«Οι χρηματιστηριακές αγορές των ΗΑΕ σημείωσαν σημαντική ανάπτυξη, χάρη σε μια ισχυρή οικονομία, ξένες επενδύσεις και δημόσιες εγγραφές (IPO). Τόσο το Χρηματιστήριο Αξιών του Άμπου Ντάμπι όσο και η Χρηματοπιστωτική Αγορά του Ντουμπάι σημείωσαν σημαντικές αυξήσεις στην κεφαλαιοποίηση της αγοράς και στον όγκο συναλλαγών. Αυτή η ανάπτυξη εδραίωσε τη θέση των ΗΑΕ ως κορυφαίου επενδυτικού προορισμού στην περιοχή.»

Έχουν περάσει τρεις μήνες από την ανακοίνωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ρας Αλ Καϊμά (Επιμελητήριο RAK) των ΗΑΕ, που πανηγύριζε για τις ισχυρές επιδόσεις των χρηματαγορών της χώρας.

Όμως, έξι εβδομάδες πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή ήταν ικανές να αφανίσουν όχι μόνο κεφάλαια που συσσωρεύονταν επί χρόνια, αλλά κυρίως την εικόνα του «κορυφαίου επενδυτικού προορισμού».

Οι αγορές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός έντονου sell-off, πυροδοτώντας κύμα ρευστοποιήσεων και αυξημένη μεταβλητότητα.

Οι δείκτες σε Ντουμπάι (Χρηματοπιστωτική Αγορά του Ντουμπάι, DFM) και Άμπου Ντάμπι (Χρηματιστήριο Αξιών του Άμπου Ντάμπι, ADX) κατέγραψαν απώλειες δισεκατομμυρίων, με το «γρήγορο χρήμα» να κάνει φτερά, φοβούμενο μία παρατεταμένη κρίση.

Πτώση δεικτών: Η κατρακύλα συνεχίζεται

Ο δείκτης του Ντουμπάι (DFM General Index) σημείωσε τις πιο έντονες απώλειες, με πτώση που ξεπερνά και το 15% σε μηνιαία βάση – η χειρότερη επίδοση μεταξύ των αγορών του Κόλπου.

Η πορεία του γενικού δείκτη τιμών του χρηματιστηρίου του Ντουμπάι (DFM), από τον Ιανουάριο έως τις αρχές Απριλίου © Trading Economics
Η πορεία του γενικού δείκτη τιμών του χρηματιστηρίου του Ντουμπάι (DFM), από τον Ιανουάριο έως τις αρχές Απριλίου © Trading Economics

Αν και το Άμπου Ντάμπι εμφάνισε μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, με απώλειες κοντά στο 10%, η συνολική εικόνα παραμένει αρνητική.

Η πορεία του γενικού δείκτη τιμών του χρηματιστηρίου του Άμπου Ντάμπι (ADX), από τον Ιανουάριο έως τις αρχές Απριλίου © Trading Economics
Η πορεία του γενικού δείκτη τιμών του χρηματιστηρίου του Άμπου Ντάμπι (ADX), από τον Ιανουάριο έως τις αρχές Απριλίου © Trading Economics

Συνολικά, οι δύο δείκτες έχουν χάσει πάνω από 120 δισεκατομμύρια δολάρια μετά το ξέσπασμα του πολέμου.

Η διόρθωση αυτή έρχεται μετά από μια περίοδο ισχυρών αποδόσεων το 2024 και τις αρχές του 2025, γεγονός που ενίσχυσε τη διάθεση κατοχύρωσης κερδών, ιδιαίτερα από διεθνή κεφάλαια.

Οι ημερήσιες απώλειες σε ορισμένες συνεδριάσεις ξεπέρασαν το 3%, με συνεχόμενα αρνητικά κλεισίματα να ενισχύουν το αρνητικό μομέντουμ. Ο τραπεζικός κλάδος και οι εταιρείες ακινήτων βρέθηκαν στο επίκεντρο των πιέσεων, καθώς θεωρούνται περισσότερο εκτεθειμένοι στις αλλαγές του επενδυτικού κλίματος.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η εικόνα στον κλάδο των ακινήτων, ο οποίος μέχρι πρόσφατα αποτελούσε βασικό μοχλό ανάπτυξης της αγοράς.

