Μόλις τρεις εβδομάδες αφότου η ΕΚΤ αύξησε ομόφωνα τα επιτόκια ως απάντηση στον πόλεμο στο Ιράν, δεν υπάρχει συναίνεση ως προς το τι πρέπει να γίνει στη συνέχεια.
Τις τελευταίες ημέρες, καθώς οι αξιωματούχοι συγκεντρώθηκαν στη Σίντρα της Πορτογαλίας για το ετήσιο συμπόσιό τους, ήρθαν στην επιφάνεια διαφωνίες σχετικά με το αν το κόστος δανεισμού πρέπει να αυξηθεί περαιτέρω για να επανέλθει ο πληθωρισμός στο 2% αλλά και για το πώς θα επηρεαστεί η οικονομία από την πυρετώδη ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Το θέμα των επιτοκίων
Στις αγορές έχουν επίσης αρχίσει να διαφαίνονται αμφιβολίες για το αν θα υπάρξει νέα κίνηση εντός του έτους.
Στο ένα στρατόπεδο βρίσκονται υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής όπως ο επικεφαλής οικονομολόγος Φίλιπ Λέιν, οι οποίοι προειδοποιούν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις που προκλήθηκαν από την έναρξη της σύγκρουσης εξακολουθούν να εκδηλώνονται και ενδέχεται να φανoύν σε όλα τα επίπεδα, από ισχυρότερες μισθολογικές απαιτήσεις έως καθυστερημένες αυξήσεις στο κόστος των τροφίμων και των υπηρεσιών.
Άλλοι, ωστόσο, εκπλήσσονται ευχάριστα από την πτώση των τιμών του πετρελαίου που ακολουθεί την πρόοδο στις ειρηνευτικές προσπάθειες και δεν είναι πεπεισμένοι ότι θα υπάρξουν σημαντικές δευτερογενείς επιπτώσεις. Η σημαντική πτώση του πληθωρισμού στην Eυρωζώνη τον Ιούνιο υποστηρίζει αυτή την άποψη. To Bloomberg Economics εκτιμά ότι ο πληθωρισμός έχει κορυφωθεί.
Δεν φαίνεται πιθανό να υπάρξουν σημαντικές εντάσεις κατά την επόμενη απόφαση νομισματικής πολιτικής τον Ιούλιο, καθώς οι επενδυτές δεν αναμένουν σχεδόν καμία ενέργεια. Ωστόσο, μέχρι την επόμενη συνεδρίαση τον Σεπτέμβριο θα έχουν συγκεντρωθεί περισσότερα στοιχεία, μεταξύ άλλων και για τους μισθούς. Αυτό καθιστά πιο πιθανό να οξυνθούν τυχόν διαφωνίες σχετικά με τα επόμενα μέτρα.
Ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Εσθονίας, Oύλο Κάασικ, και ο Έλληνας ομόλογός του, Γιάννης Στουρνάρας, αποτύπωσαν με τον καλύτερο τρόπο τα δύο άκρα της συζήτησης.
Ο Κάασικ δήλωσε στο Bloomberg ότι θεωρεί «λογική» την ιδέα τουλάχιστον μιας ακόμη αύξησης, ενώ ο Γιάννης Στουρνάρας ανέφερε σε ξεχωριστή συνέντευξη ότι, όπως έχουν τα πράγματα, «ίσως είναι καλό να παραμείνουμε στο σημερινό επίπεδο για κάποιο διάστημα».
Τέτοιου είδους διαφορά απόψεων απουσίαζε για κάποιο διάστημα από τις συζητήσεις για τη νομισματική πολιτική και η Πρόεδρος Κριστίν Λαγκάρντ αναγνώρισε ότι έχουν σημειωθεί ραγδαίες αλλαγές στο γενικό πλαίσιο τον τελευταίο καιρό.
Οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό και οι καθοδικοί κίνδυνοι για την ανάπτυξη «είναι πιθανώς πιο ισορροπημένοι σε γενικές γραμμές από ό,τι πριν από μερικές εβδομάδες, ως αποτέλεσμα των εξελίξεων που παρατηρούμε, οι οποίες συμβαίνουν με ταχύτητα», δήλωσε σε μια συζήτηση που έκλεισε το Φόρουμ της ΕΚΤ για την Κεντρική Τραπεζική, στην οποία συμμετείχε και ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς.
Μεγάλο μέρος της αλλαγής οφείλεται στην πτώση των τιμών του πετρελαίου σε προπολεμικά επίπεδα, τα οποία βρίσκονται σημαντικά κάτω από τις προβλέψεις που είχε κάνει η ΕΚΤ μόλις τον περασμένο μήνα.
Οι τιμές στην Eυρωζώνη αυξήθηκαν κατά 2,8% τον Ιούνιο, σημειώνοντας επιβράδυνση από την άνοδο του 3,2% του Μαΐου και καταγράφοντας επίπεδο χαμηλότερο από την εκτίμηση του 3% των αναλυτών που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση του Bloomberg. Ένας δείκτης που εξαιρεί ευμετάβλητα είδη όπως τα τρόφιμα και η ενέργεια, καθώς και ένας δείκτης υπηρεσιών που παρακολουθείται στενά, σημείωσαν επίσης πτώση.
Απορρίπτοντας την πιθανότητα σοβαρών επιπτώσεων στον πληθωρισμό από τη σύγκρουση και υποδηλώνοντας περιορισμένη προθυμία για νέα αύξηση των επιτοκίων, ο Φινλανδός Όλι Ρεν δήλωσε στο Bloomberg Television ότι δεν βλέπει «να υλοποιούνται σημαντικές δευτερογενείς επιπτώσεις».
