Οι φόβοι της αμερικανικής αγοράς για την κατάσταση του κλάδου των ιδιωτικών πιστώσεων και την απειλή δημιουργίας ακόμη και «φούσκας» επιβεβαιώθηκαν μετά την ανακοίνωση της Blue Owl Capital, πως κατακλύστηκε από τεράστιο κύμα αιτημάτων αποχώρησης επενδυτών με αποτέλεσμα να εφαρμόσει πλαφόν.

Η εταιρεία που είναι από τους μεγαλύτερους παίκτες του κλάδου του private credit, ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι θα περιορίσει τις εξαγορές μεριδίων από δύο funds ιδιωτικού χρέους που διαχειρίζεται, μετά από έναν τεράστιο όγκο αιτημάτων αποχώρησης ύψους 1,8 τρισ. δολαρίων.

Συγκεκριμένα, επενδυτές στο fund των 36 δισ. δολαρίων Blue Owl Credit Income Corp., ένα από τα μεγαλύτερα του κλάδου, ζήτησαν να αποσύρουν το 21,9% των μεριδίων τους στο τρίμηνο έως τις 31 Μαρτίου, σύμφωνα με επιστολή προς επενδυτές, έναντι 5,2% στο προηγούμενο διάστημα.

Στο μικρότερο Blue Owl Technology Income Corp., οι αιτήσεις εξαγοράς έφτασαν το 40,7%, από 15,4% τρεις μήνες νωρίτερα, σύμφωνα με ξεχωριστή ενημέρωση.

Τα δύο funds είχαν μέχρι πρότινος ικανοποιήσει αιτήματα πέραν του ορίου του 5% που προβλέπει η διαδικασία εξαγοράς. Αυτή τη φορά, ωστόσο, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι θα ευθυγραμμιστεί με άλλους διαχειριστές του κλάδου, θέτοντας πλαφόν στο 5%, «σύμφωνα με τη δομή των κεφαλαίων, αντανακλώντας τη δέσμευσή μας να εξισορροπούμε τα συμφέροντα τόσο των επενδυτών που αποχωρούν όσο και εκείνων που παραμένουν».

Για το μεγαλύτερο fund, το OCIC, αυτό μεταφράζεται σε εξαγορές ύψους 988 εκατ. δολαρίων που θα πραγματοποιηθούν και περίπου 3,2 δισ. δολάρια που θα παραμείνουν στο ταμείο, ενώ για το OTIC σημαίνει επιστροφή 179 εκατ. δολαρίων και διατήρηση περίπου 1 δισ. δολαρίων κεφαλαίων επενδυτών.

Η κίνηση φέρνει τη Blue Owl στην ίδια γραμμή με ανταγωνιστές όπως η Apollo Global Management Inc., η Ares Management Corp. και η BlackRock Inc., οι οποίοι επίσης έχουν θέσει όρια εξαγορών. Ωστόσο, ειδικά για την Blue Owl το μέγεθος των αιτημάτων αναδεικνύει ότι η εταιρεία βρίσκεται στο επίκεντρο των ανησυχιών που κατακλύζει τον κλάδο του private credit.

Οι επενδυτές εμφανίζονται ολοένα και πιο επιφυλακτικοί απέναντι στο private credit, μετά από ορισμένες ηχηρές καταρρεύσεις και φόβους ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ανατρέψει το επιχειρηματικό μοντέλο εταιρειών λογισμικού που βασίζονταν σε άμεσο δανεισμό.

Η Blue Owl βρέθηκε στο μικροσκόπιο ιδιαίτερα μετά την ακύρωση συγχώνευσης δύο BDCs (Business Development Companiesτον Νοέμβριο), αλλά και τα αυξημένα αιτήματα εξαγορών από το τεχνολογικό της fund τον Ιανουάριο. Τον Φεβρουάριο, δέχθηκε επιπλέον πίεση λόγω απόφασης να πουλήσει περιουσιακά στοιχεία αξίας 1,4 δισ. δολαρίων, ενώ ταυτόχρονα περιόρισε πλήρως τις τριμηνιαίες εξαγορές σε ένα fund λιανικής, επιστρέφοντας κεφάλαια μέσω οχήματος με προκαθορισμένη διάρκεια.

