Με λιγότερες από δύο εβδομάδες να απομένουν μέχρι την επόμενη συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εμφανίζονται διχασμένοι ως προς την πορεία των επιτοκίων.
Μετά και τη δημοσίευση των στοιχείων για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη που κατέδειξαν ισχυρότερες ανοδικές πιέσεις στις τιμές τον Μάρτιο λόγω του πολέμου με το Ιράν, μερίδα οικονομολόγων προβλέπει αύξηση των επιτοκίων τον Ιούνιο του 2026, ωστόσο η στάση της Φρανκφούρτης παραμένει… αινιγματική.
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές προεξοφλούν προς το παρόν διατήρηση των επιτοκίων στα ίδια επίπεδα στη συνεδρίαση που θα πραγματοποιηθεί στις 29-30 Απριλίου και μετριοπαθή αύξηση στη συνεδρίαση του Ιουνίου, σύμφωνα με στοιχεία της LSEG. Η πλειονότητα των traders αναμένει ότι το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ θα φθάσει τουλάχιστον στο 2,5% έως το τέλος του έτους — δηλαδή αύξηση κατά 50 μονάδες βάσης ή και περισσότερο από τα σημερινά επίπεδα.
Μιλώντας στο CNBC στο περιθώριο της εαρινής συνόδου του ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον, ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιοακίμ Νάγκελ, ανέφερε ότι η μεταβλητότητα των τιμών πετρελαίου έχει τοποθετήσει την ΕΚΤ «ανάμεσα στο βασικό μας σενάριο και το δυσμενές».
«Η συνολική κατάσταση είναι πολύ ασαφής, πολύ θολή, και σε δύο εβδομάδες πρέπει να αποφασίσουμε τι ακολουθεί», δήλωσε, προσθέτοντας ότι «τα δεδομένα έρχονται καθημερινά με τη μορφή ειδήσεων».
Στο επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ
Στο επίκεντρο της αβεβαιότητας βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ, με τον Νάγκελ να χαρακτηρίζει τη ζωτικής σημασίας αυτή θαλάσσια οδό ως «τη φτέρνα του Αχιλλέα του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος».
«Αν προκύψει περισσότερη αβεβαιότητα, αυτό θα επηρεάσει και την απόφαση που θα λάβουμε όταν συνεδριάσουμε σε δύο εβδομάδες», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι η προσέγγιση «συνεδρίαση με συνεδρίαση» είναι η ενδεδειγμένη, όπως και στο παρελθόν — ακόμη περισσότερο στη σημερινή περίπλοκη συγκυρία. Ο Νάγκελ άφησε να εννοηθεί ότι οι υπεύθυνοι πολιτικής εξακολουθούν να εξετάζουν την πορεία των επιτοκίων.
«Είναι εξαιρετικά σημαντικό να περιμένουμε μέχρι να έχουμε όλα τα διαθέσιμα δεδομένα την ημέρα που θα λάβουμε την απόφαση», τόνισε, επισημαίνοντας ότι η προσέγγιση αυτή είναι η καταλληλότερη για τη νομισματική πολιτική.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο πληθωρισμός αναμένεται να κινηθεί κοντά στον στόχο του 2%, ωστόσο προειδοποίησε ότι η αβεβαιότητα μπορεί να αναγκάσει την ΕΚΤ να αντιδράσει εάν οι τιμές αυξηθούν περισσότερο από το αναμενόμενο.
«Πρέπει να διατηρούμε όλες τις επιλογές ανοικτές — η νομισματική πολιτική δεν πρέπει να αποκλείει τίποτα», είπε, επαναλαμβάνοντας τη σημασία των Στενών του Ορμούζ για τη λήψη αποφάσεων.
«Οφείλουμε να είμαστε σε εγρήγορση… Σε όρους νομισματικής πολιτικής, πρέπει να δούμε τι θα φέρουν οι επόμενες δύο εβδομάδες. Μπορούν να προκύψουν πολλά νέα δεδομένα, γι’ αυτό είμαι ιδιαίτερα προσεκτικός στο να προδικάσω το επόμενο βήμα», πρόσθεσε.
