Οι διαπραγματευτές πέτυχαν αυτό που ήθελαν το 2025: μια χρονιά που σχεδόν έσπασε κάθε ρεκόρ σε συγχωνεύσεις και εξαγορές, παρά την ταραχώδη άνοιξη που απείλησε τις ελπίδες για ανάκαμψη της δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Η αναζήτηση ευκαιριών τροφοδοτεί μια ανάκαμψη των συναλλαγών στα τέλη του έτους, η οποία, σύμφωνα με τραπεζίτες και δικηγόρους που μίλησαν το Reuters, θα συνεχιστεί και το 2026, καθώς οι εταιρείες εκμεταλλεύονται την χαλαρότερη αντιμονοπωλιακή εποπτεία στις ΗΠΑ και τις ευνοϊκές αγορές.
Μέχρι στιγμής, φέτος έχουν πραγματοποιηθεί 70 συναλλαγές παγκοσμίως αξίας άνω των 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων η καθεμία, 22 από τις οποίες το δ’ τρίμηνο, σύμφωνα με στοιχεία της Dealogic.
Παρά το δύσκολο α’ εξάμηνο, καθώς ο Τραμπ ξεκίνησε έναν παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο, οι συμφωνίες έχουν ήδη ξεπεράσει τα 4,8 τρισεκατομμύρια δολάρια μέχρι στιγμής φέτος, σημειώνοντας αύξηση 41% από το 2024, ακόμη και αν ο αριθμός των συμφωνιών μειώθηκε κατά 6% σε 38.395, σύμφωνα με τα στοιχεία της Dealogic.
Μέχρι στιγμής, φέτος έχουν πραγματοποιηθεί τέσσερις συμφωνίες άνω των 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων – πέντε αν υπολογίσετε τις δύο προσφορές για την Warner Bros. Discovery.
Η αξία των συναλλαγών του δ’ τριμήνου είναι ήδη η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί ποτέ στις ΗΠΑ, με περισσότερες να ακολουθούν. Αρκετές συναλλαγές άνω των 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα μπορούσαν να ανακοινωθούν πριν από το τέλος του έτους, και θα μπορούσαν να γίνουν ακόμη μεγαλύτερες από εδώ και πέρα, δήλωσε ο Ντράγκο Ράτσκοβιτς, διευθυντής συγχωνεύσεων και εξαγορών της Citi.
Προγραμματίζονται ήδη συμφωνίες αξίας 50 έως 70 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το 2026, ενώ μια συμφωνία αξίας 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων στον τομέα της τεχνολογίας δεν είναι κάτι το απίθανο, δήλωσε ο αναλυτής.
Το επόμενο έτος θα μπορούσε ακόμη και να ανταγωνιστεί το 2021. «Φαίνεται ότι εισερχόμαστε σε μια ισχυρή πολυετή περίοδο συγχωνεύσεων και εξαγορών. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να πιστεύουμε ότι αυτή η περίοδος θα ξεπεράσει κάθε προηγούμενο κύκλο», δήλωσε ο Έιμον Μπράμπαζον, διευθυντής του τμήματος συγχωνεύσεων και εξαγορών της Bank of America.
Οι αναλυτές αναφέρουν ότι η μείωση της αβεβαιότητας σχετικά με το μακροοικονομικό περιβάλλον σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς και το πιο επιεικές ρυθμιστικό πλαίσιο στις ΗΠΑ, συμβάλλουν στην αύξηση των συμφωνιών.
«Οι αποτιμήσεις έχουν αυξηθεί και έχουμε δει τους πελάτες να είναι πιο επιθετικοί όσον αφορά τα πολλαπλάσια που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν, αλλά να θυμάστε ότι και το νόμισμα του αγοραστή έχει υψηλότερο πολλαπλάσιο», δήλωσε ο Μαρκ ΜακΜάστερ, παγκόσμιος επικεφαλής M&A της Lazard.
Δύο από τις 10 κορυφαίες συναλλαγές παγκοσμίως φέτος σχετίζονταν άμεσα με την τεχνητή νοημοσύνη, με την OpenAI να συγκεντρώνει 40 δισεκατομμύρια δολάρια από επενδυτές με επικεφαλής την SoftBank και την εξαγορά της αμερικανικής Aligned Data Centers αξίας 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
«Στον τομέα της τεχνολογίας, υπάρχουν πολλές δραστηριότητες που διαμορφώνονται με σκοπό να σας τοποθετήσουν στην καλύτερη δυνατή θέση, ώστε να ανταποκριθείτε στις αλλαγές που θα φέρει η τεχνητή νοημοσύνη στις επιχειρήσεις», δήλωσε ο Τζον Κόλινς, παγκόσμιος διευθυντής του τμήματος M&A της Morgan Stanley.
Εκτός του τεχνολογικού τομέα, «στις περισσότερες βιομηχανίες, υπάρχει η πεποίθηση ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν πολλές επιχειρήσεις. Υπάρχει η άποψη ότι η δυνατότητα να επενδύσεις σε αυτές τις αλλαγές είναι πολύτιμη», προσέθεσε.
