Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η σταθεροποίηση των αποδόσεων των ομολόγων μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για νέα άνοδο των μετοχών έως το τέλος του 2026, σύμφωνα με την JPMorgan. Ο αμερικανικός οίκος διατηρεί θετική στάση για την Ευρωζώνη, εκτιμά ότι οι φόβοι μετάδοσης της γαλλικής κρίσης είναι υπερβολικοί και βλέπει σημαντικά περιθώρια ανάκαμψης των αποτιμήσεων.

Περιθώριο ανόδου 11% για τον δείκτη MSCI Eurozone, 10% για τον Euro Stoxx 50 και 9% για τον MSCI Europe προβλέπει η JPMorgan έως το τέλος του 2026, εκτιμώντας ότι οι πιέσεις που προκάλεσε η απότομη αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων ενδέχεται να έχουν κορυφωθεί και υποστηρίζει ότι οι συνθήκες για τις διεθνείς μετοχές μπορούν να βελτιωθούν αισθητά τους επόμενους μήνες.

Η εκτίμηση βασίζεται στη σταθεροποίηση των αποδόσεων των ομολόγων, την ανθεκτικότητα της εταιρικής κερδοφορίας και τη σταδιακή αποκλιμάκωση των ανησυχιών για τον πληθωρισμό.

Πού βλέπει τις αγορές στο τέλος του 2026

Η JPMorgan θέτει τον στόχο για τον MSCI Eurozone στις 420 μονάδες, έναντι 377 μονάδων κατά την περίοδο αναφοράς, εκτιμώντας περιθώριο ανόδου 11%. Για τον Euro Stoxx 50 προβλέπει άνοδο στις 6.800 μονάδες, από 6.190 μονάδες, ενώ ο στόχος για τον MSCI Europe διαμορφώνεται στις 2.750 μονάδες, από 2.534 μονάδες. Παράλληλα, εκτιμά ότι ο Stoxx 600 μπορεί να φτάσει στις 680 μονάδες, καταγράφοντας άνοδο 7%, ενώ για τον βρετανικό FTSE 100 προβλέπει τις 11.000 μονάδες, με περιθώριο ανόδου 3%.

Ο οίκος διατηρεί σύσταση υπεραπόδοσης για τις μετοχές της Ευρωζώνης και των αναδυόμενων αγορών, ενώ εμφανίζεται ουδέτερος για τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Στις ευρωπαϊκές αγορές ευνοεί ιδιαίτερα τις εταιρείες εξόρυξης, τα κεφαλαιουχικά αγαθά, τους ημιαγωγούς, τα κατασκευαστικά υλικά και τα είδη πολυτελείας. Αντίθετα, τηρεί επιφυλακτική στάση απέναντι στην ενέργεια, στις ασφαλιστικές εταιρείες και στους κλάδους μέσων ενημέρωσης και βασικών καταναλωτικών αγαθών.

Γιατί μπορεί να σταματήσει η άνοδος των αποδόσεων

Η JPMorgan εκτιμά ότι η πρόσφατη άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων ήταν υπερβολική, καθώς αντανακλά κυρίως την αναπροσαρμογή των προσδοκιών για τα επιτόκια της Federal Reserve. Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου ξεπέρασε το 5% στα τέλη Σεπτεμβρίου και έφτασε κοντά στο 5,3%, για πρώτη φορά έπειτα από δύο δεκαετίες. Ωστόσο, ο οίκος θεωρεί ότι το μεγαλύτερο μέρος της αναπροσαρμογής έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Οι αναλυτές προβλέπουν ότι η Federal Reserve θα αυξήσει το βασικό επιτόκιο από το 4% στο 4,25% τον Δεκέμβριο, διατηρώντας το στη συνέχεια σταθερό.

Για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένουν αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων από 2,50% σε 2,75% τον Δεκέμβριο και στο 3% έως τον Μάρτιο του 2027. Παράλληλα, προβλέπουν ότι η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου της Ευρωζώνης θα υποχωρήσει από 3,37% στο 3,15% έως το τέλος του έτους και στο 2,95% τον Σεπτέμβριο του 2027. Η αποκλιμάκωση των αποδόσεων αναμένεται να περιορίσει το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, ενισχύοντας τις προοπτικές των χρηματιστηρίων.

