search icon

Αγορές

Η ώρα της αλήθειας για Moody’s και Γαλλία – Πώς μεταφράζεται μια υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο μια πιθανή υποβάθμιση από το Aa3, αλλά οι προοπτικές της νέας ετυμηγορίας της Moody's, που θα μπορούσαν να φέρουν περαιτέρω «περιπέτειες» στο μέλλον - Το εφιαλτικό σενάριο της βαθμίδας BBB

Συγκλονιστικές διαδηλώσεις στους δρόμους, υψηλότατο δημόσιο χρέος, κόστος δανεισμού που έχει φτάσει τα επίπεδα της κρίσης του ’11 και ασταθές πολιτικό σκηνικό, είναι το «κοκτέιλ», που συνθέτει τη γαλλική πραγματικότητα. Οι αγορές τιμωρούν με κάθε τρόπο το Παρίσι και ο οίκος αξιολόγησης Moody’s ετοιμάζεται να δώσει απόψε στις 23:00 ώρα Ελλάδος, την ετυμηγορία του για την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, με την υποβάθμιση από τη βαθμίδα Aa3 να βρίσκεται στο τραπέζι.

Υπενθυμίζεται, ότι η Moody’s διατηρεί τη γαλλική πιστοληπτική αξιολόγηση στη βαθμίδα Aa3 από τον Δεκέμβριο του 2024, ωστόσο, τον Οκτώβριο του 2025, είχε μεταβάλει τις προοπτικές της αξιολόγησης από «σταθερές» σε «αρνητικές», επικαλούμενη τον αυξημένο κίνδυνο ο κατακερματισμός του πολιτικού σκηνικού να συνεχίσει να δυσχεραίνει τη λειτουργία των νομοθετικών θεσμών της χώρας.

Γαλλία: Το ενδεχόμενο υποβάθμισης και ο κίνδυνος φυγής επενδυτών

Η πλειοψηφία των αναλυτών, θεωρούν πιθανή την υποβάθμιση και μια τέτοια εξέλιξη, θα ευθυγράμμιζε τη Moody’s με τους άλλους δύο μεγάλους οίκους αξιολόγησης, τη Standard & Poor’s και τη Fitch, οι οποίοι είχαν προχωρήσει νωρίτερα σε υποβαθμίσεις της γαλλικής οικονομίας στο Α+.

Παράλληλα, τον προηγούμενο μήνα η Scope Ratings υποβάθμισε τη Γαλλία σε A+ από AA-, ενώ η DBRS υποβάθμισε σε αρνητικές τις προοπτικές της, επιβεβαιώνοντας την αξιολόγηση στο AA.

Εάν η Moody’s προχωρήσει απόψε σε υποβάθμιση κατά μία βαθμίδα, η Γαλλία θα εξακολουθήσει να βρίσκεται με σημαντική απόσταση εντός της επενδυτικής κατηγορίας.

Ωστόσο, μια σειρά διαδοχικών υποβαθμίσεων θα μπορούσε να περιορίσει τον αριθμό των επενδυτών που έχουν τη δυνατότητα ή την πρόθεση να διακρατούν γαλλικά κρατικά ομόλογα.

Παράλληλα, θα μπορούσε να περιοριστεί η αποδοχή των συγκεκριμένων τίτλων ως εξασφαλίσεων σε χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις στη γαλλική αγορά χρέους.

Ήδη, το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει ξεπεράσει εκείνο χωρών με μεγαλύτερο χρέος, όπως της χώρας μας αλλά και της Ιταλίας.

Η αυξανόμενη αβεβαιότητα αποτυπώνεται με τον πλέον καθαρό τρόπο στην αγορά ομολόγων. Την Πέμπτη, το spread των γαλλικών κρατικών τίτλων έναντι των γερμανικών ομολόγων, που θεωρούνται «ασφαλές καταφύγιο», εκτινάχθηκε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών. Παράλληλα, η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου έφτασε στο 5,14%, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από τον Ιούλιο του 2002. Σήμερα η απόδοση κινείται ανάμεσα στο 5,035% και 5,11%.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η ιστορική διάσταση της αναταραχής στην αγορά κρατικού χρέους. Αναλυτές της Deutsche Bank διαπίστωσαν σε πρόσφατη ανάλυσή τους, ότι το γαλλικό δεκαετές ομόλογο καταγράφει τη χειρότερη ετήσια επίδοση από πλευράς αποδόσεων εδώ και 223 χρόνια. Για να εντοπιστεί αντίστοιχη περίοδος στις ιστορικές συγκρίσεις κυλιόμενων δεκαετιών, οι αναλυτές ανατρέχουν σε μια εποχή που περιλάμβανε τη λεγόμενη Περίοδο της Τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης, το 1793-1794.

Δημοσιονομικό έλλειμμα 5,4% και προϋπολογισμός στον αέρα

Πέρα από την αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη και με σοβαρό δημοσιονομικό αδιέξοδο. Η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να εξασφαλίσει την ψήφιση του προϋπολογισμού του 2027, ενώ δέχεται αυξανόμενες πιέσεις εξαιτίας του δημοσιονομικού ελλείμματος, το οποίο πλησιάζει το 5,4% του ΑΕΠ.