Από την άλλη, ο Αυστριακός Μάρτιν Κόχερ δήλωσε σε ξεχωριστή συνέντευξη ότι η απειλή του πληθωρισμού έχει «σίγουρα μειωθεί, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα».
Ούτε ο Πρίμοζ Ντόλεντς ούτε ο Μάρτινς Κάζακς, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου από τη Σλοβενία και τη Λετονία, είδαν καμία επείγουσα ανάγκη να αναλάβουν δράση τον Ιούλιο, ενώ ο Πιέρ Βουντς από το Βέλγιο άφησε να εννοηθεί ότι ίσως να μην υπάρχει καν λόγος για ένα δεύτερο βήμα.
Ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιοακίμ Νάγκελ συμμερίστηκε αυτή την άποψη, παρότι παραδέχτηκε ότι η πτώση των τιμών του πετρελαίου «ήταν σίγουρα μια έκπληξη».
Το θέμα της τεχνητής νοημοσύνη
Σε σχεδόν κάθε συζήτηση, πάντως, κυριαρχούσε μία σημαντική άγνωστη πτυχή: πώς η τεχνητή νοημοσύνη θα επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία και, κατά συνέπεια, την αποστολή τους να διασφαλίζουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η γενική συναίνεση ήταν πως ότι η τεχνητή νοημοσύνη έχει τη δύναμη να ανατρέψει τα πάντα και να δημιουργήσει προβλήματα που δεν μπορούν καν να φανταστούν αυτή τη στιγμή.
«Αν η τεχνητή νοημοσύνη ξεπεράσει τις προσδοκίες, θα επηρεάσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αν η τεχνητή νοημοσύνη υπολείπεται των προσδοκιών, θα επηρεάσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα», δήλωσε ο Τόρστεν Σλοκ της Apollo Global Management στη σύνοδο της Σίντρα.
Ενώ η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βελτιώσει κάθε πτυχή της ζωής των πολιτών, ο φόβος πολλών ομιλητών ήταν ότι μπορεί επίσης να την αναστατώσει και ότι οι αρμόδιοι για τα οικονομικά διαθέτουν ελάχιστα ή και καθόλου εργαλεία για να την σταματήσουν.
Στην περίπτωση των χρηματιστηριακών συναλλαγών, η αυτοματοποίηση διαχειρίζεται ήδη τις περισσότερες λειτουργίες. Ωστόσο, μια ώθηση που θα προέρχεται από την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να γιγαντώσει φούσκες και στη συνέχεια να τις σκάσει.
Μια πιθανή φούσκα που δημιουργεί ήδη η τεχνητή νοημοσύνη είναι αυτή των μετοχών εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, η οποία οφείλεται εν μέρει στις τεράστιες κεφαλαιουχικές δαπάνες για τα δομικά στοιχεία της τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες, σύμφωνα με την εκτίμηση του Σλοκ, είχαν προσθέσει 1% μόνο στο ΑΕΠ των ΗΠΑ.
Αν και οι αποτιμήσεις έχουν υποχωρήσει τις τελευταίες εβδομάδες, οι ειδικοί παρομοιάζουν την ταχεία άνοδο των τιμών με μερικές από τις μεγαλύτερες καταρρεύσεις στην ιστορία, όπως η «μανία» για τους βρετανικούς σιδηροδρόμους της δεκαετίας του 1840, η «φρενήρης δεκαετία του 1920» ή το σκάσιμο της φούσκας των εταιρειών dotcom.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα βοηθήσει — αλλά και θα περιπλέξει — τη χορήγηση δανείων. Οι τράπεζες θα είναι σε θέση να πραγματοποιούν πιο εξελιγμένες πιστωτικές αναλύσεις και να παρέχουν χρηματοδότηση σε δανειολήπτες που σήμερα βρίσκονται εκτός της παραδοσιακής σφαίρας δράσης τους. Ωστόσο, η εποπτεία αυτού του φαινομένου θα είναι πολύ δύσκολη.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα δημιουργήσει επίσης ένα χάσμα μεταξύ πλουσιότερων και φτωχότερων επιχειρήσεων και χωρών.
Η άμυνα έναντι κακόβουλων απειλών θα γίνει ακόμη πιο δαπανηρή, και επιχειρήσεις που διαφορετικά θα ήταν βιώσιμες θα δυσκολευτούν να προστατευθούν.
Ωστόσο, ο απόλυτος κίνδυνος είναι ότι η υπερβολική επιτυχία της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να υπονομεύσει θεμελιωδώς την παγκόσμια οικονομία, σύμφωνα με το Reuters.
Εάν η τεχνητή νοημοσύνη ανταποκριθεί σε ορισμένες από τις πιο αισιόδοξες προσδοκίες για την αποδοτικότητα, οι μηχανές θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν μαζικά τους ανθρώπους, προκαλώντας υψηλή ανεργία. Αυτό, με τη σειρά του, θα μειώσει το διαθέσιμο εισόδημα και θα ωθήσει την οικονομία σε ύφεση, υπονομεύοντας την αιτιολόγηση της επένδυσης.
Αν όμως η ΤΝ είναι λιγότερο επιτυχημένη, τότε η τεράστια επένδυση στον τομέα δεν θα αποφέρει τις αναμενόμενες αποδόσεις.
Διαβάστε ακόμη
Οι λέσχες ανάγνωσης επιστρέφουν και δεν είναι μόνο για τα βιβλία
Στενά του Ορμούζ: Τα νέα σχέδια για την ενεργειακή ασφάλεια μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
