονός που ενισχύει την προσδοκία για πιο «ήπια» στάση της κεντρικής τράπεζας.
Η μεταστροφή των επενδυτών δεν εξηγείται μόνο από οικονομικούς δείκτες. Η πολιτική αβεβαιότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργεί ως καταλύτης για την αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης. Οι παρεμβάσεις και οι πιέσεις προς την Ομοσπονδιακή Τράπεζα, η επιθετική ρητορική στο διεθνές εμπόριο και τα σενάρια περί σκόπιμης αποδυνάμωσης του δολαρίου για ενίσχυση των εξαγωγών έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον αμφιβολίας για τη σταθερότητα της οικονομικής πολιτικής.
Η συζήτηση αυτή έχει οδηγήσει σε ένα νέο αφήγημα στις αγορές, που συχνά συνοψίζεται στη φράση «Sell America». Η συσχέτιση του δολαρίου με τις μετοχές έχει εξασθενήσει, ενώ η αυξημένη μεταβλητότητα της Wall Street — ιδιαίτερα λόγω των τεράστιων επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη — μειώνει την αντίληψη ασφάλειας των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων.
🇺🇸 Fund managers take most bearish stance on #dollar for a decade – FThttps://t.co/pcRxlbedej pic.twitter.com/WP3N059yvQ
— Christophe Barraud🛢🐳 (@C_Barraud) February 16, 2026
Η γεωπολιτική ένταση εντείνει την επιφυλακτικότητα. Δηλώσεις υπέρ ενός «ασθενούς δολαρίου» που θα ενίσχυε τις εξαγωγές των ΗΠΑ, οι απειλές για δασμούς σε συμμάχους και τα επεισόδια έντασης με ευρωπαϊκές χώρες έχουν πυροδοτήσει συζητήσεις για πιθανή μείωση των ξένων τοποθετήσεων σε αμερικανικά assets. Ακόμη και η απλή πιθανότητα αλλαγής της παραδοσιακής πολιτικής του «ισχυρού δολαρίου» αρκεί για να ενισχύσει τη μεταβλητότητα.
Το παράδοξο είναι ότι αυτή η αποδυνάμωση συμβαίνει ενώ η αμερικανική οικονομία παραμένει ισχυρότερη από άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες. Το δολάριο έχει χάσει σχεδόν 12% έναντι του ευρώ σε ετήσια βάση, ενώ η στερλίνα ενισχύεται παρά τη χαμηλότερη βρετανική ανάπτυξη. Οι αγορές φαίνεται να προεξοφλούν περισσότερο το μέλλον παρά το παρόν.
Η υποχώρηση του δολαρίου επηρεάζει ήδη τις παγκόσμιες αγορές, σύμφωνα πάντα με τους Financial Times. Ευρωπαϊκές μετοχές και assets εκτός ΗΠΑ γίνονται πιο ελκυστικά, τα εμπορεύματα όπως ο χρυσός ενισχύονται, οι αμερικανικές εξαγωγές αποκτούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και οι αναδυόμενες οικονομίες με χρέος σε δολάρια ανακουφίζονται από τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η εξέλιξη αυτή αποτελεί μια προσωρινή κυκλική φάση ή την αρχή μιας βαθύτερης αλλαγής στη θέση του δολαρίου στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, οι αγορές δεν θεωρούν δεδομένο ότι το παγκόσμιο κεφάλαιο θα κατευθύνεται αυτόματα στις Ηνωμένες Πολιτείες σε περιόδους αβεβαιότητας. Και αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό μήνυμα της τρέχουσας συγκυρίας: το δολάριο δεν χάνει απλώς αξία — δοκιμάζεται η ίδια η εμπιστοσύνη που το στήριξε ως κυρίαρχο νόμισμα της παγκόσμιας οικονομίας.
Διαβάστε ακόμη
Καραβίας: Μερίσματα υψηλότερα του 55% για την τριετία από τη Eurobank
Φρένο στον παράνομο τζόγο: Πρόστιμα έως και 800.000 ευρώ, κάθειρξη μέχρι 10 έτη – Όλα τα μέτρα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.