Παρά τις πιέσεις, τα δύο funds —που έχουν αποφέρει άνω του 9% ετησιοποιημένη απόδοση από την έναρξή τους— διαβεβαιώνουν ότι βρίσκονται «σε ισχυρή θέση» για να καλύψουν το όριο εξαγορών 5% και μελλοντικά αιτήματα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τα OCIC και OTIC διέθεταν στο τέλος Φεβρουαρίου 11,3 δισ. και 1,3 δισ. δολάρια αντίστοιχα σε μετρητά.

Τα funds σημειώνουν επίσης ότι τα ποσοστά αιτημάτων είναι προκαταρκτικά και ενδέχεται να μεταβληθούν. Το OTIC είχε επιτρέψει εξαγορές άνω του 17% το προηγούμενο τρίμηνο, αν και τελικά ρευστοποιήθηκε το 15,4% των μεριδίων.

Οι διαχειριστές κεφαλαίων έχουν ακολουθήσει διαφορετικές στρατηγικές απέναντι στα αιτήματα εξαγοράς, με ορισμένους να προχωρούν σε εκτεταμένες ρευστοποιήσεις για την ικανοποίηση των επενδυτών, ενώ άλλοι τηρούν αυστηρά τα όρια. Ωστόσο, κανένας μεγάλος διαχειριστής δεν έχει γνωστοποιήσει μέχρι σήμερα αιτήματα της τάξης αυτών που δέχθηκαν τα BDCs της Blue Owl.

Κατά το πρώτο τρίμηνο, οι επενδυτές επιχείρησαν να αποσύρουν περισσότερα από 19 δισ. δολάρια από funds άμεσου δανεισμού, τα δημοφιλή οχήματα private credit που παρέχουν δάνεια απευθείας σε εταιρείες και private equity funds, χωρίς τη μεσολάβηση τραπεζών.

Τα συγκεκριμένα funds, τα οποία διαχειρίζονται επενδύσεις συνολικής αξίας περίπου 275 δισ. δολαρίων, έχουν συνολικά ικανοποιήσει λίγο πάνω από το ήμισυ των αιτημάτων εξαγοράς που έχουν δεχθεί.

Οι εξαγορές αυτές αναμένεται να περιπλέξουν το αφήγημα που επιχειρούν να προωθήσουν οι διαχειριστές ιδιωτικών επενδύσεων, καθώς στρέφονται προς το αμερικανικό συνταξιοδοτικό σύστημα άνω των 10 τρισ. δολαρίων, το οποίο ο κλάδος θεωρεί ως τον επόμενο μεγάλο μοχλό ανάπτυξης. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα ότι θα εισαγάγει νέους κανόνες για να διευκολύνει το άνοιγμα των ταμείων αποταμίευσης σε ιδιωτικές επενδύσεις.

Μόλις χθες, Τετάρτη, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι θα επιδιώξει συναντήσεις με τις ρυθμιστικές αρχές που εποπτεύουν τον ασφαλιστικό κλάδο, προκειμένου να αξιολογήσει τους κινδύνους που απορρέουν από το private credit.

Διαβάστε επίσης

Η Μέση Ανατολή δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια – Η στροφή στην άμυνα, οι νέοι εταίροι και ο ρόλος που διεκδικεί η Ελλάδα 

Αντετοκούνμπο – Μπέκαμ: Το deal-έκπληξη που φιλοδοξεί να κυριαρχήσει στο health market

Βloomberg: Το μοτίβο του πολέμου – Γιατί η βουτιά του S&P 500 ξεκινά κάθε Πέμπτη

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα