Με τις νέες έκτακτες στηρίξεις που προσφέρει η κυβέρνηση στα νοικοκυριά για την κάλυψη των ανατιμήσεων στο ρεύμα και στα προϊόντα καλύπτει σε έναν βαθμό τις εισοδηματικές απώλειές τους. Ωστόσο το πρόβλημα του πληθωρισμού και της ενεργειακής κρίσης δεν είναι μόνο πολύ βαρύ για την τσέπη χαμηλόμισθων και συνταξιούχων, δυστυχώς φαίνεται ότι θα έχει και διάρκεια.

Η Ευρώπη προβλέπει επισήμως ότι ο πληθωρισμός θα κορυφωθεί μέσα στο πρώτο τρίμηνο του έτους και θα υποχωρήσει στη συνέχεια – δυστυχώς αυτή η πρόβλεψη είναι επανάληψη μιας προηγούμενης και μάλλον έχει ήδη ξεπεραστεί αφού βρισκόμαστε στα μέσα Φεβρουαρίου. Και ανεξαρτήτως του αν ο πληθωρισμός θα συνεχιστεί, θα μειωθεί ή θα εξαφανιστεί, οι έχοντες χαμηλό εισόδημα ήδη έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα. Εδώ πρέπει να εξηγηθεί λίγο αυτή η γνωστή παλιά σοφή κουβέντα, ότι οι αριθμοί ευημερούν και οι άνθρωποι υποφέρουν. Εχουμε πληθωρισμό εδώ και τρεις μήνες και θα έχουμε, ας πούμε, για άλλους τρεις. Αυτό σημαίνει ότι οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών ανεβαίνουν επί ένα εξάμηνο και συνολικά έχουν ανέβει, π.χ., 10% (σε πολλά προϊόντα περισσότερο). Ας δεχθούμε, λοιπόν, ότι ο πληθωρισμός σταματάει απότομα (το καλύτερο σενάριο) σε ένα-δυο μήνες. Αυτό σημαίνει ότι σταματάει η άνοδος των τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών. Σταθεροποιούνται εκεί που βρίσκονται τη στιγμή που σταματάει ο πληθωρισμός. Δεν πέφτουν. Με λίγα λόγια, όσο έχουμε πληθωρισμό οι τιμές ανεβαίνουν, όταν δεν έχουμε πληθωρισμό στέκονται εκεί που είναι και σε καμία περίπτωση δεν πέφτουν. Συνεπώς η επιβάρυνση που ήδη έχουν τα ευάλωτα νοικοκυριά παραμένει. Το πακέτο τα μακαρόνια έχει ήδη ανέβει και η τιμή του θα μείνει ψηλά δυσκολεύοντας τις οικογένειες με χαμηλό εισόδημα. Μια έκτακτη ενίσχυση λοιπόν του εισοδήματος δεν εξυπηρετεί παρά στιγμιαία τους δικαιούχους. Δεν τους λύνει το πρόβλημα. Το πρόβλημα θα τους το έλυνε μια μόνιμη αύξηση του εισοδήματός τους, όπως είναι μια αύξηση του μισθού τους. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να πληρώνουν τις αυξημένες τιμές των προϊόντων και να επανέλθουν στο επίπεδο αγοραστικής δύναμης που είχαν πριν.

Συνεπώς η κυβέρνηση πρέπει να μελετήσει κατ’ αρχάς την επαναφορά των μισθών στα προ κρίσης επίπεδα (οι μισθοί μειώθηκαν κατά 12% στα 10 χρόνια της κρίσης) και μετά να τους αυξήσει και λίγο παραπάνω αν θέλει να καλύψει και τον πληθωρισμό. Για το πρόβλημα που προκαλεί η αύξηση των τιμών του ρεύματος, του φυσικού αερίου και του πετρελαίου, τα έκτακτα μέτρα είναι μια χαρά μέχρι να τελειώσει η ενεργειακή κρίση – αν τελειώσει.

Το κόστος για την οικονομία βέβαια είναι μεγάλο και δυστυχώς δεν είναι το μόνο πρόβλημα που έχουμε. Εχουμε πρόβλημα με τις εισαγωγές, με τις εξαγωγές και με τις ξένες επενδύσεις.