Οι αποτιμήσεις έχουν ήδη υποχωρήσει

Η αύξηση των επιτοκίων έχει προκαλέσει σημαντική συμπίεση των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων. Σύμφωνα με την JPMorgan, ο δείκτης S&P 500 διαπραγματεύεται πλέον με πολλαπλασιαστή περίπου 19,1 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη δωδεκαμήνου, έναντι 21,7 φορών στις αρχές του έτους. Αντίστοιχα, η αποτίμηση της Ευρωζώνης έχει περιοριστεί στις 14 φορές, από 14,8 φορές. Ο οίκος θεωρεί ότι η σταθεροποίηση των ομολογιακών αποδόσεων μπορεί να ανακόψει την περαιτέρω συμπίεση των αποτιμήσεων, επιτρέποντας στις μετοχές να ανακτήσουν μέρος των απωλειών τους. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στη διεύρυνση της ανόδου σε περισσότερες εταιρείες, πέρα από τους μεγάλους τεχνολογικούς ομίλους που έχουν κυριαρχήσει στις διεθνείς αγορές.

Γαλλία: Γιατί δεν αναμένει μετάδοση της κρίσης

Η JPMorgan αναγνωρίζει ότι η Γαλλία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική εστία κινδύνου, λόγω της δημοσιονομικής αβεβαιότητας και των πολιτικών εξελίξεων ενόψει των προεδρικών εκλογών του Μαΐου 2027. Το περιθώριο απόδοσης μεταξύ γαλλικών και γερμανικών δεκαετών ομολόγων έχει διευρυνθεί στις 140 μονάδες βάσης, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από την ευρωπαϊκή κρίση χρέους του 2012.

Παρ’όλα αυτά, ο αμερικανικός οίκος δεν συνιστά στους επενδυτές να τοποθετηθούν με βάση ένα σενάριο μετάδοσης της κρίσης στην υπόλοιπη Ευρωζώνη.

Όπως επισημαίνει, οι ευρωπαϊκές τράπεζες διαθέτουν σήμερα σημαντικά ισχυρότερους ισολογισμούς, υψηλότερη κεφαλαιακή επάρκεια και μικρότερη συγκέντρωση κρατικών ομολόγων στα χαρτοφυλάκιά τους. Ενδεικτικά, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ευρωζώνη βρίσκεται στο 1,8%, έναντι 8,7% στην κορύφωση της προηγούμενης κρίσης. Επιπλέον, η ΕΚΤ διαθέτει πλέον εργαλεία παρέμβασης, όπως ο μηχανισμός προστασίας της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, τα οποία δεν υπήρχαν στην αρχή της κρίσης του 2011-2012.

Τράπεζες και εταιρικά κέρδη

Η JP Morgan εκτιμά ότι η ανθεκτικότητα των τραπεζών αποτελεί σημαντικό παράγοντα σταθερότητας για τις ευρωπαϊκές αγορές. Παρότι διατηρεί ουδέτερη κλαδική στάση για τις τράπεζες, επισημαίνει ότι οι πιέσεις στις μετοχές των γαλλικών πιστωτικών ιδρυμάτων συνδέονται περισσότερο με την επενδυτική ψυχολογία και τις αποτιμήσεις παρά με ουσιαστική επιδείνωση των ισολογισμών.

Παράλληλα, η περίοδος ανακοίνωσης αποτελεσμάτων τρίτου τριμήνου έχει ξεκινήσει ενθαρρυντικά. Από τις ευρωπαϊκές εταιρείες που είχαν ανακοινώσει αποτελέσματα κατά τον χρόνο σύνταξης της έκθεσης, το 60% ξεπέρασε τις εκτιμήσεις για τα κέρδη ανά μετοχή, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στις ΗΠΑ διαμορφώθηκε στο 78%. Η JPMorgan προβλέπει αύξηση των εταιρικών κερδών κατά 19% στην Ευρώπη και κατά 24% στις ΗΠΑ το τρίτο τρίμηνο.

Τα τρία σενάρια για τις αγορές

Η JP Morgan παρουσιάζει τρία σενάρια για την πορεία των χρηματιστηρίων.

Το θετικό σενάριο προϋποθέτει ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη, συγκρατημένο πληθωρισμό και διατήρηση των επιτοκίων της Fed σε σταθερά επίπεδα. Το βασικό σενάριο στηρίζεται σε ανθεκτική ανάπτυξη, ελεγχόμενο πληθωρισμό, σταθερή νομισματική πολιτική και αποκλιμάκωση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Το αρνητικό σενάριο προβλέπει νέα αύξηση των επιτοκίων λόγω επιτάχυνσης του πληθωρισμού, σε συνδυασμό με περαιτέρω κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων.

Εν κατακλείδι, ο οίκος θεωρεί ότι, εφόσον οι αποδόσεις των ομολόγων σταθεροποιηθούν και τα εταιρικά αποτελέσματα παραμείνουν ισχυρά, οι ευρωπαϊκές μετοχές διαθέτουν τις προϋποθέσεις για νέα ανοδική κίνηση έως το τέλος του 2026, παρά την αβεβαιότητα που εξακολουθεί να προκαλεί η γεωπολιτική κατάσταση.