Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Μπορεί η γαλλική αγορά να σταθεροποιήθηκε αυτή την εβδομάδα, όμως οι γαλλικές μετοχές εξακολουθούν να κινδυνεύουν από ένα νέο κύμα πιέσεων, καθώς οι προσπάθειες περιορισμού του διογκούμενου δημόσιου χρέους και αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των επενδυτών, εν μέσω κοινωνικών αναταραχών, απειλούν να πλήξουν ορισμένους από τους σημαντικότερους επιχειρηματικούς κλάδους της χώρας.

Είναι χαρακτηριστικό πως η Γαλλία καταγράφει τη χειρότερη χρηματιστηριακή επίδοση μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών από τις αρχές του 2026, συνεχίζοντας μια πολυετή περίοδο υποχώρησης, καθώς οι επενδυτές απαιτούν σημαντικές εκπτώσεις στις αποτιμήσεις για να αντισταθμίσουν τους δημοσιονομικούς και πολιτικούς κινδύνους.

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Goldman Sachs, περίπου το ήμισυ αυτής της υποαπόδοσης μπορεί να αποδοθεί σε ένα «ειδικό ασφάλιστρο κινδύνου για τη Γαλλία», και όχι στη διάρθρωση της χρηματιστηριακής αγοράς ανά επιχειρηματικό κλάδο.

«Σχεδόν κάθε γαλλικός κλάδος διαπραγματεύεται πλέον με έκπτωση σε σχέση με τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό και με ακόμη μεγαλύτερη έκπτωση έναντι των αμερικανικών εταιρειών», επεσήμαναν οι αναλυτές της επενδυτικής τράπεζας.

Οι προοπτικές αυτές κινδυνεύουν να επιδεινωθούν περαιτέρω, καθώς η εκτίναξη των αποδόσεων των γαλλικών κρατικών ομολόγων αναγκάζει την κυβέρνηση να προχωρήσει σε εκτεταμένες περικοπές δαπανών, προκειμένου να περιορίσει το διευρυνόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα.

Η πίεση προς το Παρίσι επικεντρώνεται πλέον στην ανάγκη έγκρισης ενός αξιόπιστου προϋπολογισμού πριν από το τέλος του έτους.

Οι προτάσεις για τον προϋπολογισμό του 2027 προβλέπουν εξοικονόμηση 54 δισ. ευρώ, μέσω παρεμβάσεων που περιλαμβάνουν περικοπές στις συντάξεις, την απασχόληση, την υγειονομική περίθαλψη, τις κατασκευές και τις επενδύσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στόχος είναι η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ έως το επόμενο έτος.

Παρότι η απουσία κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ενδέχεται να αναγκάσει την κυβέρνηση να προχωρήσει σε ορισμένες παραχωρήσεις, οι αναλυτές συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό ότι ο προϋπολογισμός θα καταφέρει τελικά να εγκριθεί.

Σε κάθε περίπτωση, μέσα στο αβέβαιο αυτό περιβάλλον, υπάρχουν κάποιοι γαλλικοί όμιλοι που παρουσιάζουν ισχυρότερες αντιστάσεις, αλλά και αντιθέτως συγκεκριμένοι κλάδοι που θεωρούνται πιο ευάλωτοι, όπως εξηγεί η Morningstar σε ανάλυση της.

Safran και Thales: Ο κίνδυνος για την κερδοφορία των αμυντικών εταιρειών

Η αμυντική βιομηχανία αποτελεί έναν από τους ελάχιστους τομείς που δεν επηρεάζονται άμεσα από τις προτεινόμενες περικοπές δαπανών του γαλλικού προϋπολογισμού, με αποτέλεσμα να αντιστέκεται καλύτερα στην… μπόρα που έχει ξεσπάσει το τελευταίο διάστημα.

Ωστόσο, η ενδεχόμενη παράταση της έκτακτης προσαύξησης του φόρου εισοδήματος των επιχειρήσεων θα μπορούσε να επιβαρύνει δυσανάλογα ορισμένες από τις μεγαλύτερες αμυντικές εταιρείες της χώρας.

Η εταιρεία αεροδιαστημικής και άμυνας Safran θα μπορούσε να αποτελέσει το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επιβάρυνσης. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι σημαντικό μέρος των εσόδων της προέρχεται από υπηρεσίες συντήρησης και υποστήριξης αεροσκαφών και κινητήρων, οι οποίες καταχωρίζονται κυρίως στη Γαλλία.

