Οι γαλλικές μετοχές βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα μέτωπο πολιτικών κινδύνων, το οποίο απειλεί να παρατείνει την υστέρησή τους έναντι των υπόλοιπων ευρωπαϊκών αγορών.
Ο δείκτης CAC 40 έχει ενισχυθεί κατά 3,6% από την αρχή του έτους και στις αρχές Αυγούστου έφθασε σε ιστορικό υψηλό. Ωστόσο, η επίδοσή του υπολείπεται αισθητά της ανόδου κατά 11% του Stoxx Europe 600. Οι επενδυτές προετοιμάζονται τώρα για την αξιολόγηση της Fitch αυτή την εβδομάδα, πριν ακολουθήσουν οι δύσκολες διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό και, μέσα στους επόμενους μήνες, οι προεδρικές εκλογές.
Οι εταιρείες που συμμετέχουν στον CAC 40 αντλούν λιγότερο από το ένα πέμπτο των πωλήσεών τους από τη γαλλική αγορά, γεγονός που προσφέρει στον δείκτη έναν βαθμό προστασίας απέναντι στις εγχώριες αναταράξεις. Στην αγορά ομολόγων, ωστόσο, η εικόνα είναι διαφορετική. Οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου για να διακρατούν γαλλικό κρατικό χρέος από τότε που ο Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν προκήρυξε πρόωρες βουλευτικές εκλογές τον Ιούνιο του 2024.
«Οι επενδυτές αρχίζουν να συνειδητοποιούν περισσότερο την πιθανότητα μεταβλητότητας γύρω από τους πολιτικούς κινδύνους στη Γαλλία», δήλωσε η Μαρίνα Ζάβολοκ, επικεφαλής στρατηγικής ευρωπαϊκών μετοχών της Morgan Stanley. Όσοι έχουν μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα είναι πιθανότερο να αποθαρρυνθούν από την αβεβαιότητα που περιβάλλει την πορεία των γαλλικών αγορών, πρόσθεσε.
Πέντε πρωθυπουργοί από το 2024
Η Γαλλία έχει αλλάξει πέντε πρωθυπουργούς από το 2024, ενώ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ασθενική οικονομική ανάπτυξη και υψηλό δημόσιο χρέος. Πρόσφατη έρευνα της Bank of America έδειξε ότι, σε καθαρούς όρους, το 56% των διαχειριστών κεφαλαίων χαρακτηρίζει τη Γαλλία ως τη λιγότερο προτιμώμενη ευρωπαϊκή χρηματιστηριακή αγορά, ποσοστό-ρεκόρ.
Η κυβέρνηση μειοψηφίας του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνί πρόκειται να παρουσιάσει το πλήρες νομοσχέδιο για τον προϋπολογισμό στα τέλη Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, τα δημοσιονομικά σχέδια της κυβέρνησης καλύπτονται από μεγάλη αβεβαιότητα, καθώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης στρέφουν ολοένα περισσότερο την προσοχή τους στις ιδιαίτερα κρίσιμες προεδρικές εκλογές, η διαδικασία των οποίων αρχίζει τον Απρίλιο.
Η Μαρίν Λεπέν του ακροδεξιού Εθνικού Συναγερμού προηγείται στις δημοσκοπήσεις ως προς τις προτιμήσεις των ψηφοφόρων. Εάν οι πολιτικές διαφωνίες εμποδίσουν την ψήφιση του προϋπολογισμού πριν από τις εκλογές, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας θα μπορούσε να διευρυνθεί κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ.
Οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη πολιτική έκθεση
Στοιχεία της Goldman Sachs δείχνουν ότι μεταξύ των κλάδων που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στον πολιτικό κίνδυνο βρίσκονται οι τράπεζες, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, οι τηλεπικοινωνίες και οι βιομηχανίες.
Στο καλάθι των μετοχών με υψηλή έκθεση πωλήσεων στη γαλλική αγορά περιλαμβάνονται εταιρείες όπως οι BNP Paribas, Orange, Engie και Vinci.
Τα ισχυρά αποτελέσματα των τραπεζών έχουν βοηθήσει αυτές τις μετοχές να καταγράψουν άνοδο 7,3% φέτος, έναντι μόλις 1,1% για το αντίστοιχο καλάθι εταιρειών με μεγαλύτερη διεθνή έκθεση. Αυτή η υπεραπόδοση, όμως, σημαίνει επίσης ότι οι συγκεκριμένες μετοχές θα μπορούσαν να υποστούν μεγαλύτερες απώλειες εάν οι πολιτικές ανησυχίες ενταθούν.
Η σχετική απόδοση του δείκτη παρουσιάζει στενή συσχέτιση με το spread μεταξύ των αποδόσεων των 10ετών γαλλικών και γερμανικών ομολόγων, το οποίο έχει διευρυνθεί τις τελευταίες εβδομάδες και κινείται κοντά στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας διετίας.
