Ολα πάνε καλά για τον Νίκο Ανδρουλάκη, καλύτερα δεν γίνεται.

Η κυβέρνηση συμπληρώνει δύο θητείες στην εξουσία, έχει δύσκολα προβλήματα, κάνει πολλά λάθη, είναι εκτεθειμένη στις υποκλοπές, στον ΟΠΕΚΕΠΕ και τα Τέμπη, άλλη αντιπολίτευση δεν υπάρχει, οι εσωκομματικές φωνές στο ΠΑΣΟΚ σιώπησαν στο τελευταίο συνέδριο και ο ίδιος ο αρχηγός χρησιμοποιεί «λόγω και πράξει» την πιο αυστηρή, σκληρή αντιπολιτευτική γλώσσα. Τι συμβαίνει λοιπόν και εξακολουθεί να κινείται σε μια στενή δημοσκοπική λωρίδα, λίγο πάνω ή λίγο κάτω από τα ποσοστά των εκλογών του 2023, όταν κατέγραψε περίπου 11,8%;

Σήμερα, όπως διαπιστώνουμε και από τη δημοσκόπηση της Marc που παρουσιάζει το «ΘΕΜΑ», η επίδοση κυμαίνεται στη ζώνη του 12%-14%, με μικρές διακυμάνσεις που δεν συνιστούν πολιτική δυναμική, αλλά στατιστικές διορθώσεις. Για ένα κόμμα που φιλοδοξεί να επανέλθει σε κυβερνητικό ρόλο, αυτή η… σταθερότητα είναι ένδειξη περίεργης ακινησίας. Το παράδοξο είναι ότι αυτή η στασιμότητα δεν εξηγείται από έλλειψη ευκαιριών. Αντιθέτως, ο Ανδρουλάκης είχε, ίσως, την πιο ευνοϊκή συγκυρία που θα μπορούσε να έχει αρχηγός κόμματος της αντιπολίτευσης.

Απέναντί του βρίσκεται μια κυβέρνηση με επτά χρόνια διακυβέρνησης υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Επτά χρόνια σημαίνουν φθορά, συσσώρευση λαθών, κοινωνική κόπωση, αναπόφευκτες συγκρούσεις. Σε κάθε ευρωπαϊκή δημοκρατία, αυτό το χρονικό βάθος δημιουργεί ρωγμές στο κυβερνητικό αφήγημα και ανοίγει χώρο για την αντιπολίτευση. Στην Ελλάδα, η εποχή του «ώριμου φρούτου» μάλλον τέλειωσε οριστικά το 2009.

Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ένα μικρό, νεοσύστατο κόμμα που αναζητά ταυτότητα. Είναι ένας πολιτικός οργανισμός με βαθιές ρίζες στην ελληνική κοινωνία. Από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου μέχρι τη σύγχρονη περίοδο, έχει αφήσει ισχυρό αποτύπωμα και χιλιάδες στελέχη στην οικονομία, στην Παιδεία, στο κοινωνικό κράτος, στη διοίκηση, στον συνδικαλισμό και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Το κυριότερο, διαθέτει ένα ιστορικό brand που, παρά τις φθορές του, εξακολουθεί να αναγνωρίζεται. Αυτό το κεφάλαιο, σε συνδυασμό με την κυβερνητική φθορά της Νέας Δημοκρατίας, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εφαλτήριο επανόδου. Δεν λειτούργησε.

Και δεν λειτούργησε ούτε όταν η συγκυρία έγινε ακόμη πιο ευνοϊκή. Το συνέδριο του Μαρτίου αποτέλεσε καθαρή εσωκομματική νίκη για τον Ανδρουλάκη. Η εσωτερική αντιπολίτευση υποχώρησε, οι ισορροπίες σταθεροποιήθηκαν και το κόμμα εμφανίστηκε, τουλάχιστον οργανωτικά, ενωμένο. Η προσπάθεια έγινε, πολιτικό αποτέλεσμα δεν είδαμε, η «βελόνα», που είπε και ο Παύλος Γερουλάνος, δεν ξεκόλλησε. Γιατί;

Η πρώτη απάντηση αφορά τη διάκριση μεταξύ αντιπολίτευσης και εναλλακτικής πρότασης εξουσίας. Το ΠΑΣΟΚ άσκησε αντιπολίτευση, δεν έπεισε όμως ότι αποτελεί αξιόπιστη εναλλακτική κυβερνητική λύση. Η διαφορά είναι λεπτή, αλλά καθοριστική. Ο ψηφοφόρος μπορεί να συμφωνεί με την κριτική προς την κυβέρνηση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι έτοιμος να μεταφέρει την εμπιστοσύνη του.