Για το 2026, η Safran προβλέπεται πιθανή επιβάρυνση 500 εκατ. ευρώ από τον πρόσθετο φόρο, με συνολικό φορολογικό συντελεστή 41,2%. Ωστόσο πιέσεις από τις φορολογικές αλλαγές θα δεχτούν και άλλες μεγάλες εταιρείες του κλάδου, όπως η Thales και η Dassault Systemes.

Vinci, Eiffage και Bouygues: Πλήγμα από τη μείωση των επενδύσεων

Οι μετοχές των κατασκευαστικών εταιρειών και των ομίλων υποδομών αντιμετωπίζουν επίσης τον κίνδυνο περιορισμού των επενδύσεων, καθώς ο προτεινόμενος προϋπολογισμός προβλέπει περικοπές στις δημόσιες συμβάσεις και στις επιδοτήσεις στέγασης, παράλληλα με την αύξηση της φορολογίας.

Ιδιαίτερα επιβαρυντική ενδέχεται να αποδειχθεί η αύξηση του φόρου που επιβάλλεται στην εκμετάλλευση μεγάλων μεταφορικών υποδομών.

Σύμφωνα με τον αναλυτή μετοχών της Morningstar, Τζακ Φλέτσερ-Πράις, η συγκεκριμένη αλλαγή θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά μεγάλους κατασκευαστικούς ομίλους όπως η Vinci, η Eiffage και η Bouygues. 

«Το σχέδιο προϋπολογισμού θα αντικαταστήσει τον ενιαίο φορολογικό συντελεστή με μια κλίμακα που θα συνδέεται με την κερδοφορία», επεσήμανε προσθέτοντας ότι, εφόσον ο προϋπολογισμός εγκριθεί πριν από το τέλος του έτους, η αύξηση της φορολογίας είναι πιθανό να εφαρμοστεί στα έσοδα του 2026.

Για την Eiffage, για παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί σε επιβάρυνση της κερδοφορίας κατά περίπου 110 εκατ. ευρώ.

Την ίδια ώρα, τα υψηλότερα επιτόκια και οι αυξημένες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αναμένεται να αποτελέσουν πρόσθετο εμπόδιο για τον κατασκευαστικό κλάδο.

Η ING προβλέπει πλέον ότι η κατασκευαστική δραστηριότητα στη Γαλλία θα συρρικνωθεί κατά 2,5% το 2026, εξαιτίας της εξασθένησης της εμπιστοσύνης στον κλάδο και της υποτονικής ανάπτυξης της οικονομίας. Η τράπεζα αναμένει περαιτέρω μείωση κατά 1,5% το 2027, γεγονός που προδιαγράφει ακόμη μία δύσκολη χρονιά για τις επιχειρήσεις κατασκευών και υποδομών.

BNP Paribas, Société Générale και Crédit Agricole: Οι τράπεζες υπό πίεση

Οι γαλλικές τράπεζες, οι οποίες είχαν επωφεληθεί από το ευρύτερο ανοδικό ράλι του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με τις συνέπειες της επιδείνωσης της δημοσιονομικής κατάστασης.

Ως σημαντικοί κάτοχοι κρατικού χρέους, οι τραπεζικοί όμιλοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στις αναταράξεις της αγοράς ομολόγων. Η υποχώρηση των τιμών των κρατικών τίτλων έχει ήδη επιβαρύνει τις μετοχές των εγχώριων τραπεζών. Οι BNP Paribas, Societe Generale και Crédit Agricole έχουν καταγράψει απώλειες άνω του 25% από τον Αύγουστο, όταν επιταχύνθηκε το κύμα πωλήσεων στη γαλλική αγορά ομολόγων.