Ανάπτυξη

Η οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα μεταφράζεται σχεδόν αυτόματα σε αύξηση των εισαγωγών και σε τρύπα στο εξωτερικό ισοζύγιο. Το χρήμα φεύγει έξω για να αγοράσουμε εισαγόμενα, από αυτοκίνητα μέχρι οδοντογλυφίδες. Αυτό δεν πειράζει καθόλου την Ευρώπη, που εισπράττει μεγάλο μέρος αυτών των εκροών χρήματος πουλώντας μας προϊόντα, αλλά πειράζει πολύ την εγχώρια οικονομία. Το χρήμα φεύγει και πρέπει να περιμένουμε τους τουρίστες να μας το ξαναφέρουν πίσω το καλοκαίρι. Διότι αυτή είναι η βασική πηγή εισροής χρήματος στην Ελλάδα, ο τουρισμός. Και δυστυχώς ενώ οι εισαγωγές αυξάνονται, οι εξαγωγές μας είναι μικρές και υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι για αυτό. Βασικοί λόγοι είναι η ανοργανωσιά, η έλλειψη εθνικής στρατηγικής απ’ όλες τις κυβερνήσεις, η αδυναμία συνεργασίας μεταξύ των παραγωγών, η έλλειψη εθνικού μάρκετινγκ. Και μαζί με όλα αυτά η μικρή παραγωγή. Για να αυξηθούν όμως η παραγωγή και οι εξαγωγές, πρέπει να γίνουν νέες επενδύσεις. Και εδώ είναι το άλλο μεγάλο πρόβλημα, ότι επενδύσεις δεν γίνονται.

Γίνονται βέβαια εξαγορές ελληνικών επιχειρήσεων από ξένους. Αγοράζει δηλαδή ένας ξένος ένα ελληνικό εργοστάσιο. Τι κέρδισε η οικονομία και η χώρα; Τίποτα. Ο ξένος έδωσε τα λεφτά του στον Ελληνα ιδιοκτήτη και λειτουργεί αυτός το εργοστάσιο. Δεν κέρδισε τίποτα κανείς άλλος εκτός αυτών των δυο. Η χώρα θα κερδίσει αν ένας ξένος ή ένας Ελληνας φέρει λεφτά από το εξωτερικό και χτίσει ένα καινούριο εργοστάσιο. Τότε θα προσλάβει κόσμο, θα προσφέρει εισόδημα, θα αναπτυχθεί υγιώς η οικονομία. Το να αλλάξουν χέρια οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν προσθέτει κάτι σημαντικό στην οικονομία.

Τα funds

Και εδώ έρχεται ένα νέο πρόβλημα, λόγω των συνθηκών. Πλήθος ελληνικών επιχειρήσεων και περιουσιών έχει περάσει στα χέρια ξένων funds που αγόρασαν τα κόκκινα δάνεια από τις τράπεζες. Αυτά τα funds θεωρητικά έχουν τεράστια ισχύ την οποία η κυβέρνηση πρέπει να αξιοποιήσει για να πετύχει στρατηγικούς στόχους – αν έχει. Και αυτό διότι τα funds ελέγχουν ολόκληρους κλάδους. Πάρα πολλά ξενοδοχεία, ολόκληρη την κλωστοϋφαντουργία, σχεδόν όλες τις ιχθυοκαλλιέργειες. Η περιουσία που διαχειρίζονται είναι μεγαλύτερη από τον ελληνικό Προϋπολογισμό. Και ουδείς ασχολείται με το τι κάνουν. Κανονικά θα έπρεπε τα λεγόμενα «παραγωγικά» υπουργεία να τους έχουν καλέσει για οδηγίες. Να τους πουν δηλαδή: εμείς ως κράτος θέλουμε να πετύχουμε αυτούς τους στόχους στον τουρισμό, αυτούς στην κλωστοϋφαντουργία, αυτούς στις ιχθυοκαλλιέργειες. Συνεπώς εσείς πρέπει να «πακετάρετε» αυτά τα εργοστάσια, αυτά τα ξενοδοχεία κ.λπ. και να τα πουλήσετε σε νέους επενδυτές ως πακέτα για να βοηθήσετε στους στόχους μας. Και εμείς θα σας βοηθήσουμε να το κάνετε. Δεν το κάνει όμως αυτό η κυβέρνηση, ούτε καν τους ελέγχει για το τι κάνουν. Εκείνοι προσπαθούν να βγάλουν όσο πιο πολλά μπορούν κάνοντας ότι να ’ναι, η κυβέρνηση ούτε που ξέρει τι κάνουν, η οικονομία χάνει.

Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι, ναι, καλά κάνει η κυβέρνηση και δίνει έκτακτες στηρίξεις, αλλά αν δεν ασχοληθεί σοβαρά με την αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας ώστε να ενισχυθεί η παραγωγή, να γίνουν νέες επενδύσεις, να αυξηθούν τα εισοδήματα και αν δεν προσδιορίσει στρατηγικούς στόχους για τους κλάδους της οικονομίας, τελικά η ανάπτυξη που πετυχαίνουμε τώρα θα δημιουργήσει απλώς μια μεγάλη τρύπα στο εξωτερικό ισοζύγιο και τα προβλήματα θα είναι μαζί μας διαρκώς.