Το κύριο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας και ο βασικός λόγος που η τελευταία βρίσκεται σε καθεστώς κρίσης την τελευταία δεκαετία, είναι η αδύναμη πλευρά προσφοράς, που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στο -εν πολλοίς αντιαναπτυξιακό θεσμικό καθεστώς- που χαρακτηρίζει τη χώρα.
Μετά τη σημαντική πρόοδο που σημειώθηκε τη περίοδο 2012-14 προς αλλαγή αυτού του καθεστώτος, η τετραετία που πέρασε ήταν χαμένη. Κληρονομιά της απερχόμενης οικονομικής πολιτικής αποτελεί η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού (δημογραφικές εξελίξεις και brain drain), η μείωση του αποθέματος φυσικού κεφαλαίου (οι νέες επενδύσεις ήταν χαμηλότερες των αποσβέσεων) και η μείωση της παραγωγικότητας εργασίας και κεφαλαίου.
Ταυτόχρονα, από το 2015 και ύστερα η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας υποχώρησε, οι θεσμικές επιδόσεις της χώρας επιδεινώθηκαν, το τραπεζικό σύστημα (ο κυριότερος χρηματοδοτικός μοχλός ανάπτυξης) δέχθηκε καίριο πλήγμα, διατηρήθηκαν σημαντικές στρεβλώσεις στις αγορές εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών, και παρατηρήθηκε σημαντική υποβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος σε όλες τις βαθμίδες.
Συνολικά, με την παρούσα χαμηλή αναπτυξιακή δυναμική, και με δεδομένο το μεγάλο απόθεμα δημοσίου και ιδιωτικού χρέους, η απερχόμενη κυβέρνηση παραδίδει την ελληνική οικονομία σε μια εξαιρετικά αρνητική μακροχρόνια προοπτική.
Οι εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου μπορούν να αποτελέσουν σημείο καμπής για μετάβαση της Ελλάδας από το καθεστώς μαρασμού που περιγράψαμε παραπάνω σε ένα νέο καθεστώς υψηλής ανάπτυξης και ευημερίας. Για να συμβεί αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εκλογή μιας νέας κυβέρνησης που είναι αποφασισμένη να προβεί στις θεσμικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες προκειμένου να εξέλθει η πλευρά προσφοράς από το σημερινό αντιαναπτυξιακό καθεστώς.
Όμως, η τελική επιτυχία του εγχειρήματος, όπως επίσης και η ταχύτητα με την οποία θα παρουσιαστούν τα ευεργετικά αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων στα εισοδήματα των πολιτών και το επίπεδο απασχόλησης, θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό και από το εύρος της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της επόμενης κυβέρνησης.
Συγκεκριμένα, το κύριο κανάλι μέσα από τον οποίο η οικονομία θα πραγματοποιήσει τη μετάβαση στο νέο καθεστώς υψηλής ανάπτυξης και ευημερίας είναι οι ιδιωτικές επενδύσεις. Αυτό συμβαίνει γιατί οι επενδύσεις αυξάνουν τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό της χώρας, δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και αυξάνουν την παραγωγικότητα εργασίας και κεφαλαίου, εξελίξεις που αναβαθμίζουν την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας.
Το ύψος των επενδύσεων καθορίζεται από την αναμενόμενη κερδοφορία τους και το ρίσκο ζημιών. Μια ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία αυξάνει την πιθανότητα επιτυχούς εφαρμογής των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, κάτι που με τη σειρά του αυξάνει την αναμενόμενη κερδοφορία νέων επενδύσεων. Ταυτόχρονα, η μείωση του πολιτικού κινδύνου που συνεπάγεται μια ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία βελτιώνει την προβλεψιμότητα της επενδυτικής κερδοφορίας και μειώνει την πιθανότητα ζημιών.
Τα ευεργετικά αποτελέσματα που θα δημιουργήσει μια μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, σε συνδυασμό με την προοπτική ενός καθαρού εκλογικού διαδρόμου για την επόμενη τετραετία, θα ενισχύσει τα κίνητρα για την γρηγορότερη πραγματοποίηση μικρών και μεγάλων επενδύσεων, που με τη σειρά τους θα συνεισφέρουν σημαντικά σε ένα ενάρετο κύκλου βελτιωμένων προσδοκιών, μειωμένου ρίσκου και επιταχυνόμενης ανάπτυξης/απασχόλησης.
Όπως δείχνουν οι αποδόσεις των ελληνικών μετοχών και ομολόγων το τελευταίο χρονικό διάστημα, και κυρίως μετά τις ευρωεκλογές, ο ενάρετος αυτός κύκλος έχει ήδη εισαχθεί. Μια μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την επόμενη κυβέρνηση θα τον επιταχύνει σημαντικά.
Με δεδομένη την μεταρρυθμιστική ατζέντα της επόμενης κυβέρνησης, όσο μεγαλύτερη είναι η κοινοβουλευτική της πλειοψηφία τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες για γρηγορότερη οικονομική ανάκαμψη.
Μιχάλης Αργυρού
Reader in Economics
Cardiff University
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.