Υπάρχουν γεγονότα που όσο περνούν τα χρόνια τόσο πιο εύκολα αντιμετωπίζονται ως μια δυσάρεστη ανάμνηση. «Πέρασαν έντεκα χρόνια», λένε πολλοί. «Ας πάμε παρακάτω». Και πράγματι, οι κοινωνίες οφείλουν να προχωρούν μπροστά. Όμως άλλο πράγμα είναι να προχωράς και άλλο να διαγράφεις από τη συλλογική μνήμη γεγονότα που καθόρισαν την πορεία μιας χώρας. Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 δεν είναι μια απλή πολιτική επέτειος. Είναι ένα ιστορικό μάθημα. Και τα ιστορικά μαθήματα δεν τα ξεχνάς. Τα μελετάς, τα αξιολογείς και προσπαθείς να μην τα επαναλάβεις.

(EUROKINISSI/ΜΠΟΛΑΡΗ ΤΑΤΙΑΝΑ)
Εκείνη την Κυριακή, οι Έλληνες κλήθηκαν να απαντήσουν σε ένα εξαιρετικά σύνθετο και δυσνόητο ερώτημα σχετικά με την πρόταση των ευρωπαϊκών θεσμών και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Το αποτέλεσμα ήταν σαρωτικό. Το 61,31% ψήφισε «Όχι» και το 38,69% «Ναι». Για πολλούς ήταν μια πράξη εθνικής αξιοπρέπειας. Για άλλους, μια ψήφος διαμαρτυρίας απέναντι στη λιτότητα. Για αρκετούς, όμως, δεν ήταν απολύτως σαφές τι ακριβώς ενέκριναν ή απέρριπταν, καθώς η δημόσια συζήτηση είχε μετατραπεί σε μια σύγκρουση συνθημάτων, φόβου και υπερβολών.
Η Ελλάδα εκείνες τις ημέρες δεν ζούσε μια κανονική δημοκρατική διαδικασία – είχε ακουστεί ότι «τανκς μπορεί να βγουν στους δρόμους για να διασφαλίσουν την ασφάλεια των πολιτών, ανήκουστα πράγματα. Ζούσε μια κατάσταση οριακής εθνικής πίεσης. Οι τράπεζες είχαν κλείσει. Τα capital controls είχαν επιβληθεί. Οι ουρές στα ΑΤΜ έγιναν καθημερινή εικόνα. Η οικονομία είχε σχεδόν παραλύσει. Οι επιχειρήσεις αδυνατούσαν να πραγματοποιήσουν πληρωμές στο εξωτερικό. Οι πολίτες ανησυχούσαν για τις καταθέσεις τους και το ενδεχόμενο εξόδου από το ευρώ δεν αποτελούσε πλέον ένα θεωρητικό σενάριο, αλλά μια πραγματική πιθανότητα που συζητιόταν ανοικτά στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και μέσα σε γραφεία.
Είναι εύκολο σήμερα, με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, να υποτιμήσουμε εκείνες τις στιγμές. Δεν πρέπει όμως να το κάνουμε. Γιατί τότε η χώρα έφτασε όσο ποτέ άλλοτε κοντά σε μια εξέλιξη που θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά την οικονομική, κοινωνική και γεωπολιτική της πορεία. Το Grexit δεν ήταν μια δημοσιογραφική υπερβολή. Ήταν ένα ενδεχόμενο που απασχόλησε σοβαρά κυβερνήσεις, θεσμούς και αγορές.
Ακόμη σημαντικότερο, όμως, είναι το πολιτικό δίδαγμα. Το δημοψήφισμα απέδειξε πόσο εύκολα μπορεί μια κοινωνία να οδηγηθεί σε ακραίες επιλογές όταν κυριαρχούν ο λαϊκισμός, η δημαγωγία και οι εύκολες υποσχέσεις. Όταν η σύνθετη πραγματικότητα παρουσιάζεται ως μια απλή σύγκρουση «πατριωτών» και «προδοτών», όταν τα δύσκολα οικονομικά προβλήματα μετατρέπονται σε συνθήματα πλατειών και τηλεοπτικών παραθύρων, τότε η δημοκρατία κινδυνεύει να λειτουργήσει περισσότερο με το συναίσθημα παρά με τη γνώση.