Μια άλλη τάση που αναμένεται να συνεχιστεί είναι η αύξηση των διεθνών συναλλαγών. Οι συναλλαγές μεταξύ ηπείρων έφτασαν επίσης στα υψηλότερα επίπεδα από το 2021, με τη συνολική αξία των διεθνών συναλλαγών να αυξάνεται κατά 46% σε 1,24 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Οι εταιρείες στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν οι πιο στοχευμένες, ενώ οι εταιρείες στις ΗΠΑ, τη Γαλλία και την Ιαπωνία ήταν οι πιο επιθετικές όσον αφορά τις διεθνείς εξαγορές.
«Εξακολουθεί να υπάρχει μια διαφορά στις αποτιμήσεις μεταξύ των ΗΠΑ και του υπόλοιπου κόσμου, και οι αμερικανικές εταιρείες αναζητούν ενεργά διεθνείς ευκαιρίες», δήλωσε ο Γκαουράβ Γκούπτου, διευθύνων σύμβουλος της ομάδας Consumer & Retail Investment Banking της BNP Paribas.
Θα υπάρξουν «περισσότερες επενδύσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, ειδικά από την Ευρώπη και την Ιαπωνία, καθώς επιδιώκουν να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους στις ΗΠΑ και να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά στη μεγαλύτερη και ταχύτερα αναπτυσσόμενη παγκόσμια αγορά», δήλωσε ο Άντριου Γόμπερ, παγκόσμιος επικεφαλής M&A της Barclays.
Ενώ οι ΗΠΑ ήταν η μεγαλύτερη χώρα-στόχος για συμφωνίες M&A μέχρι στιγμής φέτος, η Κίνα ήταν δεύτερη. Η Ιαπωνία σημείωσε τη μεγαλύτερη αύξηση στην αξία των M&A από πέρυσι σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη περιοχή, χάρη στις συμφωνίες για την OpenAI και την Toyota Industries.
Ο Eντ Γουίτιγκ, διευθυντής του τμήματος M&A Ασίας-Ειρηνικού της Goldman Sachs, δήλωσε ότι πολλοί από τους μεγαλύτερους πελάτες της εταιρείας έστρεψαν και πάλι το βλέμμα τους στο εξωτερικό. «Βλέπουμε περισσότερες κινεζικές εταιρείες να εξερευνούν επενδυτικές ευκαιρίες σε διάφορες περιοχές, με έμφαση την Ασία και την Ευρώπη».
Βεβαίως, ορισμένοι παραμένουν επιφυλακτικοί, με έναν ανώτερο σύμβουλο επιχειρήσεων να δηλώνει ότι το ενδιαφέρον για συμφωνίες στο Ηνωμένο Βασίλειο, την τρίτη μεγαλύτερη χώρα-στόχο παγκοσμίως φέτος, ενδέχεται να μειωθεί εν μέσω ενός αβέβαιου πολιτικού σκηνικού.
Σύμφωνα με το Reuters, μια σημαντική τάση φέτος ήταν οι εταιρικές εκποιήσεις. Ο Νέστορ Παζ-Γκαλίντο, διευθυντής του τμήματος συγχωνεύσεων και εξαγορών της UBS, εκτίμησε ότι φέτος οι εκποιήσεις και οι αποσχίσεις εταιρειών αυξήθηκαν κατά 30% σε όγκο και «αυτό θα συνεχιστεί και το επόμενο έτος».
Αυτό περιλαμβάνει μία από τις μεγαλύτερες συναλλαγές του έτους: την απόσχιση της Amrize, της βορειοαμερικανικής επιχείρησης της ελβετικής τσιμεντοποιίας Holcim, η οποία αξιολογήθηκε στα 30 δισεκατομμύρια δολάρια κατά την είσοδό της στο χρηματιστήριο.
Τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια επιστρέφουν επίσης στις συναλλαγές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Dealogic, οι εξαγορές από αυτά σε παγκόσμιο επίπεδο έφτασαν τα 1,1 τρισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 51% σε σχέση με πέρυσι.
«Υπάρχει κάποια συναίνεση μεταξύ αγοραστών και πωλητών όσον αφορά το περιβάλλον, και αυτό τείνει να οδηγεί σε συναλλαγές», δήλωσε ο Στούαρτ Γκεντ, διευθυντής του τμήματος ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων της Bain Capital στην Ευρώπη. «Οι εταιρείες είναι πιο πρόθυμες να πραγματοποιήσουν συναλλαγές», συμπλήρωσε.
Διαβάστε ακόμη
«Εμείς θέτουμε τους όρους»: Πώς οι ΗΠΑ ανέτρεψαν τον Μαδούρο και αναλαμβάνουν τη Βενεζουέλα
H γενιά των Singles: Γιατί οι εργένηδες γύρω μας είναι περισσότεροι από ποτέ
Τρένο αντί αεροπλάνου: Οι συνδέσεις του 2026 αλλάζουν τις μετακινήσεις στην Ευρώπη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.