Το συγκεκριμένο ποσοστό είναι σημαντικά υψηλότερο από εκείνο οποιασδήποτε άλλης χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπερβαίνει κατά πολύ το όριο του 3% του ΑΕΠ που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες.

Η αδυναμία δημοσιονομικής εξισορρόπησης δεν αποτελεί, πάντως, πρόσφατο φαινόμενο. Η Γαλλία δεν έχει καταφέρει να παρουσιάσει ισοσκελισμένο κρατικό προϋπολογισμό από το 1974, γεγονός που αναδεικνύει τη μακροχρόνια φύση των δημοσιονομικών της προβλημάτων.

Η σημερινή πολιτική αστάθεια καθιστά ακόμη δυσκολότερη την υλοποίηση των μέτρων περιορισμού του ελλείμματος, καθώς οι κοινωνικές αντιδράσεις και οι κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις περιορίζουν τα περιθώρια κυβερνητικών παρεμβάσεων.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο μια πιθανή υποβάθμιση

Παρότι οι αγορές φαίνεται να έχουν «χωνέψει» το ενδεχόμενο μιας αρνητικής απόφασης από τη Moody’s, το ενδιαφέρον των επενδυτών στρέφεται πλέον κυρίως στις προοπτικές που θα συνοδεύσουν τη νέα αξιολόγηση. Και συγκεκριμένα, τα βλέμματα στρέφονται μεταξύ άλλων στην εκτίμηση του οίκου για την πιθανότητα περαιτέρω υποβαθμίσεων στο μέλλον.

Η Moody’s είχε επισημάνει νωρίτερα αυτόν τον μήνα ότι καθοριστικός παράγοντας για την επόμενη κίνησή της θα είναι η δυνατότητα της γαλλικής κυβέρνησης να ξεπεράσει τον «κατακερματισμό στο κοινοβούλιο» και να προχωρήσει στις αναγκαίες δημοσιονομικές αποφάσεις. Ωστόσο, η επίτευξη αυτού του στόχου εμφανίζεται ολοένα δυσκολότερη μετά την κλιμάκωση των κοινωνικών αντιδράσεων, με καθημερινές πορείες και επεισόδια στους δρόμους του Παρισιού και άλλων μεγάλων πόλεων.

Οι διαμαρτυρίες για την ανεπαρκή χρηματοδότηση των σχολείων εξελίχθηκαν πλέον σε εκτεταμένες συγκρούσεις πολιτών-αστυνομίας με φόντο το αυξημένο κόστος διαβίωσης. Η γαλλική κυβέρνηση έχει αρνηθεί μέχρι στιγμής να διαθέσει πρόσθετους πόρους για την εκπαίδευση ή να προχωρήσει σε αύξηση του κατώτατου μισθού, ενώ νέες διαδηλώσεις έχουν προγραμματιστεί για το Σάββατο, διατηρώντας υψηλό τον κίνδυνο περαιτέρω εντάσεων.

Το εφιαλτικό σενάριο της βαθμίδας BBB

Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι για τη γαλλική αγορά ομολόγων ενδέχεται να εμφανιστούν μετά τις προεδρικές εκλογές, εφόσον η πολιτική αβεβαιότητα παραταθεί και οι οίκοι αξιολόγησης συνεχίσουν να υποβαθμίζουν το γαλλικό χρέος.

Για παράδειγμα, ο Μάικ Μπελ της RBC BlueBay Asset Management, επισημαίνει ότι η πίεση θα μπορούσε να ενταθεί σημαντικά εάν και οι τρεις μεγάλοι οίκοι, Moody’s, S&P και Fitch, υποβαθμίσουν τη Γαλλία στην κατηγορία BBB. Πρόκειται για επίπεδο που εξακολουθεί να βρίσκεται εντός της επενδυτικής βαθμίδας, αλλά πλησιάζει περισσότερο στην κατηγορία των ομολόγων υψηλού κινδύνου, γνωστών ως «junk bonds».

Σε μια τέτοια περίπτωση, ορισμένοι θεσμικοί επενδυτές, οι οποίοι δεσμεύονται από συγκεκριμένα όρια πιστοληπτικής αξιολόγησης στις επενδύσεις τους, θα μπορούσαν να αναγκαστούν να προχωρήσουν σε πωλήσεις γαλλικών κρατικών ομολόγων. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε τις πιέσεις στις τιμές των τίτλων και θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη υψηλότερες αποδόσεις, αυξάνοντας περαιτέρω το κόστος χρηματοδότησης του γαλλικού Δημοσίου.

Η βραδινή απόφαση της Moody’s αποτελεί έτσι ένα ακόμη κρίσιμο τεστ για την εμπιστοσύνη των αγορών απέναντι στη Γαλλία, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα δημοσιονομικές πιέσεις, κοινωνική αναταραχή και ένα εξαιρετικά αβέβαιο πολιτικό περιβάλλον.

Το βάρος δεν πέφτει πλέον αποκλειστικά στο αν θα υπάρξει νέα υποβάθμιση, αλλά κυρίως στο κατά πόσο η γαλλική κυβέρνηση θα μπορέσει να πείσει τις αγορές ότι διαθέτει την πολιτική δυνατότητα να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά της πριν οι πιέσεις στο κόστος δανεισμού αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.

Exit mobile version