Ο Μάρτινς Κάζακς, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, δήλωσε επίσης στο CNBC ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται σε βάση συνεδρίασης προς συνεδρίαση. Ερωτηθείς αν ο Απρίλιος είναι πρόωρος για αύξηση επιτοκίων, απάντησε: «Θα δούμε».
«Τι παρατηρούμε, για παράδειγμα, ως προς την ένταση της ανατιμολόγησης; Πώς μεταφέρεται αυτό σε άλλους τομείς της οικονομίας;», ανέφερε, σημειώνοντας ότι ο δομικός πληθωρισμός δεν αυξήθηκε τον Μάρτιο στην ευρωζώνη.
Ο Κάζακς επισήμανε ότι τα οικονομικά σοκ του 2020 και του 2022 —η κρίση της πανδημίας και η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία— έχουν καταστήσει τους κεντρικούς τραπεζίτες πιο προσεκτικούς, καθώς κανείς δεν γνωρίζει πώς θα εξελιχθεί ο πόλεμος.
Από την πλευρά του ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν δήλωσε ότι τα στοιχεία που θα πάρει στα χέρια του το συμβούλιο ενόψει της επόμενης συνεδρίασης νομισματικής πολιτικής είναι απίθανο να προσφέρουν σαφή εικόνα για τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν στην Ευρώπη. «Θα έχουμε ένα πλούσιο σύνολο δεδομένων από έρευνες, αλλά φυσικά όσοι απαντούν σε αυτές βλέπουν τον ίδιο κόσμο που βλέπουμε κι εμείς, όπου ουσιαστικά λίγοι έχουν μια ξεκάθαρη άποψη για το τι ακριβώς πρόκειται να συμβεί», ανέφερε την Πέμπτη από την Ουάσιγκτον.
Μιλώντας σε εκδήλωση στο περιθώριο της εαρινής συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο Λέιν σημείωσε ότι «θα έχουμε κάποια στοιχεία, αλλά είναι πολύ νωρίς για οτιδήποτε πραγματικά καθοριστικό».
Τα σοκ συσσωρεύονται
«Κανείς δεν ξέρει αν θα ακολουθήσουν και άλλα σοκ, και το μάθημα από το 2020 και το 2022 είναι ότι όταν αυτά έρχονται, λειτουργούν σαν τις στρώσεις τούρτας», είπε. «Τα σοκ συσσωρεύονται το ένα πάνω στο άλλο, αλληλεπιδρούν και μπορεί να προκαλέσουν μη γραμμικές εξελίξεις. Για τους κεντρικούς τραπεζίτες είναι κρίσιμο να παρακολουθούν αυτές τις δυναμικές και, αν ενεργοποιηθούν —τα λεγόμενα δευτερογενή αποτελέσματα— τότε πρέπει να δράσουν».
Η Ευρώπη βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε μια «άνετη κατάσταση», πρόσθεσε, αλλά τόνισε ότι οι αξιωματούχοι πρέπει να παρακολουθούν στενά τα δεδομένα.
«Οι αγορές αναμένουν δύο αυξήσεις επιτοκίων για την ευρωζώνη, ξεκινώντας από τον Ιούνιο», σημείωσε. «Δεν διαφωνώ προς το παρόν. Θα δούμε πώς θα εξελιχθεί. Κάποια στιγμή όμως θα χρειαστεί να δράσουμε».
Στο τέλος Μαρτίου, η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, υποστήριξε ότι η κεντρική τράπεζα είναι έτοιμη να αυξήσει τα επιτόκια ακόμη και αν η άνοδος του πληθωρισμού αποδειχθεί προσωρινή.
«Αν το σοκ οδηγήσει σε σημαντική, αλλά όχι παρατεταμένη, υπέρβαση του στόχου μας, ενδέχεται να απαιτηθεί μια μετρημένη προσαρμογή της πολιτικής», ανέφερε σε ομιλία της στη Φρανκφούρτη.