Το δεύτερο σχετίζεται με την πολιτική ταυτότητα. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία, τη σοσιαλδημοκρατική του παράδοση, από την άλλη, μια… εξαλλοσύνη που αγγίζει τα όρια του αντισυστημισμού, μεσοτοιχία με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Αυτή η ανισορροπία, αντί να διευρύνει την απήχηση, δημιουργεί ασάφεια. Ο ψηφοφόρος δεν είναι βέβαιος τι ακριβώς προτείνει το κόμμα και όταν η πολιτική ταυτότητα δεν είναι καθαρή, η εκλογική συμπεριφορά τείνει να παραμένει αδρανής.

Το τρίτο είναι η ίδια η ηγεσία, το πιο προφανές αλλά ταυτόχρονα και το πιο… κρυφό πρόβλημα. Ο Νίκος Ανδρουλάκης εμφανίζεται συχνά με μια μόνιμη εικόνα έντασης, σχεδόν θυμού, που ενώ επιδιώκει να μεταφέρει αποφασιστικότητα, καταλήγει να εκπέμπει μονοτονία και περιορισμένη πολιτική ενσυναίσθηση. Η ηγεσία δεν είναι μόνο καταγγελία και αυστηρότητα, είναι και ικανότητα να εμπνέεις, να ενσωματώνεις, να αφηγείσαι καλά μια προοπτική. Σε επίπεδο επιλογών, η διαχείριση προσώπων στο εσωκομματικό πεδίο δείχνει περισσότερο αμυντική παρά συνθετική.

Αντί να αξιοποιεί δημιουργικά τις διαφορετικές τάσεις, συχνά φαίνεται να επιδιώκει τον έλεγχο μέσω εξουδετέρωσης, κάτι που μπορεί να παράγει βραχυπρόθεσμη ηρεμία αλλά δεν καλλιεργεί πολιτική δυναμική. Παράλληλα, ο τρόπος άσκησης αντιπολίτευσης, αν και θεσμικά ορθός, μοιάζει προβλέψιμος. Υψηλοί τόνοι, έντονη κριτική, εμμονή σε συγκεκριμένα θέματα αλλά χωρίς την απαραίτητη κλιμάκωση που να μετατρέπει την πολιτική πίεση σε κοινωνικό ρεύμα. Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα ηγέτη που λειτουργεί επαρκώς εντός των ορίων του 12%-14%, αλλά δεν μπορεί να τα υπερβεί. Και σε μια περίοδο που απαιτείται υπέρβαση για να αλλάξουν οι συσχετισμοί, αυτή η διαχειριστική προσέγγιση δεν αρκεί.

Καθώς η χώρα μπαίνει στην τελική ευθεία για τις εκλογές, το ερώτημα δεν είναι αν το ΠΑΣΟΚ θα αυξήσει κατά μία ή δύο μονάδες τα ποσοστά του, αλλά αν είναι πλέον αργά για να γίνει κόμμα εξουσίας. Η τελευταία ευκαιρία χάθηκε στις εσωκομματικές εκλογές τον Οκτώβριο του 2024. Ο,τι διαφορετικό κι αν είχε γίνει τότε, η κατάσταση θα ήταν καλύτερη και για το κόμμα και για τη χώρα. Δεν ξέρω αν τώρα προλαβαίνει να αλλάξει κάτι, καθώς η προσπάθεια μοιάζει περισσότερο με αγώνα επιβίωσης της ηγεσίας και λιγότερο με προσπάθεια για μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης της χώρας.