Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ούτε οι κοινωνίες δίνουν δεύτερες ευκαιρίες από νοσταλγία, βαρεμάρα ή επειδή κάποιος «λείπει». Τις δίνουν μόνο όταν πειστούν ότι ο πολιτικός που επιστρέφει κατάλαβε τι έκανε λάθος, άλλαξε και μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα.

Θυμίζω ότι ο Αλέξης Τσίπρας έφυγε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μετά τη συντριπτική ήττα του 2023, με το κόμμα στο 18%. Οχι επειδή τον ανέτρεψε κάποιος, όχι επειδή αμφισβητήθηκε οργανωμένα. Εφυγε μόνος του, αφήνοντας πίσω ένα κόμμα χωρίς δομή, χωρίς διάδοχη κατάσταση και χωρίς στοιχειώδη πολιτική συνοχή. Κάπου εκεί εμφανίστηκε ξαφνικά ο Στέφανος Κασσελάκης, χωρίς πολιτική διαδρομή, χωρίς οργανική σχέση με την Αριστερά, χωρίς κοινοβουλευτική εμπειρία και μέσα σε λίγες εβδομάδες παρουσιάστηκε περίπου ως «νέα εποχή». Και ο Τσίπρας; Σιωπηλός, ούτε καθαρή στήριξη, ούτε καθαρή αποδοκιμασία, το απόλυτο «βλέποντας και κάνοντας».

Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Ο ΣΥΡΙΖΑ διαλύθηκε μπροστά στα μάτια της κοινωνίας. Βουλευτές έφυγαν, στελέχη αλληλοσφάζονταν δημόσια, η εικόνα του κόμματος κατέρρευσε και η αξιωματική αντιπολίτευση έμοιαζε περισσότερο με εσωκομματικό reality παρά με δύναμη διακυβέρνησης. Οταν το πείραμα κατέληξε σε φιάσκο, ξεκίνησε η δεύτερη πράξη του ίδιου έργου, δηλαδή η ανατροπή Κασσελάκη. Ακολούθησαν νέος κύκλος εσωστρέφειας, νέα διάσπαση, νέα αποσύνθεση. Και στο τέλος ήρθε ο Σωκράτης Φάμελλος να διαχειριστεί ένα κόμμα που δημοσκοπικά κινείται στα όρια της πολιτικής εξαΰλωσης, έτοιμο να κατεβάσει ρολά για να ακολουθήσει ξανά… τον αρχηγό που έφυγε. Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της «επιστροφής». Ο Τσίπρας προσπαθεί να εμφανιστεί ως ώριμος και θεσμικός ηγέτης, αλλά η ίδια η συμπεριφορά του διαψεύδει το αφήγημα. Διότι ώριμος πολιτικός δεν είναι αυτός που εγκαταλείπει το κόμμα του στη χειρότερη στιγμή του για να επιστρέψει μόνο όταν θεωρεί ότι μπορεί να ξαναπάρει τον έλεγχο. Ούτε αυτός που αφήνει πίσω του εσωτερικό εμφύλιο και μετά παρουσιάζεται ως επίδοξος ηγέτης ολόκληρης της Κεντροαριστεράς.

Ακόμη πιο προβληματικό από το εσωκομματικό είναι το ευρύτερο πολιτικό περιεχόμενο της επιστροφής του. Υποτίθεται ότι το rebranding του θα ήταν ένα άνοιγμα προς το Κέντρο. Μια έμμεση παραδοχή ότι ο λαϊκισμός, η τοξικότητα και οι αυταπάτες της περιόδου 2015 κόστισαν ακριβά. Μόνο που τελικά συμβαίνει το αντίθετο. Αντί για αυτοκριτική, υπήρξε επαναφορά παλιών αφηγημάτων. Αντί για καθαρές αποστάσεις από τα λάθη, υπήρξε υπεράσπιση σχεδόν των πάντων. Από τη διαπραγμάτευση του 2015 μέχρι τη συνολική λογική διακυβέρνησης. Σαν να μη μεσολάβησαν ποτέ η ήττα και η κοινωνική αποδοκιμασία, σαν να έφταιξαν όλοι οι άλλοι εκτός από τον ίδιο.

Υπάρχει και κάτι ακόμη. Ως τι ακριβώς θέλει να επιστρέψει ο Τσίπρας; Ως αρχηγός ενός νέου κόμματος διαμαρτυρίας του 12%-15%; Ως ηγέτης μιας κατακερματισμένης Κεντροαριστεράς που θα αλληλοτρώγεται ξανά ή ως υποψήφιος πρωθυπουργός; Αν επιζητά το 12%, μπράβο στο κουράγιο του! Αν θέλει, όμως, να ξανακυβερνήσει, έστω και ως εταίρος, τότε οι απαιτήσεις είναι πολύ μεγαλύτερες από ένα επικοινωνιακό restart. Η χώρα δεν βρίσκεται πια στο 2012, δεν είναι κοινωνία οργής και κατάρρευσης.

Είναι μια κουρασμένη κοινωνία που ζητά σταθερότητα, σοβαρότητα και προβλεψιμότητα. Και ο Τσίπρας μέχρι στιγμής συμβολίζει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή τη μόνιμη πολιτική αναταραχή. Αλλά έτσι δεν επιστρέφει ως πρωθυπουργική πρόταση. Επιστρέφει ως πολιτικός που ζητά ρεβάνς για να ξαναγκρεμίσει ό,τι στο μεταξύ χτίστηκε.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα του Τσίπρα δεν είναι, τελικά, το παρελθόν του. Είναι ότι δεν δείχνει να έχει καταλάβει γιατί απορρίφθηκε. Και κάποιος που δεν καταλαβαίνει γιατί απέτυχε είναι καταδικασμένος να επαναλάβει το ίδιο μοντέλο. Γι’ αυτό και ο μόνος τρόπος να αποκτήσει πραγματικό νόημα και προοπτική η δεύτερη ευκαιρία που ζητά είναι η ειλικρίνεια. Να πει καθαρά: «Σας ζητώ συγγνώμη για όσα έγιναν. Ηταν μια εποχή κρίσης, έντασης και αυταπάτης. Σήμερα είμαι πιο ώριμος, πιο έμπειρος και γνωρίζω καλύτερα τα όρια και τις ανάγκες της χώρας. Η Ελλάδα βρήκε ξανά έναν βηματισμό, δώστε μου την ευκαιρία να αποδείξω ότι μπορώ να συμβάλω σε εποχή κανονικότητας».