search icon

Αγορές

Morningstar: Το παράδοξο της Wall Street – Γιατί ανεβαίνουν μαζί μετοχές και αποδόσεις ομολόγων

Η ισχυρή ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας και η εκρηκτική αύξηση των εταιρικών κερδών αντισταθμίζουν τις πιέσεις από το υψηλό κόστος δανεισμού – Ο διπλός ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης και οι φόβοι για μια νέα χρηματιστηριακή φούσκα

ANGELA WEISS / AFP

Ένα φαινομενικό παράδοξο βρίσκεται στο επίκεντρο της Wall Street: οι αμερικανικές μετοχές καταγράφουν νέα ιστορικά υψηλά, την ώρα που οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ εκτινάσσονται σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν περισσότερο από δύο δεκαετίες. Παρά το γεγονός ότι η άνοδος των επιτοκίων θεωρείται παραδοσιακά αρνητική για τις μετοχές, η ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας και οι προσδοκίες για εντυπωσιακή αύξηση των εταιρικών κερδών φαίνεται ότι διατηρούν ισχυρή την επενδυτική δυναμική.

Ο S&P 500 κατέγραψε νέο ιστορικό υψηλό την Τρίτη, μόλις μία ημέρα αφότου η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου ξεπέρασε το 5,3%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 24 ετών.

Υπό κανονικές συνθήκες, η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων ασκεί πιέσεις στις μετοχές, καθώς αυξάνει την απόδοση που μπορούν να εξασφαλίσουν οι επενδυτές από τοποθετήσεις χαμηλότερου κινδύνου. Παράλληλα, καθιστά ακριβότερο τον δανεισμό για επιχειρήσεις και καταναλωτές, περιορίζοντας δυνητικά τις επενδύσεις και την κατανάλωση.

Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, η σημερινή συγκυρία διαφοροποιείται, καθώς η άνοδος των μετοχών και των ομολογιακών αποδόσεων έχει έναν κοινό παρονομαστή: την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη.

Η ανάπτυξη πίσω από την άνοδο των αποδόσεων

«Το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης των επιτοκίων συνδέεται με την ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη και όχι με την ενίσχυση των φόβων για τον πληθωρισμό», εξηγεί ο Τζέφρι Μπούχμπιντερ, επικεφαλής στρατηγικής μετοχών της LPL Financial.

Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από την πορεία των πραγματικών αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων, δηλαδή των αποδόσεων που απομένουν στους επενδυτές αφού ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Κλίβελαντ, οι πραγματικές αποδόσεις έχουν φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007.

Ο Μέισον Μέντεζ, αναλυτής πραγματικών περιουσιακών στοιχείων της Wells Fargo, επισημαίνει ότι οι πραγματικές αποδόσεις έχουν αυξηθεί φέτος ταχύτερα από τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό. Αυτό υποδηλώνει ότι η άνοδος των ονομαστικών αποδόσεων αντανακλά σε σημαντικό βαθμό την ισχύ της οικονομικής δραστηριότητας και όχι αποκλειστικά τις πληθωριστικές πιέσεις.

Εταιρικά κέρδη: Η μεγάλη δύναμη της Wall Street

Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικές μετοχές αντλούν στήριξη από τις προσδοκίες ότι τα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου θα επιβεβαιώσουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας.

Σύμφωνα με τη FactSet, οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα κέρδη των εταιρειών του S&P 500 αυξήθηκαν κατά 29,5% το τρίτο τρίμηνο, σηματοδοτώντας το τρίτο διαδοχικό τρίμηνο κατά το οποίο η αύξηση της κερδοφορίας ξεπερνά το 25%.

Η παρατεταμένη περίοδος ισχυρών αποτελεσμάτων έχει ενισχύσει την εμπιστοσύνη της Wall Street στις προοπτικές της εταιρικής Αμερικής.

Ο Κρίστιαν Γκαλιπό, επικεφαλής στρατηγικής αγορών στο Franklin Templeton Institute, σημειώνει ότι οι εκτιμήσεις για τα συνολικά ετήσια κέρδη των εταιρειών του S&P 500 έχουν αναθεωρηθεί ανοδικά κάθε εβδομάδα από την αρχή του έτους.

Αυτό, όπως εξηγεί, αποτελεί βασικό λόγο για τον οποίο η χρηματιστηριακή αγορά παραμένει ανθεκτική, παρά την άνοδο των τιμών του πετρελαίου και των αποδόσεων των ομολόγων.

Οι αναλυτές αναμένουν αύξηση κερδών και στους 11 βασικούς κλάδους του αμερικανικού χρηματιστηρίου, με τις μεγαλύτερες επιδόσεις να προβλέπονται σε τομείς που επωφελούνται από εξελίξεις οι οποίες, κατά τα άλλα, δημιουργούν προβλήματα στην οικονομία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο ενεργειακός κλάδος.

Οι υψηλές τιμές του πετρελαίου, που συνδέονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, εκτιμάται ότι οδήγησαν σε διπλασιασμό των κερδών των ενεργειακών εταιρειών κατά το τρίτο τρίμηνο.

Ωστόσο, η ίδια άνοδος των ενεργειακών τιμών περιόρισε την πρόοδο της Fed στην προσπάθεια αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού, οδηγώντας την σε νέα αύξηση των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο και σε προειδοποιήσεις για περαιτέρω αυξήσεις.

Τεχνητή νοημοσύνη: Κινητήρας ανάπτυξης και πηγή κινδύνων

Αντίστοιχα διττό ρόλο διαδραματίζει η τεχνητή νοημοσύνη, καθώς η μαζική κατασκευή κέντρων δεδομένων έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες της αμερικανικής οικονομικής ανάπτυξης.

