Η πολεμική αναμέτρηση στο Ιράν επαναφέρει στο προσκήνιο τον μεγαλύτερο συστημικό κίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία: ένα σοβαρό ενεργειακό σοκ μέσω των Στενών του Ορμούζ. Σε αντίθεση δε, με προηγούμενες γεωπολιτικές εντάσεις, η τωρινή κρίση εκδηλώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία έχει ήδη επιβαρυνθεί από εμπορικούς πολέμους, υψηλά επιτόκια και εύθραυστη αποπληθωριστική διαδικασία.
Η βασική ερώτηση για τις αγορές δεν είναι μόνο στρατιωτική αλλά κυρίως οικονομική: θα πρόκειται για ένα βραχύ σοκ των τιμών ή για μια παρατεταμένη διαταραχή που θα εκτροχιάσει την παγκόσμια ανάπτυξη, την πορεία του πληθωρισμού και άρα την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής;
Ο παράγοντας-κλειδί των Στενών
Τα Στενά του Ορμούζ διακινούν περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως — δηλαδή σχεδόν το 20% της παγκόσμιας προσφοράς. Παράλληλα, άνω των 100 δισ. κυβικών μέτρων LNG ετησίως διέρχονται από την ίδια θαλάσσια αρτηρία, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου στο 22% του παγκόσμιου εμπορίου LNG.
Το ίδιο το Ιράν παράγει περίπου 3,45 εκατ. βαρέλια ημερησίως, λιγότερο από 3% της παγκόσμιας προσφοράς, ωστόσο η γεωγραφική του θέση του προσδίδει δυσανάλογη επιρροή στις αγορές.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Bloomberg Economics, πλήρης διακοπή των ιρανικών εξαγωγών θα μπορούσε να αυξήσει την τιμή του πετρελαίου κατά 20%. Σε περίπτωση μερικού ή πλήρους κλεισίματος των Στενών, οι τιμές Brent θα μπορούσαν να εκτιναχθούν έως και τα 108 δολάρια ανά βαρέλι.
Η ING, σε αντίστοιχη ανάλυσή της, επισημαίνει ότι σε ακραίο σενάριο παρατεταμένης σύγκρουσης, οι τιμές θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 100 δολάρια και να αγγίξουν το ιλιγγιώδες επίπεδο των 140 δολαρίων!

Συγκριτικά αρκεί να αναφέρουμε πως, κατά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία το 2022, όταν περίπου 7–8% της παγκόσμιας προσφοράς βρέθηκε υπό απειλή, το Brent είχε αγγίξει σχεδόν τα 140 δολάρια.
Η διαφορά σήμερα είναι ότι οι χώρες του ΟΟΣΑ διαθέτουν αποθέματα περίπου 200 εκατ. βαρελιών περισσότερα σε σχέση με τις αρχές του 2022, έχοντας μάθει από το πάθημα της ρωσικής κρίσης και δρομολογώντας στρατηγικές για την τακτική αναπλήρωση των αποθεμάτων τους. Ωστόσο, ακόμη και αυτά τα αποθέματα θα εξανεμίζονταν σε περίπτωση πλήρους αποκλεισμού διάρκειας δύο εβδομάδων.
Επιπτώσεις στην ανάπτυξη και στο παγκόσμιο εμπόριο
Η σχέση πετρελαίου και ανάπτυξης είναι σαφής: κάθε διατηρούμενη αύξηση 10 δολαρίων ανά βαρέλι μπορεί να αφαιρέσει 0,1–0,2 ποσοστιαίες μονάδες από τον παγκόσμιο ρυθμό ανάπτυξης σε ορίζοντα 12 μηνών.
Σε μεσαίο σενάριο (με άλμα στα 85 με 105 δολάρια), η παγκόσμια οικονομία θα επιβραδυνθεί χωρίς να εισέλθει σε συγχρονισμένη ύφεση. Ωστόσο, σε ακραίο σενάριο (με εκτίναξη τιμών στα 110 με 150 δολάρια), οι απώλειες προσφοράς 10–15 εκατ. βαρελιών ημερησίως θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παγκόσμια ύφεση, με πτώση πραγματικών εισοδημάτων, αύξηση ανεργίας και συρρίκνωση επενδύσεων.
Η Ασία είναι ιδιαίτερα ευάλωτη. Ιαπωνία και Φιλιππίνες καλύπτουν σχεδόν το 90% των αναγκών τους σε πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο, ενώ Κίνα και Ινδία εισάγουν περίπου 38% και 46% αντίστοιχα από την περιοχή. Μια αύξηση 10% στις τιμές επιδεινώνει τα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών κατά 40–60 μονάδες βάσης.
Στην Ευρώπη, η επιβράδυνση θα προστεθεί σε ήδη ασθενική ανάπτυξη. Η επαναφορά ενεργειακού κόστους σε επίπεδα κρίσης θα πλήξει βιομηχανίες έντασης ενέργειας, συμπιέζοντας περιθώρια κέρδους και επενδύσεις.
Πληθωρισμός και νομισματική πολιτική: Ένα νέο δίλημμα για τις κεντρικές τράπεζες
Η άνοδος των τιμών ενέργειας μεταδίδεται άμεσα στον πληθωρισμό. Ιστορικά, μια αύξηση 10% στην τιμή του πετρελαίου μεταφράζεται σε άνοδο περίπου 0,4 ποσοστιαίων μονάδων στον πληθωρισμό.
Αναλυτές εκτιμούν ότι άνοδος του Brent στα 100 δολάρια θα μπορούσε να προσθέσει 0,6–0,7 ποσοστιαίες μονάδες στον παγκόσμιο πληθωρισμό.