Το δημοψήφισμα δεν αποτελεί ευθύνη μόνο μιας κυβέρνησης. Αποτελεί ευθύνη συνολικά του πολιτικού συστήματος. Άλλοι καλλιέργησαν αυταπάτες, άλλοι δεν κατάφεραν να πείσουν, άλλοι επέλεξαν τον εύκολο δρόμο της πόλωσης. Σχεδόν όλοι, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, επένδυσαν στην πολιτική ένταση αντί στην ειλικρίνεια απέναντι στους πολίτες. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο δίδαγμα: ότι οι δημοκρατίες δεν κινδυνεύουν μόνο από τις οικονομικές κρίσεις, αλλά και από την αδυναμία της πολιτικής να λέει την αλήθεια όταν αυτή είναι δυσάρεστη.
Εξίσου χαρακτηριστική υπήρξε και η επόμενη ημέρα. Παρά το ισχυρό «Όχι» της κάλπης, λίγες ημέρες αργότερα η κυβέρνηση κατέληξε σε συμφωνία με τους Ευρωπαίους εταίρους και τον Αύγουστο ψηφίστηκε το τρίτο μνημόνιο. Η πολιτική πραγματικότητα αποδείχθηκε ισχυρότερη από τα συνθήματα. Οι περιορισμοί της οικονομίας, οι διεθνείς δεσμεύσεις και οι πραγματικοί συσχετισμοί δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. Έτσι, η λαϊκή ετυμηγορία απέκτησε διαφορετική πολιτική ερμηνεία από εκείνη που είχε παρουσιαστεί πριν από την κάλπη.
Αυτό ακριβώς είναι που δεν πρέπει να ξεχαστεί. Όχι για να αναζητήσουμε εκ νέου ενόχους ούτε για να διαιωνίσουμε τον διχασμό. Αλλά για να θυμόμαστε πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει μια χώρα όταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε παιχνίδι υψηλού ρίσκου. Για να θυμόμαστε ότι οι οικονομίες δεν λειτουργούν με συνθήματα, ούτε οι αγορές επηρεάζονται από επευφημίες. Και κυρίως για να θυμόμαστε ότι η εμπιστοσύνη χτίζεται δύσκολα και χάνεται μέσα σε λίγες ημέρες.
Οι νεότερες γενιές, που ίσως δεν έζησαν εκείνες τις δραματικές εβδομάδες, αξίζει να γνωρίζουν τι πραγματικά συνέβη. Όχι μέσα από κομματικά φίλτρα, αλλά μέσα από τα γεγονότα. Να γνωρίζουν ότι η χώρα έφτασε στα όριά της, με μια εσάνς βίας που εκφράστηκε ως αιωρούμενη απειλή και άλλοτε ως πραγματικότητα. Ότι οι αποφάσεις είχαν πραγματικό κόστος για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και επενδύσεις. Και ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας δεν ήταν ποτέ αυτονόητη, αλλά αποτέλεσμα δύσκολων επιλογών και συμβιβασμών.
Η Ιστορία δεν υπάρχει για να τροφοδοτεί πολιτικές αντιπαραθέσεις. Υπάρχει για να αποτρέπει την επανάληψη των ίδιων λαθών. Αν το δημοψήφισμα του 2015 μείνει μόνο ως μια επέτειος που κάποιοι τιμούν και άλλοι αποφεύγουν να συζητούν, τότε δεν έχουμε μάθει τίποτα. Αν, αντίθετα, λειτουργήσει ως υπενθύμιση ότι ο λαϊκισμός, η δημαγωγία, οι ψευδαισθήσεις και ο διχασμός μπορούν να οδηγήσουν μια χώρα στο χείλος της αβύσσου, τότε ίσως εκείνη η επώδυνη εμπειρία αποκτήσει πραγματική αξία.
Επομένως, χωρίς θυμό, αλλά με νηφαλιότητα, γιατί πρέπει να ξεχάσουμε το δημοψήφισμα του 2015;
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.