Ο σχετικός δείκτης στο Ντουμπάι κατέγραψε πτώση έως και 30% μέσα σε διάστημα περίπου δύο εβδομάδων, εξαλείφοντας σημαντικό μέρος των κερδών που είχαν καταγραφεί νωρίτερα μέσα στο έτος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η μετοχή της Emaar Properties, μίας από τις μεγαλύτερες εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων στη Μέση Ανατολή, που αποτελεί βασικό παίκτης στην οικονομία του Ντουμπάι και βαρόμετρο της αγοράς ακινήτων, έχει χάσει περίπου το ένα τρίτο της αξίας της, κατρακυλώντας από τα υψηλά έτους, στα οποία είχε ανέλθει μόλις τρεις ημέρες πριν την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων στο Ιράν.

Ο «χάρτινος πύργος» των ΗΑΕ

Σε αντίθεση με άλλες χώρες του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία που επωφελείται από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου και το Ομάν, που υλοποιεί το Όραμα 2040 με επενδύσεις για απεξάρτηση από το πετρέλαιο, τα ΗΑΕ βασίζονται σε λιγότερο στέρεους πυλώνες για την ανάπτυξη τους: τουρισμός, ακίνητα, logistics, αερομεταφορές.


Παράλληλα, τα ΗΑΕ αποτελούν την πιο «διεθνοποιημένη» αγορά της περιοχής, με υψηλή συμμετοχή ξένων επενδυτών και hedge funds. Αυτό σημαίνει ότι σε περιόδους αβεβαιότητας ενεργοποιείται ταχύτερα το λεγόμενο «γρήγορο χρήμα» (“fast money”, κεφάλαια που κινούνται πολύ γρήγορα και ευκαιριακά), οδηγώντας σε πιο απότομες εκροές και εντονότερες διακυμάνσεις.

Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι η πίεση των πολεμικών συγκρούσεων δεν περιορίστηκε στην επενδυτική ψυχολογία, αλλά συνδέεται με πραγματικά χτυπήματα επί του εδάφους των ΗΑΕ. Η χώρα έχει δεχθεί το μεγαλύτερο αριθμό των αεροπορικών επιθέσεων από το Ιράν, σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου, έχει αναχαιτίσει εκατοντάδες ντρόουν και πυραύλους, έχει καταγράψει τουλάχιστον τέσσερις νεκρούς, έχει αναγκαστεί σε μερική αναστολή λειτουργίας των αεροδρομίων της, ενώ ενεργειακές της υποδομές έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές.

Τέλος, η εξάρτηση από τα Στενά του Ορμούζ εντείνει την έκθεση της χώρας σε οποιαδήποτε διαταραχή στις θαλάσσιες ροές, επηρεάζοντας όχι μόνο την ενέργεια αλλά και το εμπόριο και τη ναυτιλία.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αμφισβητείται το ίδιο το αφήγημα που είχε χτιστεί τα τελευταία χρόνια γύρω από τα ΗΑΕ ως «ασφαλή» και ταχύτατα αναπτυσσόμενο επενδυτικό προορισμό. Η προσωρινή διακοπή πτήσεων, η επιφυλακτικότητα ταξιδιωτών και επενδυτών, αλλά και η αύξηση του κόστους ασφάλισης και μεταφοράς, αναδεικνύουν τα όρια αυτού του μοντέλου.

Διαβάστε ακόμη

Δάνεια δύο ταχυτήτων: Περισσότερο χρήμα, αλλά όχι για όλους

Γιάννης Τιμαγένης: «Η ασφαλιστική αγορά έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ προτού τα κλείσουν οι πύραυλοι»

Τέλος στις διεκδικήσεις του Δημοσίου για παλιούς τίτλους ιδιοκτησίας

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα