Οι δημοσκοπήσεις για τη δημοφιλία των κομμάτων, την πρόθεση ψήφου και τα αποτελέσματα των επόμενων εκλογών κάνουν κακό σε όλους. Κάνουν κακό στην κυβέρνηση, η οποία ενώ βλέπει τη φθορά της (δεν χρειαζόταν δημοσκοπήσεις για να τη δει, τη νιώθουν οι βουλευτές της από τις επαφές τους με τους ψηφοφόρους) αισθάνεται ακόμη κυρίαρχος του παιχνιδιού και δεν προσαρμόζει τις πολιτικές της στις ανάγκες της σκληρής πραγματικότητας που βιώνουν πολλοί πολίτες, ιδίως οι πιο ευάλωτοι οικονομικά.

Κάνουν κακό στο ΠΑΣΟΚ, το οποίο απογοητευμένο, αντί να ενωθεί και να επιδιώξει την αύξηση της συσπείρωσής του, βιώνει έναν ιδιότυπο εμφύλιο, με τα κορυφαία στελέχη του να διαγκωνίζονται για την αρχηγία, αμφισβητώντας διαρκώς οι ίδιοι την ηγεσία του κόμματος.

Κάνουν κακό στους ψηφοφόρους προβάλλοντας μια εικόνα της πολιτικής σκηνής κατακερματισμένη, με ανύπαρκτα κόμματα, που ενώ δεν έχουν καν ιδρυθεί ακόμη παίρνουν ψηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις και τους ψηφοφόρους να μετακινούνται από το ένα αντισυστημικό κόμμα στο άλλο.

Κάνουν κακό στην οικονομία, αφού η εικόνα που προβάλλουν είναι πολύ ανησυχητική για οποιαδήποτε απόφαση, επιχειρηματική ή επενδυτική. Κάνουν κακό στους νέους που δεν μπορούν υπό αυτές τις συνθήκες να οραματιστούν μια καριέρα σε ένα πολιτικά σταθερό και οικονομικά αναπτυσσόμενο περιβάλλον, με αποτέλεσμα όσοι μπορούν να φεύγουν στο εξωτερικό.

Θα μου πείτε, και τι να κάνουμε αφού αυτά δείχνουν οι δημοσκοπήσεις; Να αλλοιώσουμε τα αποτελέσματά τους; Οχι βέβαια.

Αλλά μην ξεχνάμε ότι οι δημοσκοπήσεις ενίοτε πέφτουν τραγικά έξω, όπως συνέβη στις τελευταίες εκλογές, το 2023. Τότε οι εκτιμήσεις των εταιρειών δημοσκοπήσεων έδειχναν ότι η Ν.Δ. θα πάρει 31%, πήρε σχεδόν 41%. Εδειχναν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα πάρει 26%, πήρε 20%, έδειχναν ότι το ΠΑΣΟΚ θα πάρει 8,5%, πήρε 11,5%, έδειχναν ότι το ΚΚΕ θα πάρει 6,3%, πήρε 7,3% και ότι ο Βελόπουλος θα πάρει 3,3%, πήρε 4,5%. Με λίγα λόγια, οι δημοσκοπήσεις του 2023, και μάλιστα η τελευταία δημοσκόπηση, που έβγαζε τους μέσους όρους όλων των δημοσκοπήσεων και δημοσιεύτηκε μία εβδομάδα πριν τις εκλογές, έπεσαν πολύ έξω.

Ποιος ξέρει πόσο έξω θα πέσουν τώρα οι δημοσκοπήσεις, ιδιαίτερα όταν μετράνε ανύπαρκτα κόμματα.

Ομως η επιπολαιότητα των δημοσκοπήσεων επηρεάζει τους πάντες, γίνεται θέμα συζητήσεων παντού, επηρεάζει τις αποφάσεις των ψηφοφόρων για τη ζωή τους και ακόμη περισσότερο επηρεάζει την ψήφο τους, διαμορφώνει «ρεύμα». Και πάλι, το κακό αυτό είναι αναπόφευκτο. Θα γίνονται δημοσκοπήσεις, όποιες κι αν είναι οι επιπτώσεις τους, όσο αναξιόπιστες και αν είναι.

