Οι νέες δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και οι κατηγορίες που αγγίζουν περίπου το 12% των βουλευτών της κυβερνητικής παράταξης αναδεικνύουν τη διαχρονική παθογένεια των πελατειακών πρακτικών με τους ψηφοφόρους που μπορεί να φτάσει μέχρι τη διαφθορά. Για μία ακόμη φορά ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται μπροστά σε μια λεπτή ισορροπία, καθώς από τη μία πλευρά οφείλει να αποδείξει ότι δεν συγκαλύπτει και από την άλλη να αποτρέψει τη γενίκευση της κρίσης, που μοιραία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε συνολική αμφισβήτηση της κυβέρνησής του. Οι επιλογές του μέχρι στιγμής κινούνται προς τη διαχείριση και όχι προς την «αυτοχειρία», με θεσμική ψυχραιμία, περιορισμό της πολιτικής έντασης και διορθωτικές κινήσεις, με την αντικατάσταση των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου που εμπλέκονται δικαίως ή αδίκως.
Την ίδια στιγμή, η διεθνής αστάθεια επιβαρύνει δραστικά και το εσωτερικό τοπίο, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή εντείνει τον κίνδυνο ενεργειακών ανατιμήσεων και τροφοδοτεί ένα νέο κύμα ακρίβειας. Οι αυξήσεις στα καύσιμα και στα βασικά αγαθά δεν αποτελούν απλώς μια οικονομική… παρενέργεια, αλλά πολιτικό καταλύτη. Πλήττουν την καθημερινότητα του πολίτη, διαβρώνουν την κοινωνική ανοχή και υπονομεύουν την αξιοπιστία κάθε κυβερνητικού αφηγήματος. Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο κρίσιμο σημείο πίεσης για την κυβέρνηση, διότι σε αντίθεση με τα σκάνδαλα που έχουν κύκλο ζωής, η ακρίβεια έχει διάρκεια και επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων.
Παράλληλα, το ζήτημα των υποκλοπών παραμένει μια ανοιχτή πληγή θεσμικής αξιοπιστίας, η οποία δεν έχει επουλωθεί πολιτικά, ακόμη και αν έχει υποχωρήσει επικοινωνιακά, ενώ η δίκη για την τραγωδία στα Τέμπη διατηρεί υψηλή τη συναισθηματική ένταση, υπενθυμίζοντας ότι η πολιτική ευθύνη δεν παραγράφεται με τον χρόνο, αλλά μετασχηματίζεται σε διαρκή πίεση με τη βοήθεια και της… Ζωής Κωνσταντοπούλου. Αυτές οι δύο υποθέσεις συγκροτούν έναν πυρήνα κοινωνικής δυσπιστίας που δεν εκδηλώνεται απαραίτητα με άμεση πολιτική ανατροπή, αλλά λειτουργεί υπόγεια, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον εύθραυστης εμπιστοσύνης.
Απέναντι σε αυτό το πολυεπίπεδο σκηνικό, η στάση του Κυριάκου Μητσοτάκη δείχνει για μία ακόμη φορά ψυχραιμία και σχέδιο. Υπάρχει ένας ωραίος διεθνής όρος, το damage control, που υποδηλώνει τις ενέργειες που γίνονται για να περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες ενός προβλήματος ή μιας κρίσης που έχει ήδη συμβεί. Νομίζω ότι ακριβώς εδώ βρίσκεται ο πρωθυπουργός. Επιλέγει να επενδύσει στη διαχείριση του συνολικού κινδύνου αντί της αποσπασματικής αντιμετώπισης κρίσεων, διατηρώντας χαμηλούς τόνους, αποφεύγοντας την υπερέκθεση και επιδιώκοντας να εμφανίζεται ως ο μόνος παράγοντας σταθερότητας σε ένα ασταθές περιβάλλον. Αυτή η στρατηγική δεν προκαλεί… ενθουσιασμό, αλλά απευθύνεται σε ένα μέρος του εκλογικού σώματος (30%-35%) που έχει κουραστεί από τις αναταράξεις και αξιολογεί την πολιτική με όρους ασφάλειας και όχι κατ’ ανάγκη ιδεολογικής ταύτισης.
Στον αντίποδα, η αντιπολίτευση εμφανίζεται δραστήρια, αλλά όχι πειστική. Το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε μια οργανωτική και πολιτική ανασύνταξη, χωρίς όμως να μετατραπεί σε πρόταση εξουσίας. Από την άλλη, η κινητικότητα του Αλέξη Τσίπρα δείχνει πρόθεση επανεκκίνησης, αλλά σκοντάφτει στο ζήτημα της αξιοπιστίας και της πειστικής ανανέωσης. Το «Ξεκινάμε» της Μαρίας Καρυστιανού αποτυπώνει μια εκνευρισμένη κοινωνική τάση που αναζητά έκφραση εκτός του παραδοσιακού κομματικού συστήματος. Και οι δύο αποφάσισαν να επιταχύνουν τον βηματισμό τους, προφανώς από τον φόβο να πάει αιφνιδιαστικά σε εκλογές ο Μητσοτάκης και δεν προλάβουν να οργανωθούν.
Το κρίσιμο συμπέρασμα που προκύπτει από τη σύνθεση όλων αυτών των παραμέτρων είναι ότι η ελληνική πολιτική βρίσκεται σε φάση «ελεγχόμενης αστάθειας».
Υπάρχουν πολλαπλά μέτωπα, αλλά κανένα δεν έχει ακόμη τη δυναμική να προκαλέσει συνολική ανατροπή. Η κυβέρνηση φθείρεται, αλλά δεν καταρρέει. Η αντιπολίτευση κινείται, αλλά δεν πείθει πλήρως. Η κοινωνία δυσανασχετεί, αλλά δεν έχει αποφασίσει προς τα πού θα στραφεί. Η πολιτική σύγκρουση δεν θα κριθεί άμεσα, αλλά σε βάθος χρόνου. Αν η κυβέρνηση καταφέρει να διαχειριστεί τις κρίσεις χωρίς να μετατραπούν σε συστημική απονομιμοποίηση και αν η οικονομική πίεση δεν κλιμακωθεί σε επίπεδα κοινωνικής έκρηξης, τότε θα διατηρήσει την κυριαρχία της. Αντίθετα, αν τα μέτωπα αυτά συγκλίνουν χρονικά και ενισχύσουν το ένα το άλλο, τότε θα δημιουργηθεί ένα σημείο καμπής που μπορεί να οδηγήσει σε αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού.
Ωστόσο, σε μια πολιτική πραγματικότητα όπου κανείς δεν πείθει απόλυτα, εκείνος που αντέχει περισσότερο κερδίζει. Και αυτή τη στιγμή ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται να ελέγχει το πιο κρίσιμο πλεονέκτημα από όλα. Τον χρόνο.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.