Από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, οι ανησυχίες για νέα άνοδο του πληθωρισμού και πιθανές αυξήσεις επιτοκίων έχουν επαναφέρει έντονες πιέσεις στις αγορές ομολόγων. Οι τιμές των τίτλων υποχωρούν και οι αποδόσεις ανεβαίνουν αισθητά, αγγίζοντας σε ορισμένες περιπτώσεις επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν εδώ και πολλά χρόνια.
Το δεκαετές γερμανικό ομόλογο διαμορφώνεται πλέον κοντά στο 3,1%, επίπεδο αντίστοιχο με εκείνο που είχε καταγραφεί τελευταία φορά πριν από περίπου 15 χρόνια. Η απόδοση του δεκαετούς βρετανικού τίτλου έχει ξεπεράσει το τελευταίο τριήμερο το 5,1%, επιστρέφοντας στα επίπεδα της αρχής της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Στις ΗΠΑ, η απόδοση των 30ετών ομολόγων πέρασε ξανά πάνω από το όριο του 5%.
Το σκηνικό αυτό φέρνει στους επενδυτές αναμνήσεις από το σοκ του 2022. Μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, η εκτίναξη στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου ώθησε υψηλότερα τον πληθωρισμό, τα επιτόκια και τις αποδόσεις των κρατικών τίτλων. Οι τιμές των ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων, όπως αποτυπώνονται στον δείκτη European Government Bond Index, κατέρρευσαν σχεδόν κατά 20%.
Παρά τις ομοιότητες, αρκετοί στρατηγικοί αναλυτές θεωρούν πλέον τα ομόλογα πιο ελκυστικά σε σχέση με τότε — υπό μία βασική προϋπόθεση, επισημαίνει η γερμανική Handelsblatt. Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με το 2022 είναι το σημείο εκκίνησης. Στις αρχές εκείνης της χρονιάς, το επιτόκιο καταθέσεων της EKT βρισκόταν στο μηδέν, ενώ τα δεκαετή γερμανικά ομόλογα είχαν ακόμη αρνητικές αποδόσεις.
Ο ταχύτερος κύκλος αυξήσεων επιτοκίων στην ιστορία
Ακολούθησε ο ταχύτερος παγκόσμιος κύκλος αυξήσεων επιτοκίων που έχει καταγραφεί. Ως αποτέλεσμα, η απόδοση του δεκαετούς γερμανικού τίτλου —που λειτουργεί ως βασικό σημείο αναφοράς για τις ευρωπαϊκές αγορές— εκτινάχθηκε στο 2,5% έως τα τέλη του 2022 και άγγιξε το 3% τον Οκτώβριο του 2023.
Έκτοτε, η ΕΚΤ έχει ήδη μειώσει ξανά το βασικό επιτόκιο καταθέσεων στο 2%. Ωστόσο, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων δεν ακολούθησαν αντίστοιχη πορεία αποκλιμάκωσης. Υποχώρησαν μόνο προσωρινά και τελικά παρέμειναν σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα.
Ένας βασικός λόγος είναι ότι η Γερμανία και άλλες χώρες αυξάνουν συνεχώς τον δανεισμό τους, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις σε άμυνα και υποδομές. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη προσφορά νέων ομολόγων στην αγορά.
«Για να υπάρξει επαρκής ζήτηση, τα κράτη πρέπει να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις στους επενδυτές», εξηγεί ο Μάρτιν Χάρτμαν.
Πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, η απόδοση του δεκαετούς γερμανικού τίτλου είχε υποχωρήσει στο 2,6%. Έκτοτε, όμως, άγγιξε σχεδόν το 3,2%. Στην άνοδο συνέβαλε το γεγονός ότι οι επενδυτές, λόγω της αναζωπύρωσης του πληθωρισμού, άρχισαν να προεξοφλούν ξανά αυξήσεις επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αντί για περαιτέρω μειώσεις.
Σε αντίθεση, πάντως, με το 2022, οι περισσότεροι αναλυτές δεν αναμένουν επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων. «Υπάρχουν μνήμες από το 2022, αλλά και ουσιαστικές διαφορές», σημειώνει ο Έλμαρ Φέλκερ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η οικονομική ανάπτυξη παραμένει αδύναμη και, επομένως, δεν διαφαίνεται ο κίνδυνος μιας έντονης μισθολογικής-πληθωριστικής σπείρας. Οι οικονομολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο αυτό όταν η αύξηση του πληθωρισμού οδηγεί σε υψηλότερους μισθούς και οι αυξήσεις μισθών τροφοδοτούν εκ νέου τον πληθωρισμό μέσω ακριβότερων προϊόντων και υπηρεσιών.
Οι περισσότεροι αναλυτές θεωρούν περιορισμένο τον κίνδυνο νέας μεγάλης ανόδου στις αποδόσεις. Κατά μέσο όρο, οι τράπεζες που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg εκτιμούν ότι η απόδοση του δεκαετούς γερμανικού ομολόγου θα επιστρέψει λίγο κάτω από το 3% έως το τέλος του έτους.
Η Commerzbank προβλέπει επίπεδα κοντά στο 3%, αν και δεν αποκλείει μια προσωρινή άνοδο έως το 3,4% εξαιτίας των αυξημένων πληθωριστικών προσδοκιών και πιθανών κινήσεων της ΕΚΤ. «Δεν θα ήταν κάτι δραματικό», υποστηρίζει ο Χάρτμαν.