«Η πλήρης αγνόηση μιας τέτοιας υπέρβασης ενέχει επικοινωνιακό κίνδυνο: το κοινό μπορεί να δυσκολευτεί να κατανοήσει μια πολιτική που διατηρεί στάση αναμονής».
Η ΕΚΤ σε «λειτουργία κρίσης»
Ο επικεφαλής μακροοικονομικής έρευνας της ING, Κάρστεν Μπρέζκι, εκτίμησε ότι η ΕΚΤ δεν βρίσκεται πλέον σε «άνετη θέση».
«Η ΕΚΤ επιστρέφει σε λειτουργία κρίσης, μετατοπίζοντας την προσοχή από τις μακροπρόθεσμες προβλέψεις στις άμεσες εξελίξεις, σε μια προσέγγιση “οδήγησης με βάση την ορατότητα”», ανέφερε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, βασικοί δείκτες που πρέπει να παρακολουθούνται είναι τα πραγματικά στοιχεία πληθωρισμού, οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες και οι μισθολογικές εξελίξεις, σε συνδυασμό με τους κινδύνους επιβράδυνσης της οικονομίας και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η ING εκτιμά ότι η ΕΚΤ αναμένει ένα πρώτο κύμα πληθωρισμού, ξεκινώντας από τα καύσιμα, με δευτερογενείς επιπτώσεις σε μεταφορές, τρόφιμα και βιομηχανικά προϊόντα.
«Όσο αυτό παραμένει ένα προσωρινό κύμα, δεν απαιτείται αύξηση επιτοκίων», σημείωσε ο Μπρέζκι.
«Όσο διαρκεί ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ, αυξάνεται η πιθανότητα να πληγούν κρίσιμα σημεία της οικονομίας. Γι’ αυτό βλέπουμε την ΕΚΤ να εξετάζει τουλάχιστον μία αύξηση επιτοκίων «ασφαλείας»».
Ο καθηγητής στρατηγικής και επιχειρηματικότητας στο Nova School of Business and Economics, Αντόνιο Αλβαρένγκα, ανέφερε ότι οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ εμφανίζονται πιο προσεκτικοί και υπό όρους από ό,τι συνήθως.
«Η ΕΚΤ εισέρχεται στη συνεδρίαση του Απριλίου με ένα ασυνήθιστα ευρύ φάσμα πιθανών σεναρίων, σε ένα περιβάλλον ασθενικής ανάπτυξης, επίμονου πληθωρισμού και αυξημένων κινδύνων από τις τιμές ενέργειας λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή», σημείωσε.
Πρόσθεσε ότι η παραδοσιακή καθοδήγηση για την πορεία των επιτοκίων έχει ουσιαστικά υποχωρήσει, με την ΕΚΤ να δίνει έμφαση σε μια πιο ευέλικτη «αντίδραση ανάλογα με τα δεδομένα».
«Ο πόλεμος αλλάζει το είδος της καθοδήγησης που είναι αξιόπιστη. Το καλύτερο που μπορούν να κάνουν είναι να επικοινωνούν υπό όρους: αν οι πληθωριστικές προσδοκίες αποσταθεροποιηθούν ή ενισχυθούν οι δευτερογενείς επιπτώσεις από την ενέργεια, τότε θα αντιδράσουμε», ανέφερε.
«Το τίμημα είναι μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις αγορές. Ωστόσο, για την ΕΚΤ ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να εγκλωβιστεί σε μια προκαθορισμένη πορεία και να αναγκαστεί να την ανατρέψει απότομα αν αλλάξουν τα δεδομένα».
Διαβάστε ακόμη
Κτηματολόγιο: Στην τελική ευθεία ένα έργο δεκαετιών – Μετρήσιμη πρόοδος και ψηφιακή αναβάθμιση
Ακτοπλοΐα υπό πίεση: Περικοπές δρομολογίων και «ασφυξία» από το κόστος καυσίμων
Πέρασε και άλλο δεξαμενόπλοιο του Γιώργου Προκοπίου από τα Στενά του Ορμούζ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
