Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ενα από τα σχέδια που περιλαμβάνονται στη λίστα των μεταρρυθμίσεων που εστάλη στους δανειστές προβλέπει τη δημιουργία μιας νέας εποπτικής αρχής για τις τράπεζες, αλλά και για τις ασφαλιστικές και τις επενδυτικές εταιρείες, η οποία θα υπάγεται στο υπουργείο Οικονομικών.

Με βάση τον σχεδιασμό, ο κανονιστικός έλεγχος στις τράπεζες θα συνεχίσει να ασκείται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και τη «θυγατρική» της Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ η νέα αρχή θα ασκεί εποπτεία σε πιο λειτουργικό επίπεδο, σε θέματα δηλαδή που ξεκινούν από την προστασία του καταναλωτή και τον εντοπισμό φοροδιαφυγής μέσω τραπεζικών συναλλαγών και φτάνουν στην ποιότητα των χορηγήσεων και τη στρατηγική χρηματοδότησης της οικονομίας.

Είναι σαφές ότι επί της ουσίας το σχέδιο αυτό αποσκοπεί στο να δημιουργήσει έναν μηχανισμό σύνδεσης της οικονομικής πολιτικής και του τραπεζικού συστήματος, αλλά και στη διατήρηση -σε κάποιον βαθμό- ενός εθνικού ελέγχου στον τραπεζικό κλάδο.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι εκπρόσωποι των δανειστών «λύσσαξαν» και χαρακτηρίζουν τον νέο φορέα από άχρηστο έως επιβλαβή, δεδομένου ότι η εποπτεία των 128 συστημικών -δηλαδή των σημαντικότερων- τραπεζών έχει περάσει ήδη στην ΕΚΤ. ΟΙ αντιρρήσεις διατυπώνονται παρά το γεγονός ότι αντίστοιχοι εποπτικοί φορείς υπάρχουν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Στην πραγματικότητα, το ελληνικό σχέδιο είναι απαραίτητο ακριβώς για να αντισταθμίσει την απώλεια εθνικού ελέγχου στον κρίσιμο τραπεζικό τομέα, την οποία συνεπάγεται η ανάθεση της τραπεζικής εποπτείας στην ΕΚΤ.

Μέσω της εποπτείας η κεντρική τράπεζα ασκεί έναν πρωτοφανή σε έκταση αλλά και βάθος έλεγχο στην οικονομική λειτουργία των μεγάλων τραπεζών και συνεπώς στις επιχειρήσεις και τις οικονομίες των ευρωπαϊκών χωρών.

Και βέβαια, οι προτεραιότητες της ΕΚΤ δεν καθορίζονται από κάποιους αντικειμενικούς και ουδέτερους κανόνες με σεβασμό στη θεσμική ισοτιμία των κρατών-μελών. Κάθε άλλο. Πρόκειται για έναν μηχανισμό διαχείρισης συμφερόντων, την εμβέλεια και τον προσανατολισμό του οποίου βιώνουμε με δραματικό τρόπο το τελευταίο διάστημα, καθώς βλέπουμε τη διαχείριση της ρευστότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από την ΕΚΤ να εξελίσσεται σε ένα από τα βασικά εργαλεία πολιτικού εκβιασμού σε βάρος της ελληνικής κυβέρνησης.

Η ΕΚΤ εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ισχυρών χωρών και των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ομίλων και η ανάληψη της εποπτείας των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών προσθέτει άλλο ένα εργαλείο ελέγχου και επιβολής, το οποίο διεισδύει πλέον στην καρδιά των επιχειρήσεων και της αγοράς.

Είναι τέτοια η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος στα χέρια της ΕΚΤ ώστε πολλοί οικονομολόγοι και αναλυτές στην Ευρώπη μιλούν πλέον για άλλο ένα βήμα γιγάντωσης του τραπεζικού κεφαλαίου, το οποίο διαρθρώνεται σε υπερεθνική βάση σε βάρος του παραγωγικού-βιομηχανικού κεφαλαίου και αντιπροσωπεύει συμφέροντα οργανωμένα σε εθνικό επίπεδο.

Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί να γίνει παραγωγική ανασυγκρότηση στην ελληνική οικονομία χωρίς το εργαλείο των τραπεζών. Το ίδιο μοντέλο άλλωστε εφαρμόζουν και οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, με πρώτη και καλύτερη τη Γερμανία, η οποία έδωσε μάχη για να εξαιρεθεί από την εποπτεία της ΕΚΤ ο βασικός κορμός του δικού της τραπεζικού συστήματος, δηλαδή οι περιφερειακές κρατικές, συνεταιριστικές τράπεζες που στηρίζουν τον γερμανικό παραγωγικό ιστό.

Είναι επομένως σοφός ο ελληνικός σχεδιασμός παρά τις αντιρρήσεις των δανειστών.