Για τον ίδιο λόγο, θεωρεί ότι τα μακροπρόθεσμα ομόλογα έχουν γίνει ξανά ενδιαφέροντα. Ο Μίχαελ Βάιντνερ χαρακτηρίζει την τρέχουσα συγκυρία «την πιο ελκυστική εδώ και πολύ καιρό», ενώ ο Ίαν Στίλι εκτιμά ότι «ίσως πρόκειται για πολύ καλή στιγμή ώστε οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές να “κλειδώσουν” υψηλές αποδόσεις».
Ο κίνδυνος των τιμών ενέργειας
Βασική προϋπόθεση για τα περισσότερα από αυτά τα σενάρια είναι η σχετικά γρήγορη λήξη του πολέμου με το Ιράν. «Το βασικό μας σενάριο είναι ότι θα υπάρξει λύση έως τα τέλη Ιουνίου», σημειώνει ο Χάρτμαν. Σε διαφορετική περίπτωση, τόσο οι τιμές του πετρελαίου όσο και οι αποδόσεις των ομολόγων ενδέχεται να κινηθούν ακόμη υψηλότερα.
Παρόμοια άποψη εκφράζει και ο Φέλκερ της LBBW: «Αν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν στα τρέχοντα επίπεδα για τρεις ή έξι μήνες, τότε μπορεί να επανέλθουν οι φόβοι για μισθολογική-πληθωριστική σπείρα».
Από την πλευρά του, ο Στίλι της JP Morgan Asset Management βλέπει επιχειρήματα υπέρ των κρατικών ομολόγων ακόμη και σε ένα σενάριο παρατεταμένου πολέμου.
«Αν η σύγκρουση συνεχιστεί και οι τιμές πετρελαίου παραμείνουν υψηλές, οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό θα μετατραπούν γρήγορα σε ανησυχίες για την ανάπτυξη», σημειώνει. Σε ένα ακραίο σενάριο παγκόσμιας ύφεσης, τα κρατικά ομόλογα θα μπορούσαν να επιστρέψουν στον ρόλο του ασφαλούς καταφυγίου, οδηγώντας τις τιμές τους υψηλότερα και τις αποδόσεις χαμηλότερα.
Πώς λειτουργούν οι αποδόσεις
Οι τιμές και οι αποδόσεις των ομολόγων κινούνται αντίθετα, επειδή τα κουπόνια των ομολόγων είναι σταθερά και υπολογίζονται επί της ονομαστικής αξίας αποπληρωμής. Όταν οι τιμές των ομολόγων ανεβαίνουν, οι αποδόσεις για τους νέους επενδυτές μειώνονται — και αντίστροφα.
Οι επενδυτές που αγοράζουν ομόλογα και τα διακρατούν έως τη λήξη τους μπορούν ουσιαστικά να αγνοήσουν τις ενδιάμεσες διακυμάνσεις στις τιμές. Θα λάβουν την απόδοση που «κλείδωσαν» κατά την αγορά, αρκεί ο εκδότης να μην χρεοκοπήσει. Όπως επισημαίνει ο Φέλκερ, τουλάχιστον στην περίπτωση των γερμανικών κρατικών τίτλων «δεν υπάρχει σοβαρός λόγος ανησυχίας για τον κίνδυνο αθέτησης μέσα στην επόμενη δεκαετία».
Για όσους, όμως, δεν σκοπεύουν να διακρατήσουν τα ομόλογα έως τη λήξη ή επενδύουν μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων και ETFs, η πορεία των τιμών έχει καθοριστική σημασία. Σε αντίθεση με τα ίδια τα ομόλογα, τα funds δεν διαθέτουν ημερομηνία λήξης που να εγγυάται επιστροφή του κεφαλαίου στο 100%.
Αυτό σημαίνει ότι για να καταγράψουν κέρδη μέσω παραδοσιακών ομολογιακών αμοιβαίων κεφαλαίων ή ETFs, οι επενδυτές χρειάζονται άνοδο στις τιμές των ομολόγων ή τουλάχιστον να μη σημειωθεί τόσο μεγάλη πτώση που να εξανεμίσει τα έσοδα από τους τόκους.
Μετά τη μεγάλη κατάρρευση του 2022, τα ομόλογα επέστρεψαν σε θετική τροχιά, προσφέροντας συνολικά απόδοση άνω του 9% βάσει του European Government Bond Index. Η μέση διάρκεια των τίτλων στον δείκτη ανέρχεται στα οκτώ χρόνια.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα ομόλογα μεγάλης διάρκειας παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερες διακυμάνσεις σε σχέση με τα βραχυπρόθεσμα. Αυτό συμβαίνει επειδή οι επιπτώσεις από κινδύνους όπως ο πληθωρισμός επηρεάζουν πολύ περισσότερο τίτλους που λήγουν σε βάθος πολλών ετών.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Φέλκερ της LBBW εμφανίζεται πιο επιφυλακτικός απέναντι στα μακροπρόθεσμα ομόλογα. «Το 3% απόδοσης για ένα δεκαετές γερμανικό ομόλογο μοιάζει ελκυστικό, αλλά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να το αποκτήσει κανείς», σημειώνει.
Όπως εξηγεί, τα τριετή και πενταετή γερμανικά ομόλογα προσφέρουν αποδόσεις περίπου 2,7% και 2,8% αντίστοιχα — «με αισθητά μικρότερες διακυμάνσεις στις τιμές».
Διαβάστε ακόμη
ΗΠΑ και Ιράν: Προσχέδιο ειρηνευτικής συμφωνίας και κατάπαυση πυρός τις επόμενες ώρες
Ελένη Βρεττού (CrediaBank): Σημαντικές οι συνέργειες με την εξαγορά της Ευρώπη Ασφαλιστική
Πολιτικός σεισμός στην Τουρκία μετά την ακύρωση της ηγεσίας του CHP – Βουτιά 6% στο Χρηματιστήριο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.