Η παγκόσμια κοινότητα παρακολουθεί μια σύγκρουση δύο παράλληλων αποκλεισμών: η Ουάσιγκτον επιχειρεί να περιορίσει τα έσοδα της Τεχεράνης από το πετρέλαιο, ενώ το Ιράν απειλεί τη βασική αρτηρία της παγκόσμιας ενεργειακής ροής, τα Στενά του Ορμούζ. Και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν τη διατάραξη της ενέργειας ως εργαλείο οικονομικής πίεσης, με στόχο την απόσπαση πολιτικών παραχωρήσεων, σημειώνουν οι Financial Times.
Για το Ιράν, η προοπτική ότι ένας ναυτικός αποκλεισμός θα το εξαναγκάσει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις παραμένει περιορισμένη. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί τεχνικό έλεγχο της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, έχοντας τη δυνατότητα να την αυξομειώνει. Ακόμη κι αν ο αποκλεισμός πλήξει τα έσοδα και διαβρώσει μακροπρόθεσμα την παραγωγική ικανότητα, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι η οικονομική πίεση θα κάμψει ένα καθεστώς, που διαχρονικά δίνει προτεραιότητα στη στρατηγική του επιβίωση έναντι της ευημερίας. Σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια εξέλιξη απαιτεί χρόνο.
Για τον υπόλοιπο κόσμο, όμως, ο χρόνος αυτός στενεύει. Σε επίπεδο όγκου, ο de facto αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν συνιστά τη μεγαλύτερη διαταραχή στην ιστορία των παγκόσμιων αγορών πετρελαίου. Πολλοί αναρωτιούνται γιατί οι αγορές δεν βρίσκονται σε μεγάλο πανικό: οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί, αλλά όχι στον βαθμό που παρατηρήθηκε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ενώ τα χρηματιστήρια παραμένουν σχετικά ανθεκτικά.
Η φαινομενική ψυχραιμία των αγορών δεν είναι απαραίτητα παράλογη. Τα αποθέματα και οι προσδοκίες προσφέρουν την εξήγηση: όταν ξεκίνησαν οι επιθέσεις, η αγορά πετρελαίου ήταν επαρκώς τροφοδοτημένη, με την προσφορά να υπερβαίνει τη ζήτηση και τα αποθέματα να βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές δείχνουν να προεξοφλούν ότι η σύγκρουση θα αποκλιμακωθεί πριν εξαντληθούν τα αποθέματα. Αν και οι άμεσες τιμές έχουν αυξηθεί, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για τους επόμενους μήνες είναι χαμηλότερα και υποχωρούν.
Τι θα συμβεί, όμως, αν οι δύο αποκλεισμοί παραταθούν;
Ένα επιχείρημα που συχνά προβάλλεται για να εξηγηθεί η ηρεμία των αγορών είναι ότι το πετρέλαιο δεν έχει πλέον την ίδια σημασία όπως στο παρελθόν. Η ενεργειακή ένταση της παγκόσμιας οικονομίας —δηλαδή η ποσότητα πετρελαίου που απαιτείται για την παραγωγή οικονομικού προϊόντος— έχει μειωθεί δραστικά τις τελευταίες δεκαετίες. Το 1973, κατά την πρώτη πετρελαϊκή κρίση, απαιτούνταν περίπου 131 λίτρα πετρελαίου για κάθε 1.000 δολάρια παγκόσμιου ΑΕΠ (σε τιμές 2025). Το 1980 η ποσότητα αυτή είχε μειωθεί στα 116 λίτρα, ενώ πέρυσι διαμορφώθηκε στα 52 λίτρα.
Παρά τη σημαντική αυτή βελτίωση —περίπου 60% χαμηλότερη επιβάρυνση σε σχέση με πριν από μισό αιώνα— το πετρέλαιο εξακολουθεί να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο. Η μείωση της έντασης σημαίνει ότι οι πραγματικές τιμές μπορούν να αυξηθούν σημαντικά πριν προκαλέσουν τη μακροοικονομική ζημία που συνδέθηκε με προηγούμενες κρίσεις. Με προσαρμογή για τον πληθωρισμό και τη βελτίωση της αποδοτικότητας, μια τιμή 115 δολαρίων ανά βαρέλι σήμερα αντιστοιχεί σε περίπου 339 δολάρια του 1980 σε σημερινές τιμές.
Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη αποτελεί δίκοπο μαχαίρι, σύμφωνα με τους FT. Η κατανάλωση πετρελαίου είναι πλέον πιο συγκεντρωμένη σε χρήσεις υψηλής αξίας και σε τομείς χωρίς εύκολες εναλλακτικές, όπως οι οδικές και αεροπορικές μεταφορές και η ναυτιλία. Πρόκειται για δραστηριότητες που αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της οικονομίας και εμφανίζουν μικρότερη ευαισθησία στις τιμές. Όταν διαταράσσονται, οι επιπτώσεις μεταδίδονται ταχύτατα σε όλο το οικονομικό σύστημα.
Παραδοσιακά, οι αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου οδηγούσαν σε ύφεση μέσω του πληθωρισμού και της αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής ή μέσω της άμεσης επιβάρυνσης της ανάπτυξης, λόγω μείωσης της αγοραστικής δύναμης. Σήμερα, όμως, το σοκ πλήττει κυρίως κρίσιμες χρήσεις χωρίς υποκατάστατα. Το κόστος μεταφράζεται σε απώλεια οικονομικής δραστηριότητας, καθώς «κλείνουν» βασικοί κόμβοι της παραγωγής.
Με αυτή την έννοια, το πετρέλαιο λειτουργεί όπως οι σπάνιες γαίες: μικρό σε μέγεθος σε σχέση με το ΑΕΠ, αλλά απολύτως απαραίτητο για τη λειτουργία του. Εάν η διαταραχή στην προσφορά οδηγήσει σε εκτίναξη των τιμών και σε αναγκαστική μείωση της ζήτησης, η προσαρμογή μπορεί να είναι απότομη και δυσανάλογη ως προς τις επιπτώσεις στην οικονομία.
Οι σύγχρονες, ανεπτυγμένες οικονομίες, βασισμένες στις υπηρεσίες, δεν διαθέτουν εύκολες διεξόδους. Οι διαταραχές στις μεταφορές καθιστούν τις εφοδιαστικές αλυσίδες ευάλωτες και τις συνέπειες απρόβλεπτες. Όσο περισσότερο διαρκούν οι δύο αποκλεισμοί, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα μιας κρίσης τύπου «σοκ» στις μεγάλες οικονομίες, αντί μιας σταδιακής επιβράδυνσης.
Σε ένα θεοκρατικό καθεστώς όπως το Ιράν, η οικονομική πίεση μπορεί να κατασταλεί. Σε μια δημοκρατία, όμως, η διακινδύνευση της οικονομικής σταθερότητας συνεπάγεται αναπόφευκτα πολιτικό κόστος.
Διαβάστε ακόμη
Οριστικό: Η Ryanair κλείνει τον χειμώνα τη βάση της στη Θεσσαλονίκη
Citi για ΔΕΗ: Τι φέρνει το νέο σχέδιο των €24 δισ. – Aνεβάζει την τιμή στόχο στα €22,60
Γιγαντιαίο ρουμπίνι 11.000 καρατίων ανακαλύφθηκε στη Μιανμάρ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