Ομως, μήπως θα έπρεπε, τουλάχιστον τα κόμματα να τις αξιολογούν καλύτερα; Μήπως θα έπρεπε να τους δίνουν ένα μικρόμετρο συντελεστή βαρύτητας στις αποφάσεις τους, αφού γνωρίζουν πρώτον ότι θα αλλάξουν μέχρι τις εκλογές και δεύτερον ότι μάλλον θα πέσουν αρκετά έξω, όπως έγινε και στις προηγούμενες εκλογές;
Ανεξαρτήτως πάντως από τις δημοσκοπήσεις, όσον αφορά τα δύο μεγάλα κόμματα, ή μάλλον τα δύο λεγόμενα «συστημικά» κόμματα, τα κόμματα εξουσίας, δηλαδή τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, η ανάγνωση του πολιτικού χάρτη θα έπρεπε να τους γεννάει άλλες συμπεριφορές.

Η Νέα Δημοκρατία που βρίσκεται στην κυβέρνηση όφειλε να έχει πλέον καταλάβει πως πρέπει να κάνει κάτι για να προστατεύσει τους εργαζόμενους από την ακρίβεια, ότι πρέπει να σταματήσει να διώκει τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες και τους αυτοαπασχολούμενους, ότι πρέπει να λάβει μέτρα ενίσχυσης της βιομηχανίας μειώνοντας το κόστος του ρεύματος και ενισχύοντας τα κίνητρα για επενδύσεις, ότι με κάποιον τρόπο πρέπει να στηρίξει τη γεωργική παραγωγή που εξαφανίζεται, τη μεταποίηση και τη βιομηχανία. Οτι πρέπει να αλλάξει το μείγμα φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, ότι πρέπει να περιορίσει σημαντικά την παρέμβαση της γραφειοκρατίας στη ζωή των πολιτών και των επιχειρήσεων, ότι πρέπει να ενισχύσει την ασφάλεια των πολιτών και να δημιουργήσει ένα ευνοϊκό περιβάλλον ζωής για τους νέους.

Το ΠΑΣΟΚ, που βλέπει τη βελόνα σταματημένη, πρέπει να ενωθεί, διότι δεν είναι ενωμένο. Τα στελέχη του τρώγονται μεταξύ τους, ο καθένας δουλεύει για τον εαυτό του, ξοδεύουν περισσότερο χρόνο για τη μεταξύ τους διαμάχη από όσο για να κάνουν αντιπολίτευση στην κυβέρνηση. Αν ενωθούν, ίσως η βελόνα ξεκολλήσει και αν ξεκολλήσει και δοθεί μήνυμα συσπείρωσης στους ψηφοφόρους, ίσως υπάρξει κάποια ουσιώδης εισροή ψηφοφόρων από τους σκόρπιους Πασόκους.

Και αν αυτά τα δύο συμβούν, δηλαδή αν η κυβέρνηση σηκώσει τα μανίκια και λάβει κάποια διαρθρωτικά μέτρα ενίσχυσης της εγχώριας οικονομίας και όχι μόνο του δημοσιονομικού της αποτελέσματος, αν το ΠΑΣΟΚ ενωθεί και ορθοποδήσει και προσφέρει την αίσθηση ότι υπάρχει ισχυρή αντιπολίτευση, αυτά τα δύο αρκούν για να ανεβάσουν το επίπεδο της πολιτικής, το οποίο βρίσκεται πλέον σε κωμικοτραγική κατάσταση.

Αν αυτά δεν γίνουν, θα περάσουμε όλο το διάστημα μέχρι τις εκλογές ασχολούμενοι με ανοησίες, με ασήμαντα πρόσωπα και τις κωμικοτραγικές τους δηλώσεις και οι αποφάσεις όλων, πολιτών και επιχειρήσεων, θα αναβάλλονται, περιμένοντας να δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτό το κακόγουστο βαριετέ. Και όπως φαίνεται αυτή τη στιγμή, δεν εξελίσσεται καθόλου καλά και δεν θα τελειώσει καλά για κανέναν.