Ειδικά η Capital Economics σε ανάλυση της, υποστήριξε πως άνοδος του μαύρου χρυσού στα 90-100 δολάρια, θα ανεβάσει τον πληθωρισμό στις ανεπτυγμένες οικονομίες κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες, ροκανίζοντας και τους ρυθμούς ανάπτυξης της φετινής χρονιάς.
Για τις ΗΠΑ, πετρέλαιο στα 100 δολάρια θα μπορούσε να ωθήσει και πάλι τον πληθωρισμό πάνω από το επίπεδο του 3,5% με 4%, ακόμη κι αν ο δομικός πληθωρισμός παραμένει πιο συγκρατημένος, ανατρέποντας την στρατηγική της Federal Reserve.
Σε αυτή την περίπτωση, η Fed θα αναγκαζόταν ενδεχομένως να πατήσει φρένο στις μειώσεις των επιτοκίων, ακόμη κι αν η οικονομική δραστηριότητα επιβραδυνόταν. Ωστόσο, σε σενάριο έντονης χρηματοπιστωτικής αναταραχής ή απότομης πτώσης της κατανάλωσης, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι θα μπορούσε να μετατοπίσει την έμφαση της προς τη στήριξη της ανάπτυξης, αποδεχόμενη προσωρινά υψηλότερο πληθωρισμό.
Το αποτέλεσμα, ωστόσο, θα οδηγούσε σε αυξημένη μεταβλητότητα στις αγορές ομολόγων και συναλλάγματος, καθώς οι επενδυτές θα επανατιμολογούσαν τις τοποθετήσεις τους στα αμερικανικά assets.
Βαρύ πλήγμα για την ευρωπαϊκή οικονομία
Η Ευρώπη, πάντως, θεωρείται ως η πλέον ευάλωτη μεγάλη οικονομία σε περίπτωση ενεργειακού σοκ. Η Ευρωζώνη εισάγει σχεδόν το σύνολο του πετρελαίου της και μεγάλο μέρος του LNG, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε αυξήσεις τιμών ή σε διακοπές εφοδιασμού.
Μια παρατεταμένη διαταραχή στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να επαναφέρει μνήμες της ενεργειακής κρίσης 2021–2023, με τις τιμές φυσικού αερίου TTF να εκτοξεύονται στα 80–100 ευρώ ανά MWh.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει αναλύσει ότι αύξηση 14% στην τιμή του πετρελαίου θα ωθήσει τον πληθωρισμό κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες και θα μειώσει το ΑΕΠ κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα, χωρίς να υπολογίζεται η επιπλέον επίδραση από διαταραχή στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Σε περίπτωση παρατεταμένου σοκ, η πίεση στον πληθωρισμό θα είναι σαφής, ενώ η ανάπτυξη της Ευρωζώνης που ήδη κινείται σε χαμηλά επίπεδα, θα υποστεί μεγαλύτερες καθοδικές πιέσεις.
Οι κλάδοι που καταναλώνουν μεγάλη ποσότητα ενέργειας —όπως η χημική βιομηχανία, η βαριά βιομηχανία και οι μεταφορές— θα αντιμετωπίσουν το μεγαλύτερο πρόβλημα με πιέσεις στα λειτουργικά τους κόστη. Αυτό σημαίνει ότι τα περιθώρια κέρδους τους θα μειωθούν, καθιστώντας πολλές επενδύσεις οικονομικά λιγότερο βιώσιμες με αποτέλεσμα να αναβληθούν ή να ακυρωθούν. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις ενδέχεται να περιορίσουν την παραγωγή τους εντείνοντας την οικονομική επιβράδυνση.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η νομισματική πολιτική εισέρχεται σε αχαρτογράφητα νερά. Η ΕΚΤ παραδοσιακά επιλέγει να «αγνοεί» προσωρινά ενεργειακά σοκ, αλλά η εμπειρία των τελευταίων ετών περιορίζει την ανοχή σε νέες ανατιμήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η πορεία των επιτοκίων θα εξαρτηθεί από την ανθεκτικότητα της ανάπτυξης, ενώ η χαλάρωση παραμένει απίθανη όσο ο πληθωρισμός επανέρχεται σε υψηλά επίπεδα.
Στροφή προς το δολάριο
Σε πρώτο χρόνο, οι αγορές αντιδρούν με κλασικό μοτίβο «ασφαλούς καταφυγίου»: άνοδος δολαρίου, πτώση αποδόσεων ομολόγων και ενίσχυση χρυσού.
Ιστορικά, κάθε αύξηση 10% στην τιμή του πετρελαίου ενισχύει το δολάριο κατά 0,5% με 1%, όπως επεσήμανε και σε ανάλυση της η Baclays.
Το 2022, ο σταθμισμένος δείκτης δολαρίου είχε ενισχυθεί άνω του 10% σε διάστημα έξι μηνών. Αν επαναληφθεί παρόμοιο μοτίβο, ευρώ και γεν ενδέχεται να δεχθούν αρκετή πίεση, όπως φάνηκε ήδη από τις μέχρι τώρα κινήσεις στις αγορές συναλλάγματος.
Διαβάστε ακόμη
Άλμα 20% για το φυσικό αέριο – «Πέταξε» η τιμή στην Ευρώπη λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή
Χατζηδάκης: «Θέμα ημερών» τα μέτρα για το ενεργειακό της Βιομηχανίας – Σε διαβούλευση τα χωροταξικά
«Παγιδευμένος» μεταξύ της εξέλιξης της ΑΙ και της αγοράς εργασίας της Κίνας ο Σι (γράφημα)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.