Η περαιτέρω αύξηση της διαφοράς αποδόσεων περιορίζει την ελκυστικότητα των γαλλικών μετοχών και ταυτόχρονα μειώνει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να πραγματοποιούν επενδύσεις, επιβαρύνοντας τελικά την ανταγωνιστικότητά τους.
Πόσο πολιτικό ρίσκο έχει ήδη προεξοφλήσει η αγορά
Άλλοι δείκτες υποδηλώνουν ότι οι γαλλικές αγορές έχουν ήδη αρχίσει να ενσωματώνουν στις αποτιμήσεις τους ένα σημαντικό μέρος του πολιτικού κινδύνου.
Ανάλυση της Barclays διαπιστώνει ότι οι γαλλικές μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης εμφανίζουν ήδη ένα ασφάλιστρο κινδύνου που βρίσκεται κοντά στα υψηλότερα επίπεδα που έχουν παρατηρηθεί στο αντίστοιχο στάδιο προηγούμενων εκλογικών κύκλων. Οι υπολογισμοί βασίζονται στη διαφορά της προσδοκώμενης μεταβλητότητας Μαρτίου/Ιουνίου μεταξύ του CAC 40 και του S&P 500.
«Αυτό υποδηλώνει ότι, παρότι το εκλογικό ασφάλιστρο μπορεί να συνεχίσει να αυξάνεται, ένα σημαντικό μέρος της πολιτικής αβεβαιότητας έχει ήδη ενσωματωθεί στις σημερινές τιμές», ανέφεραν οι αναλυτές Στέφανο Πασκάλε και Ανσούλ Γκούπτα.
Οι Air Liquide, Axa και Renault παρουσιάζουν ιστορικά τη μεγαλύτερη ευαισθησία στις μεταβολές του spread μεταξύ γαλλικών και γερμανικών ομολόγων, γεγονός που υποδηλώνει ότι ενδέχεται να βρεθούν ιδιαίτερα εκτεθειμένες εάν αυξηθεί περαιτέρω το ασφάλιστρο κινδύνου του γαλλικού κρατικού χρέους.
Η αδύναμη οικονομία επιβαρύνει το κλίμα
Πρόσθετη πίεση στις αγορές ασκεί η υποτονική πορεία της γαλλικής οικονομίας. Η επιχειρηματική δραστηριότητα συρρικνώθηκε περαιτέρω τον Αύγουστο, κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας του τομέα υπηρεσιών.
Η ανάπτυξη του ΑΕΠ επιταχύνθηκε το δεύτερο τρίμηνο, έπειτα από στασιμότητα στην αρχή του έτους, αλλά εξακολουθεί να υπολείπεται της ανάπτυξης της Ευρωζώνης. Παράλληλα, το ποσοστό ανεργίας κινείται σε επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί από το 2020.
Ορισμένοι επενδυτές θεωρούν ότι μεγαλύτερη προστασία από την εγχώρια πολιτική αναταραχή μπορούν να προσφέρουν μεγάλοι βιομηχανικοί όμιλοι, όπως οι Schneider Electric και Legrand, οι οποίοι πραγματοποιούν το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεών τους στο εξωτερικό.
Ο συγκεκριμένος κλάδος γίνεται ακόμη πιο ελκυστικός καθώς η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει τη ζήτηση για data centers και ενεργειακές υποδομές, σύμφωνα με την Κριστίνα Κάρλστεν, διαχειρίστρια κεφαλαίων στην Banque Piguet Galland.
Ωστόσο, δεν έχουν καταφέρει όλες οι γαλλικές πολυεθνικές να προστατευθούν από τις πιέσεις του 2026. Οι κολοσσοί στπν κλάδο πολυτελείας LVMH και Hermès έχουν υποχωρήσει κατά 30% και 27% αντίστοιχα, καταγράφοντας ορισμένες από τις χειρότερες επιδόσεις στον CAC 40. Οι δύο όμιλοι έχουν πληγεί από τον πόλεμο με το Ιράν και από την υποτονική καταναλωτική δαπάνη στην κρίσιμη αγορά της Κίνας.
Η Κάρλστεν εκτιμά ότι η συνολική υστέρηση του γαλλικού χρηματιστηρίου σημαίνει πως «πολλά από τα άσχημα νέα» έχουν ήδη ενσωματωθεί στις τιμές. Ωστόσο, οι επενδυτές είναι πιθανό να παραμείνουν στο περιθώριο μέχρι να υπάρξει σαφέστερη εικόνα για την κατεύθυνση που θα πάρουν οι προεδρικές εκλογές.
Διαβάστε ακόμη
Καύσιμα: Ακριβότερο το γέμισμα του ρεζερβουάρ – Γιατί το diesel βρίσκεται στη ζώνη υψηλού κινδύνου
Κίνα και Ελλάδα: Τα δύο διαφορετικά μοντέλα που πρωταγωνιστούν στην παγκόσμια ναυτιλία
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
