Για δεκαετίες οι επενδύσεις στην Ελλάδα είχαν τον υποτιμητικό χαρακτηρισμό «η οικονομία της καφετέριας και του σουβλατζίδικου»

Η φράση χαρακτήριζε ένα παραγωγικό μοντέλο μικρής κλίμακας και χαμηλής προστιθέμενης αξίας, στη λογική «να βγάλουμε τη χρονιά» αντί στο «να χτίσουμε στη δεκαετία». Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη πολλών καφέ, αλλά η λογική του εύκολου ταμείου. Δηλαδή, ανοίγω κάτι γρήγορο, χαμηλού ρίσκου, με μικρή αρχική επένδυση, χωρίς εξαγωγική φιλοδοξία, χωρίς ανάγκη να χτίσω το μέλλον. Αυτή η λογική έγινε κυρίαρχη γιατί το περιβάλλον την επιβράβευε. Για χρόνια η πρόσβαση στο φθηνό χρήμα ή σε «γνωριμίες», η αυξημένη κατανάλωση, η διαχρονική δυσκολία παραγωγικών επενδύσεων (αδειοδοτήσεις, χωροταξία, Δικαιοσύνη, αβεβαιότητα κανόνων) έσπρωχναν την οικονομία στο πρόχειρο. Δηλαδή, στις υπηρεσίες, στο real estate και στο μικροεμπόριο. Ακόμη και ο «επιχειρηματίας» συχνά ήταν ένας άνθρωπος που αγόραζε ένα μαγαζί για να έχει εισόδημα, όχι για να κάνει παραγωγή.

Η μελέτη του Ινστιτούτου Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) που δόθηκε προχθές στη δημοσιότητα έδειξε ότι επιτέλους κάτι άρχισε να αλλάζει. Οχι πως ξαφνικά γίναμε Γερμανία ή Κορέα, αλλά τα τελευταία χρόνια η χώρα μετατοπίζεται σταδιακά προς ένα πιο εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο, με τις εξαγωγές αγαθών να αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό. Οι αλλαγές καταγράφονται, αλλά δεν ισοδυναμούν αυτόματα με μετασχηματισμό. Μπορεί να σημαίνουν βελτίωση τάσεων, όχι όμως θωράκιση ενός νέου μοντέλου. Το να αυξάνονται οι εξαγωγές είναι σημαντικό, αλλά άλλο πράγμα να εξάγεις περισσότερο κι άλλο να εξάγεις διαρκώς πιο σύνθετα προϊόντα, με ελληνική τεχνολογία, ελληνικό σχεδιασμό, ελληνική αλυσίδα αξίας. Το να ενισχύεται η μεταποίηση είναι θετικό, αλλά άλλο πράγμα να έχεις μερικές φωτεινές νησίδες και άλλο να διαθέτεις βιομηχανικό οικοσύστημα που δεν εξαρτάται από το αν θα «τρέξει» μια επιδότηση ή από το αν θα αλλάξει ο νόμος σε έξι μήνες.

Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αποτυπώνει ότι παρά τις αδυναμίες, χτίστηκαν νέες δυναμικές. Οι εξαγωγές αγαθών κινούνται ανοδικά με ένταση. Η μεταποίηση αναπτύσσεται και προσελκύει επενδύσεις σε εξοπλισμό και τεχνολογία. Η αγροδιατροφή περνά από το χρόνιο έλλειμμα σε πλεόνασμα, κάτι που σημαίνει ότι σε έναν κατ’ εξοχήν «παραδοσιακό» κλάδο υπάρχουν επιχειρήσεις που έμαθαν να παίζουν διεθνώς. Τυποποίηση, πιστοποιήσεις, συμβολαιακή παραγωγή δεν είναι πια θεωρίες. Είναι το ελαιόλαδο που δεν φεύγει χύμα αλλά ως premium προϊόν, είναι τα ελληνικά γαλακτοκομικά και τα τρόφιμα που χτίζουν θέση σε ράφια του εξωτερικού, είναι μικρές βιομηχανίες που αναβαθμίζουν γραμμές παραγωγής και βρίσκουν πελάτες εκτός συνόρων, είναι ελληνικές εταιρείες που έγιναν προμηθευτές σε διεθνείς αλυσίδες, είναι οι «κρυφοί πρωταθλητές» που καλά-καλά δεν τους ξέρει η αγορά.

Κάτι αρχίζει να αλλάζει, λοιπόν, αλλά είμαστε πολύ μακριά από τον στόχο. Γιατί; Πρώτον, επειδή η αλλαγή δεν έχει γίνει ακόμη κουλτούρα. Βλέπουμε επιτυχίες, αλλά δεν τις κάνουμε κανόνα. Δεύτερον, επειδή η οικονομία μας εξακολουθεί να έχει πολλές μικρές μονάδες, δυσκολία στην οργάνωση και χαμηλή τεχνολογική υποδομή. Τρίτον, επειδή η Πολιτεία αλλάζει συχνά κανόνες, φορολογικές λεπτομέρειες, διαδικασίες. Ο επενδυτής, ο παραγωγός, ο εξαγωγέας χρειάζεται όχι απαραίτητα ευκολία, αλλά σταθερότητα. Τέταρτον, επειδή η χρηματοδότηση, όταν υπάρχει, δεν κατευθύνεται πάντα εκεί που πρέπει.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε πρακτικά, ο στόχος είναι να αντικαταστήσουμε τις καφετέριες με εργοστάσια. Να ανεβάσουμε την αξία όσων παράγουμε ανά ώρα εργασίας, ανά ευρώ, ανά τετραγωνικό μέτρο χώρας. Να κάνουμε την Ελλάδα μέρος διεθνών αλυσίδων, όχι απλώς τόπο κατανάλωσης και φιλοξενίας. Να μετατρέψουμε τις επιμέρους επιτυχίες σε σύστημα. Αυτό σημαίνει σοβαρή τεχνική εκπαίδευση, σύνδεση με την παραγωγή, γρήγορη Δικαιοσύνη για εμπορικές διαφορές και αδειοδοτήσεις, χωροταξία που δεν αλλάζει ανάλογα με το ποιος έχει τον «τρόπο» του, κίνητρα για επενδύσεις σε εξοπλισμό, τεχνολογία και εξαγωγές, όχι μόνο σε ακίνητα και «εύκολες» υπηρεσίες.

Η Ελλάδα ήταν για δεκαετίες «η οικονομία της καφετέριας και του σουβλατζίδικου» όχι επειδή το επέλεξε με σχέδιο, αλλά επειδή την άφησαν να κυλήσει προς τα εκεί οι θεσμοί, οι πολιτικές, οι συνήθειες. Τώρα φαίνεται πως κάτι κινείται με τις εξαγωγές, τη μεταποίηση, την αγροδιατροφή, την ανταγωνιστικότητα. Το ζητούμενο είναι να το κάνουμε στρατηγική. Γιατί αλλιώς θα συνεχίσουμε να λέμε την ίδια ατάκα, με την ίδια δόση ειρωνείας, σε δέκα χρόνια από τώρα. «Πού πάμε; Με τον καφέ και το σουβλάκι». Μόνο που δεν θα είναι αστείο. Θα είναι άλλη μια χαμένη ευκαιρία.