Στην αρχή κάθε ημερολογιακού έτους εκδίδεται από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. η κανονιστική απόφαση που καθορίζει τον αριθμό φορολογικών ελέγχων που θα διενεργηθούν στο εκάστοτε έτος. Έτσι και φέτος, με την δημοσίευση της υπ’ αριθ. Α.1190/23.12.2025 κανονιστικής απόφασης, τέθηκε το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Φορολογική Αρχή θα διενεργήσει ελέγχους καθ’ όλη την διάρκεια του έτους.
Ειδικότερα, θα πραγματοποιηθούν 26.000 πλήρεις και μερικοί έλεγχοι, εκ των οποίων τουλάχιστον το 80% θα αφορά σε υποθέσεις που το ελεγχόμενο έτος θα είναι της τελευταίας πενταετίας και τουλάχιστον το 75% θα αφορά σε υποθέσεις που το ελεγχόμενο έτος θα είναι εντός της τελευταίας τριετίας για τις οποίες έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής δήλωσης εισοδήματος. Ταυτόχρονα, θα πραγματοποιηθούν 25.400 μερικοί επιτόπιοι έλεγχοι, με σκοπό την διαπίστωση ορθής εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων, 2.500 έλεγχοι για τη διαπίστωση ορθής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων από μεταβίβαση ακινήτων, κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών, ενώ θα διενεργηθούν τουλάχιστον 18.000 στοχευμένοι μερικοί επιτόπιοι έλεγχοι καθώς και 900 έλεγχοι – έρευνες φοροδιαφυγής.
Ο αριθμός των ελέγχων, καταρχήν, δεν μας δίνει επαρκή στοιχεία ως προς την πρόθεση των ελεγκτικών αρχών, λαμβάνοντας υπόψιν ότι και κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, ήτοι το 2025, ο αριθμός των ελέγχων που καθορίστηκε να πραγματοποιηθούν ήταν σχεδόν ταυτόσημος. Παρ’ όλα αυτά, όπως προκύπτει από επίσημα στοιχεία της Α.Α.Δ.Ε., που κοινοποίησε με δελτίο τύπου, για το προηγούμενο έτος η παραβατικότητα των ελεγχόμενων προσώπων άγγιξε το 34,2%, ήτοι ένας στους τρεις ελέγχους προσδιόρισε φόρο ή και πρόστιμο. Η καθαρή αποκρυβείσα αξία, δηλαδή εισοδήματα μη δηλωθέντα, ήταν άνω των 24,7 εκατ. ευρώ επί των οποίων προσδιορίστηκε ο φόρος και το αντίστοιχο πρόστιμο ανακρίβειας.
Δεδομένων των παραπάνω στοιχείων, οι έλεγχοι που θα διενεργηθούν, θα επιλεγούν ύστερα από ανάλυση κριτηρίων κινδύνου, όπως ορίζεται στο άρθρο 31 του ισχύοντος Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Έτσι, ύστερα από την επιλογή του αλγορίθμου για το εκάστοτε ελεγχόμενο πρόσωπο και το αντικείμενο του ελέγχου, αν ο έλεγχος δεν είναι πλήρης, κοινοποιείται από τις ελεγκτικές αρχές το αίτημα για παροχή πληροφοριών – στοιχείων από το φορολογούμενο πρόσωπο, κατά το άρθρο 14 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Με την κοινοποίηση του ανωτέρω αιτήματος, γνωστοποιείται πρώτα στον φορολογούμενο ότι ξεκινά η διαδικασία του ελέγχου, ζητούνται συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία έχει υποχρέωση να προσκομίσει, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει και η υποχρέωση της Φορολογικής Αρχής να του κοινοποιήσει και την εντολή ελέγχου μαζί με την γνωστοποίηση της δυνατότητάς του, για υποβολή εκπρόθεσμων φορολογικών δηλώσεων προς διευθέτηση τυχόν διαφορών.
Το χρονικό σημείο της προσκόμισης των αιτούμενων από την Φορολογική Αρχή στοιχείων είναι κρίσιμο, καθώς εκεί αντιλαμβάνεται ο ελεγχόμενος τι διαφορές προκύπτουν μεταξύ αυτού και της Φορολογικής Αρχής. Είναι το σημείο δηλαδή στο οποίο ο ελεγκτής προσπαθεί να βρει τα «τρωτά» σημεία του ελεγχόμενου και ο τελευταίος καλείται να αιτιολογήσει το σύννομο των φορολογικών του πεπραγμένων με την συνδρομή ορθής νομικής και φορολογικής καθοδήγησης.
Η ορθή νομική και φορολογική καθοδήγηση είναι απαραίτητη καθώς, σε περίπτωση που ανακύψουν διαφορές, τις οποίες δεν αποδέχονται τα δύο μέρη, ο έλεγχος συνεχίζεται με την σύνταξη του Σημειώματος Διαπιστώσεων Ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 33 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, το οποίο περιλαμβάνει τον Προσωρινό Προσδιορισμό Φόρου μαζί με την αιτιολογία επιβολής του, επί του οποίου υπάρχει η δυνατότητα κατάθεσης των απόψεων του φορολογούμενου, εντός 20 ημερών από την κοινοποίησή του. Μετά την κατάθεση των απόψεων του φορολογουμένου και σε περίπτωση μη αποδοχής τους εκδίδεται ο Οριστικός Διορθωτικός Προσδιορισμός Φόρου που αποτελεί και την οριστική διαφορά μεταξύ του ελέγχου και του φορολογούμενου. Κατά της ανωτέρω πράξης υπάρχει η δυνατότητα επανεξέτασης ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Α.Α.Δ.Ε., ύστερα από άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής με σκοπό την ακύρωση της επιβαλλόμενης φορολογικής υποχρέωσης. Η απόφαση επί της ενδικοφανούς προσφυγής εκδίδεται ύστερα από 120 ημέρες από την κατάθεσή της και η απόφαση προσβάλλεται ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η προληπτική συμμόρφωση, η τεκμηριωμένη φορολογική οργάνωση και η έγκαιρη νομική υποστήριξη δεν αποτελούν απλώς επιλογή στρατηγικής, αλλά ουσιώδη όρο περιορισμού του φορολογικού κινδύνου. Σε ένα περιβάλλον όπου η επιλογή υποθέσεων διενεργείται βάσει ανάλυσης κινδύνου και η ελεγκτική διαδικασία εξελίσσεται με αυστηρή τυπολογία και σύντομες προθεσμίες, η έλλειψη προετοιμασίας δύναται να οδηγήσει σε δυσμενείς και δυσχερώς αναστρέψιμες συνέπειες για τον φορολογούμενο.
*Ο Γιάννης Αντωνόπουλος είναι Δικηγόρος, Φορολογικός Σύμβουλος, Υποψήφιος Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.)
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.