Παρακολουθώντας το ασανσέρ τιμών στα ενεργειακά προϊόντα που επηρεάζονται από τις αλλεπάλληλες δηλώσεις των πρωταγωνιστών του πολέμου στο Ιράν, έχουμε διαμορφώσει λανθασμένα την άποψη πως, τελειώνοντας κάποια στιγμή σε μερικές εβδομάδες ο πόλεμος, θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα.

Κάτι τέτοιο όμως όπως λένε οι ειδικοί απέχει πολύ από μια σκληρή πραγματικότητα που ακόμα δεν έχουμε δει. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, προειδοποιεί πως έρχεται ενεργειακό σοκ στην Ευρώπη παρόμοιο και ίσως χειρότερο από τις ενεργειακές κρίσεις του 1973 και 1979. Και τούτο γιατί απλά για πολλούς μήνες θα υπάρχει μειωμένη προσφορά τόσο αργού πετρελαίου όσο και φυσικού αερίου που θα έχει σαν συνέπεια να μην επαρκούν για την κάλυψη της ζήτησης σε παγκόσμιο επίπεδο. Και δεν θα είναι μόνο η εκτόξευση των τιμών η μόνη παρενέργεια, καθώς πρέπει οι κυβερνήσεις να επιβάλλουν ενδεχομένως περιορισμούς και δελτίο στην κατανάλωση των ενεργειακών προϊόντων.

Με άλλα λόγια μας λέει ο ΔΟΕ, πως δεν έχουμε δει ακόμα τίποτα, καθώς τα πολύ δύσκολα θα έρθουν όταν θα περιοριστεί η βιομηχανική παραγωγή, όταν θα γίνει πανάκριβη η πρωτογενής παραγωγή, όταν το κόστος των μεταφορών (οδικών, αεροπορικών, ναυτιλιακών) γίνει απλησίαστο και όταν οι τιμές των προϊόντων στα ράφια δεν θα μπορούν να συγκρατηθούν, ούτε με ελέγχους ούτε με πλαφόν στα κέρδη. Η εκτίναξη του πληθωρισμού πρέπει να θεωρείται παραπάνω από βέβαιη και συνακόλουθα νέα μείωση στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Όμως το πιο ανησυχητικό είναι να περάσουμε και σε ύφεση της οικονομίας, ματαιώσεις επενδύσεων, μειώσεις στις εξαγωγές και ανακοπή των τουριστικών ρευμάτων προς τη χώρα μας.

Κι όλα αυτά τα δυσμενή, δεν είναι απλά καταστροφικά σενάρια που απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Όλοι οι αναλυτές με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συγκλίνουν πως αυτό είναι το επικρατέστερο σενάριο. Δεν ξέρω αν οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη και η ίδια η Κομισιόν προετοιμάζονται σοβαρά για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, καθώς επί του παρόντος εμφανίζονται απλώς παρατηρητές, αλλά η πικρή αλήθεια είναι πως δεν μας έχουν συνηθίσει για τα γρήγορα αντανακλαστικά τους. Σχεδόν πάντα σύρονται από τα γεγονότα και όποια μέτρα αποφασίζονται είναι εκ των υστέρων και αναποτελεσματικά.

Μαγικά ραβδιά βέβαια για την αντιμετώπιση της εισαγόμενης αυτής κρίσης, δεν υπάρχουν.

Όμως από την άλλη, ο εφησυχασμός σε αυτές τις δύσκολες εποχές είναι κακός σύμβουλος. Χρειάζεται διαρκής εγρήγορση και άμεσες παρεμβάσεις όπου χρειάζεται για τη στήριξη της κοινωνίας που έχει αρχίσει ήδη και νιώθει τις πρώτες επιπτώσεις του πολέμου. Και δεν είναι τρομοκρατική η διαπίστωση και οι πληροφορίες που έρχονται για την αγορά εν όψει του Πάσχα. Τόσο η φετινή έξοδος, όσο και τα γιορτινό τραπέζι, θα είναι κατά πολύ ακριβότερα.

Αλλά δεν είναι αυτό το κυρίαρχο πρόβλημα. Αυτό που θα μας απασχολεί εφεξής είναι πως μπήκαμε σε μια μακρά και απρόβλεπτη περίοδο οικονομικών αναταραχών και ανατροπών, όταν η ενεργειακή κρίση θα μετατραπεί σε οικονομική κρίση. Αυτά δε που βιώναμε παρ’ όλες τις γκρίνιες στο προηγούμενο διάστημα ίσως τα αναπολήσουμε αν επιβεβαιωθούν όλοι αυτοί οι ειδικοί της ενεργειακής αγοράς που σίγουρα ξέρουν περισσότερα.

Αυτές τις δύσκολες ώρες όμως που η κυβέρνηση θα έπρεπε, απερίσπαστη, να προετοιμάζεται και να οχυρώνεται απέναντι στην εισαγόμενη κρίση, έχει τον δικό της Γολγοθά και τα σοβαρά προβλήματα που σκάνε το ένα μετά το άλλο. Ο δεύτερος γύρος του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ με 11 ονόματα υπουργών και βουλευτών που εμπλέκονται στη νέα δικογραφία, δεν είναι κάτι που προσπερνιέται εύκολα.

Απαιτεί σκληρές αποφάσεις με παραιτήσεις και αντικαταστάσεις στην κοινοβουλευτική ομάδα του κυβερνώντος κόμματος. Και δεν μιλάμε για 1-2 περιπτώσεις όπως στην πρώτη δικογραφία, μιλάμε για 11 πρόσωπα πρώτης γραμμής που παρέμβαιναν για λογαριασμό των φίλων και ψηφοφόρων τους και η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια τόσο κρίσιμη χρονικά συγκυρία που μοιραία αλλάζει τα δεδομένα. Αν προστεθεί το αναζωπυρωμένο θέμα των υποκλοπών που επίσης ήρθε με πάταγο ξανά στην επικαιρότητα αλλά και την επεισοδιακή έναρξη της δίκης των Τεμπών, τότε καταλαβαίνουμε πως η κυβέρνηση ζει τις χειρότερες μέρες της και δεν ξέρω πλέον πώς μπορεί να αλλάξει ατζέντα και να αφοσιωθεί στην αντιμετώπιση της κρίσης. Μια ρευστότητα στο πολιτικό σκηνικό που ευχόμαστε να μην καταπιεί όσα με τόσο κόπο κατακτήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.