Γνώμες

Η αγορά πρέπει να πάρει μεγάλες ανάσες για να ξαναβρεί τα βήματά της

  • Γιώργος Χ. Παπαγεωργίου


Την ώρα που η ΕΚΤ βλέπει τα προβλήματα να συνεχίζονται και συνεχίζει τις ενισχύσεις, πρέπει και η ελληνική κυβέρνηση να στηρίξει όσο το δυνατόν περισσότερο τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Τούτο είναι αναγκαίο όχι μόνο για προφανείς λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και για λόγους οικονομικής αναγκαιότητας

Ουδείς γνωρίζει πώς θα εξελιχθεί η πανδημία το επόμενο διάστημα, καθώς το τέταρτο κύμα είναι ήδη σε πλήρη εξέλιξη, αλλά στο οικονομικό πεδίο η κυβέρνηση επιχειρεί να επαναφέρει την κανονικότητα χωρίς μέτρα στήριξης και χωρίς αναστολές πληρωμών.

Τα τραπεζικά δάνεια που είχαν τεθεί σε αναστολή επανέρχονται σε κανονική αποπληρωμή, και μάλιστα προσαυξημένη, ενώ σύντομα λήγει και η στήριξη για τους δανειολήπτες που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Γέφυρα», που επιδοτούσε τη δόση των στεγαστικών δανείων για όσους πληρούσαν ορισμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.

Το υπουργείο Οικονομικών, από την πλευρά του, ανακοίνωσε μια ρύθμιση 36 έως 72 δόσεων για τις λεγόμενες «οφειλές της πανδημίας», καθώς και τη δυνατότητα αναβίωσης παλαιότερων ρυθμίσεων που έχουν χαθεί.

Οι ρυθμίσεις αυτές «ακούγονται» καλά, καθώς γίνεται αναφορά σε αρκετές δόσεις, αλλά οι λεπτομέρειες αναδεικνύουν αδυναμίες. Στην ουσία, ρυθμίζονται μόνο ορισμένες οφειλές, όχι όλες, και τούτο μόνο για κάποιους φορολογουμένους, όχι για το σύνολο.

Στη νέα ρύθμιση με δόσεις περιλαμβάνονται μόνο οι χαρακτηριζόμενοι ως πληγέντες από την πανδημία, αλλά και αυτοί μπορούν να ρυθμίσουν με πολλές δόσεις μόνο ένα μέρος των οφειλών τους, κυρίως εκείνων που είχαν παγώσει λόγω των μέτρων. Είναι προφανές, όμως, ότι οι επιχειρήσεις ή τα νοικοκυριά που επλήγησαν θα έχουν δυσκολία εξυπηρέτησης του συνόλου των οφειλών τους, πολύ περισσότερο που από την 1η Ιανουαρίου θα αρχίσουν να τρέχουν και οι «ξεπαγωμένες» οφειλές, πέρα από τις τρέχουσες.

Οσο για εκείνους που δεν εντάχθηκαν στις ενισχύσεις της πανδημίας και δεν χαρακτηρίζονται ως πληγέντες, αυτοί δεν έχουν το ευεργέτημα των 36 έως 72 δόσεων.

Κι όλα αυτά ενώ είναι τοις πάσι γνωστό ότι το πρόβλημα της υπερχρέωσης υπήρχε πριν από την πανδημία και ένας μεγάλος αριθμός πολιτών και επιχειρήσεων στέναζε κάτω από τις οφειλές.

Το πρόβλημα μεγεθύνθηκε λόγω της πανδημίας και η επόμενη μέρα δεν θα είναι εύκολη για την πλειονότητα των πολιτών.

Λογικά, μετά το στραπάτσο που έχουν υποστεί η αγορά και οι εργαζόμενοι, το υπουργείο Οικονομικών θα έπρεπε να δώσει τη δυνατότητα μιας γενικευμένης ρύθμισης όλων των οφειλών σε πολλές δόσεις, καθώς και ένα κούρεμα στις οφειλές της πανδημίας.

Χωρίς μια γενικευμένη ρύθμιση όλων των οφειλών, οι φορολογούμενοι δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και αργά ή γρήγορα αυτό θα φανεί και στα δημόσια έσοδα.

Αντίστοιχα και οι τράπεζες, καθώς και οι εταιρείες είσπραξης που έχουν αναλάβει τα δάνεια, θα έπρεπε να προχωρήσουν σε διευθετήσεις και σε περιόδους χάριτος έτσι ώστε οι δανειολήπτες να έχουν τη δυνατότητα να προσαρμοστούν σταδιακά, μετά το σοκ της πανδημίας – η οποία άλλωστε συνεχίζεται.

Την περασμένη εβδομάδα η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ ανακοίνωσε ότι θα συνεχιστούν τα έκτακτα μέτρα στήριξης της οικονομίας και είπε ξεκάθαρα ότι η μετάλλαξη «Δέλτα» δημιουργεί αυξημένη αβεβαιότητα.

Την ώρα που η ΕΚΤ βλέπει τα προβλήματα να συνεχίζονται και συνεχίζει τις ενισχύσεις, πρέπει και η ελληνική κυβέρνηση να στηρίξει όσο το δυνατόν περισσότερο τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Τούτο είναι αναγκαίο όχι μόνο για προφανείς λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και για λόγους οικονομικής αναγκαιότητας.

Η αγορά πρέπει να πάρει μεγάλες ανάσες για να ξαναβρεί τα βήματά της. Σε διαφορετική περίπτωση, τα χειρότερα θα είναι μπροστά μας.