Ωστόσο, η τρέχουσα εβδομάδα με τις ανακοινώσεις αποτελεσμάτων τρίτου τριμήνου μπορεί να προσφέρει μια σημαντική ανάσα, καθώς τα θετικά θεμελιώδη μεγέθη των ομίλων μπορεί να αντισταθμίσουν εν μέρει τις πολιτικές και δημοσιονομικές ανησυχίες:

• BNP Paribas: Ανακοίνωσε αποτελέσματα σήμερα, 28 Οκτωβρίου, ξεπερνώντας τις εκτιμήσεις των αναλυτών με καθαρά κέρδη ύψους 3,46 δισ. ευρώ (αύξηση 14% σε ετήσια βάση). Η κερδοφορία της ενισχύθηκε καταλυτικά από το άλμα 50% στα έσοδα από trading μετοχών. Παράλληλα, η διοίκηση υποβάθμισε τις ανησυχίες για την έκθεσή της στο γαλλικό κρατικό χρέος και ανακοίνωσε πρόγραμμα επαναγοράς μετοχών ύψους 1,3 δισ. ευρώ.

• Societe Generale: Ανακοινώνει τα αποτελέσματά της αύριο, Πέμπτη 29 Οκτωβρίου, με τους αναλυτές να προβλέπουν αύξηση των καθαρών κερδών κατά περίπου 9%.

• Crédit Agricole: Κλείνει τον κύκλο των ανακοινώσεων την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου, με τις εκτιμήσεις να κάνουν επίσης λόγο για άνοδο 9% στα καθαρά της κέρδη.

Παρά τα ισχυρά τριμηνιαία εταιρικά αποτελέσματα, οι μακροπρόθεσμες προκλήσεις παραμένουν. Οι παρατεταμένες πιέσεις στις αγορές κρατικού χρέους, η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης και η αύξηση του κινδύνου μη εξυπηρετούμενων δανείων και επιχειρηματικών πτωχεύσεων αναμένεται να επιβαρύνουν περαιτέρω τον τραπεζικό κλάδο.

«Η μεγάλη συγκέντρωση επενδυτικών τοποθετήσεων στον κλάδο εξακολουθεί να αποτελεί πηγή ευπάθειας. Χωρίς κάποιον σαφή καταλύτη που θα μπορούσε να περιορίσει τα προβλήματα της Γαλλίας, οι τράπεζες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν νέο κύμα κατοχύρωσης κερδών», επισημαίνουν χαρακτηριστικά σε σημείωμα τους αναλυτές της Barclays.

LVMH, L’Oréal και Renault: Οι επιχειρήσεις που εμφανίζουν μεγαλύτερες αντοχές

Στον αντίποδα, ορισμένες από τις μεγαλύτερες γαλλικές εισηγμένες εταιρείες, κυρίως στους κλάδους των ειδών πολυτελείας και της αυτοκινητοβιομηχανίας, ενδέχεται να αποτελέσουν φωτεινή εξαίρεση μέσα στο επιβαρυμένο χρηματιστηριακό περιβάλλον.

Η περιορισμένη εξάρτησή τους από την εγχώρια αγορά τις καθιστά λιγότερο ευάλωτες στις επιπτώσεις του γαλλικού προϋπολογισμού.

Εταιρείες όπως η LVMH, η L’Oréal και η Renault πραγματοποιούν σημαντικό μέρος των πωλήσεών τους εκτός Γαλλίας και, ως εκ τούτου, η πορεία τους επηρεάζεται περισσότερο από τις συνθήκες στις διεθνείς αγορές παρά από τις εγχώριες δημοσιονομικές εξελίξεις.

Το ίδιο ισχύει και για φαρμακευτικούς ομίλους όπως η Sanofi, η οποία αντλεί μόλις το 3% των συνολικών παγκόσμιων εσόδων της από τη γαλλική αγορά.

Σύμφωνα με την Goldman Sachs, μόλις το 15% των εσόδων των εταιρειών που απαρτίζουν τον γαλλικό χρηματιστηριακό δείκτη CAC 40 δημιουργείται εντός της χώρας.

Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι ο δείκτης είναι περισσότερο εκτεθειμένος στους ρυθμούς ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας παρά σε εγχώριους παράγοντες, όπως η συνεχιζόμενη δημοσιονομική αναταραχή.

Ωστόσο, οι αναλυτές της Goldman Sachs προειδοποιούν ότι οι μετοχές εταιρειών που επικεντρώνονται κυρίως στη γαλλική αγορά παραμένουν ιδιαίτερα ευάλωτες, δεδομένης της μεγαλύτερης ευαισθησίας τους στα περιθώρια αποδόσεων των κρατικών ομολόγων.