Η σημερινή δημοσκόπηση της Marc για το «Πρώτο Θέμα» έρχεται να συμπληρώσει μια συνολική εικόνα για την πορεία των κομμάτων και του πολιτικού σκηνικού που έχει αρχίσει να ξετυλίγεται από την αρχή της εβδομάδας που πέρασε από έρευνες και άλλων δημοσκοπικών εταιρειών. Δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές στην πρόθεση ψήφου και στις τάσεις του εκλογικού σώματος, ωστόσο στη δημοσκόπηση που δημοσιεύουμε εμείς σήμερα υπάρχει μια λογική συνάρτηση απαντήσεων, η οποία θεωρώ ότι διευκολύνει να προκύψουν εύκολα ορισμένα συμπεράσματα.
Παρατηρείται, λοιπόν, αυτή καθαυτή η πρωτόγνωρη για τα ιστορικά δεδομένα της Μεταπολίτευσης διαφορά μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κόμματος (ΠΑΣΟΚ στο 13%), η οποία ανεβοκατεβαίνει εδώ και τρία χρόνια από τις 12 στις 16 μονάδες. Ολα δε τα υπόλοιπα καταγεγραμμένα κόμματα -και όχι τα δύο υπό δημιουργία- βρίσκονται ακόμα χαμηλότερα, στο 8%-12,5%, από τη Ν.Δ., που είναι περίπου στο 30%.
Γιατί προκύπτει αυτή η τεράστια διαφορά; Πρώτα απ’ όλα, σε επιμέρους ερωτήσεις της έρευνας ο κόσμος απαντάει περίπου αντίστοιχα με ό,τι δηλώνει ότι θα ψηφίσει. Για παράδειγμα, όταν ερωτώνται για το ποιο κόμμα ασκεί ουσιαστική αντιπολίτευση, το 13,2% λέει το ΠΑΣΟΚ. Κάπου τόσο παίρνει το ΠΑΣΟΚ και στην εκτίμηση ψήφου. Οταν όμως πάμε λίγο παρακάτω, μόνο το 35% των Πασόκων θεωρούν τον αρχηγό του κόμματος που ψηφίζουν ικανότερο για πρωθυπουργό. Αντιθέτως, υπάρχει ένα 13% από τους ίδιους τους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ που θεωρεί ότι καταλληλότερος για τη θέση είναι ο Μητσοτάκης. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τους ψηφοφόρους των άλλων κομμάτων – πολύ λίγοι πιστεύουν στην καταλληλότητα του αρχηγού του κόμματος που επιλέγουν.
Μια άλλη σχετική ερώτηση που απάντησαν οι ερωτώμενοι αφορά το πόσο ικανοποιημένοι είναι από τον δημόσιο διάλογο και την κομματική αντιπαράθεση στη Βουλή, όπου φυσικά προέκυψε ακριβώς το αντίθετο. Μόνο το 16% του κόσμου είναι ικανοποιημένο απ’ όλο αυτό το αντιαισθητικό χάος που συμβαίνει σχεδόν καθημερινά, ενώ το 82% είναι αρνητικό. Και πώς να μην είναι απ’ όλο αυτό το τσίρκο που βιώνουμε καθημερινά; Αυτή ακριβώς η απάντηση, όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, αναφέρεται κυρίως στον ρόλο της αντιπολίτευσης και λιγότερο σε εκείνον της κυβέρνησης.
Εύκολα λοιπόν εξάγονται συμπεράσματα σε συνδυασμό με τα ποσοστά της καταλληλότητας για πρωθυπουργό, όπου ο Μητσοτάκης παίρνει 32,6%, πιο πάνω και από τα ποσοστά του κόμματός του στην εκτίμηση ψήφου (31,4%), σε αντίθεση με τον Ανδρουλάκη που, ενώ έχει εκτίμηση ψήφου 13%, παίρνει το μισό σε καταλληλότητα για πρωθυπουργός (μόλις 5,8%).
Ενας σημαντικός ακόμα δείκτης για την κυβέρνηση είναι ότι το 36,8% της κοινής γνώμης την αξιολογεί θετικά, ποσοστό αρκετά κοντά στο 41% που έλαβε το 2023 στις εκλογές, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται κοντά 7 χρόνια στην εξουσία και φυσικά έχει την ανάλογη φθορά.
Νομίζω πως είναι φαεινότερο του ηλίου ότι η κυβέρνηση και ο Μητσοτάκης δεν έχουν και ούτε πρόκειται πλέον να αποκτήσουν αντίπαλο στις επόμενες κάλπες παρά μόνο τον εαυτό τους. Οσα λάθη προλάβουν να κάνουν και όσα να διορθώσουν μέχρι το τέλος προκειμένου να παλέψουν με την αυτοδυναμία ή τη συγκρότηση μιας συμμαχικής κυβέρνησης με κάποιο κόμμα. Κοινή πεποίθηση των περισσότερων δημοσκόπων είναι ότι όσο περνάει ο καιρός, παγιώνεται η εντύπωση ότι η κοινή γνώμη αντιλαμβάνεται την πρωτοφανή ένδεια εναλλακτικών λύσεων και γι’ αυτό έστω και δύσκολα, παρά τα σοβαρά ζητήματα που υπάρχουν στην καθημερινότητα, παραμένει κοντά στις ίδιες πολιτικές επιλογές.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.