Σύμφωνα με τη Wells Fargo, το επενδυτικό κύμα που συνδέεται με τις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης αποτελεί τον μεγαλύτερο επενδυτικό κύκλο στις ΗΠΑ από την εποχή της ανάπτυξης των σιδηροδρόμων τον 19ο αιώνα.

Η ζήτηση για εξοπλισμό που υποστηρίζει εφαρμογές AI εξακολουθεί να υπερβαίνει την προσφορά, οδηγώντας σε αύξηση των τιμών και ενισχύοντας την κερδοφορία των τεχνολογικών επιχειρήσεων.

Για το τρίτο τρίμηνο, τα κέρδη του τεχνολογικού κλάδου εκτιμάται ότι αυξήθηκαν κατά 65%, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.

Ωστόσο, η τεράστια αυτή επέκταση έχει και σημαντικό χρηματοδοτικό κόστος.

Οι μεγαλύτεροι τεχνολογικοί όμιλοι αναγκάζονται να προσφεύγουν όλο και περισσότερο στον δανεισμό για να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή νέων κέντρων δεδομένων, αυξάνοντας τη ζήτηση κεφαλαίων και συμβάλλοντας ενδεχομένως στην άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων.

«Όταν βλέπουμε τις εκδόσεις εταιρικού χρέους διάρκειας άνω των δέκα ετών να είναι αυξημένες κατά 100% σε σχέση με πέρυσι, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι υπάρχει κάποιος βαθμός εκτόπισης άλλων δανειοληπτών από την αγορά», εξηγεί ο Τσάρλι Ρίπλεϊ, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της Allianz Wealth Management.

Με άλλα λόγια, οι τεχνολογικοί κολοσσοί αντλούν ολοένα περισσότερα κεφάλαια για τις επενδύσεις τους, γεγονός που μπορεί να αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης και για την υπόλοιπη οικονομία.

Μπορεί η Wall Street να αντέξει ακόμη υψηλότερα επιτόκια;

Παρά τις ανησυχίες, ορισμένοι επενδυτές εκτιμούν ότι η δυναμική των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη θα συνεχίσει να αντισταθμίζει τις πιέσεις από τα υψηλότερα επιτόκια.

«Όσο η αγορά επικεντρώνεται στην ανάπτυξη των υποδομών και στην αύξηση των επενδύσεων από τις τεχνολογικές εταιρείες, πιστεύουμε ότι μπορεί να διατηρήσει την ανθεκτικότητά της ακόμη και αν τα επιτόκια αυξηθούν λίγο περισσότερο», υποστηρίζει ο Τζέφρι Μπούχμπιντερ της LPL Financial.

Ο ίδιος παραπέμπει στη δεκαετία του 1990, όταν η μαζική ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιακών υποδομών συνέπεσε με τη δημιουργία της χρηματιστηριακής φούσκας των εταιρειών του Διαδικτύου.

Όπως υπενθυμίζει, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου διαμορφωνόταν κατά μέσο όρο κοντά στο 6% κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990, χωρίς αυτό να εμποδίσει την ισχυρή άνοδο των χρηματιστηριακών αγορών.

Ο φόβος μιας νέας φούσκας τύπου dot-com

Ωστόσο, μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες της Wall Street είναι ότι η σημερινή έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να ακολουθήσει υπερβολικά πιστά την πορεία της τηλεπικοινωνιακής ανάπτυξης της δεκαετίας του 1990.

Ο κίνδυνος είναι οι μεγάλοι πάροχοι υπολογιστικών υποδομών, γνωστοί ως hyperscalers, να δημιουργήσουν περισσότερη υπολογιστική ισχύ από αυτή που τελικά θα χρειαστεί η αγορά, ενώ παράλληλα ο επενδυτικός ενθουσιασμός θα μπορούσε να οδηγήσει τις αποτιμήσεις των τεχνολογικών μετοχών σε μη βιώσιμα επίπεδα.

Επιπλέον, οι επενδυτές προβληματίζονται από τη μεγάλη συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας γύρω από την AI.

Ένας σχετικά περιορισμένος αριθμός εταιρειών ημιαγωγών και τεχνολογικού εξοπλισμού επωφελείται από τις τεράστιες επενδύσεις ακόμη λιγότερων τεχνολογικών κολοσσών σε μια τεχνολογία που βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης.

Αυτή η συγκέντρωση έχει γίνει εμφανής και στο χρηματιστήριο τους τελευταίους μήνες, καθώς οι μετοχές των μεγαλύτερων τεχνολογικών εταιρειών καταγράφουν ισχυρή άνοδο, ενώ η μέση μετοχή εμφανίζει σαφώς ασθενέστερη επίδοση.

«Για να διατηρηθεί μια ανοδική χρηματιστηριακή αγορά σε βάθος χρόνου, συνήθως χρειάζεται μεγαλύτερη συμμετοχή από περισσότερους κλάδους και εταιρείες», επισημαίνει ο Μπούχμπιντερ.

Ο ίδιος εκτιμά ότι η άνοδος θα μπορούσε να επεκταθεί εκ νέου σε περισσότερες μετοχές, αλλά θεωρεί ότι για να συμβεί αυτό θα χρειαστεί πιθανότατα αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου.

Έτσι, το μεγάλο ερώτημα για τη Wall Street δεν είναι μόνο πόσο υψηλότερα μπορούν να κινηθούν οι αποδόσεις των ομολόγων, αλλά και για πόσο ακόμη η ισχυρή εταιρική κερδοφορία και οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούν να αντισταθμίζουν το αυξανόμενο κόστος χρήματος.

Exit mobile version