Στην ελληνική πολιτική ζωή υπάρχουν ερωτήματα που επανέρχονται με σχεδόν τελετουργικό τρόπο. Eνα από αυτά αφορά τη διαρκώς κατακερματισμένη Κεντροαριστερά και την αδυναμία της να συγκροτήσει έναν ενιαίο πόλο εξουσίας απέναντι στην κυβέρνηση. Η απορία ακούγεται συχνά – από τηλεοπτικά πάνελ μέχρι καθημερινές συζητήσεις – και συνοδεύεται από την ίδια υπόθεση: ότι η πολιτική αριθμητική αρκεί για να ενώσει διαφορετικές δυνάμεις. Στην πραγματικότητα, όμως, η πολιτική δεν λειτουργεί με απλή αριθμητική.
Δύο βασικοί παράγοντες εξηγούν γιατί η πολυσυζητημένη «ενότητα της Κεντροαριστεράς» παραμένει περισσότερο σύνθημα, παρά ρεαλιστικό σχέδιο.

Ο πρώτος είναι οικονομικός και ο δεύτερος βαθιά πολιτικός και ιδεολογικός. Και οι δύο συνδέονται με την ίδια λέξη: επιβίωση. Τα κόμματα δεν είναι μόνο ιδέες και προγράμματα. Είναι οργανισμοί με δομές, προσωπικό και λειτουργικά έξοδα. Διατηρούν γραφεία, πληρώνουν εργαζομένους, οργανώνουν δράσεις και στηρίζονται σε έναν μηχανισμό που απαιτεί σταθερή χρηματοδότηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η κρατική επιχορήγηση δεν αποτελεί απλώς βοήθημα, αλλά βασικό όρο ύπαρξης. Η δημιουργία ενός ενιαίου πολιτικού φορέα στην Κεντροαριστερά θα σήμαινε ότι ορισμένα κόμματα θα έπρεπε ουσιαστικά να αυτοδιαλυθούν. Να παραδώσουν τη σφραγίδα τους, την οργανωτική τους αυτονομία και, κυρίως, την οικονομική τους βάση. Πρόκειται για μια απόφαση που λίγοι πολιτικοί οργανισμοί είναι διατεθειμένοι να πάρουν, ειδικά όταν η προοπτική εξουσίας δεν είναι άμεσα ορατή. Η απώλεια του μπόνους των εδρών σε περίπτωση εκλογικού συνασπισμού λειτουργεί ως επιπλέον αντικίνητρο. Έτσι, αντί για συγχωνεύσεις, επικρατεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Όταν η πολιτική προοπτική είναι αβέβαιη, η οργανωτική επιβίωση γίνεται προτεραιότητα.
Αν ο οικονομικός παράγοντας εξηγεί το «γιατί δεν ενώνονται», ο ιδεολογικός εξηγεί το «γιατί δεν μπορούν». Η Κεντροαριστερά δεν αντιμετωπίζει μόνο οργανωτικό κατακερματισμό, αλλά και κρίση ταυτότητας. Τα κόμματα που κινούνται σε αυτόν τον χώρο συχνά δυσκολεύονται να προσδιορίσουν με σαφήνεια τον ρόλο τους μέσα στο σημερινό πολιτικό τοπίο. Η αδυναμία αυτή μεταφράζεται σε δυσκολία επικοινωνίας με την κοινωνία. Όταν ένα κόμμα δεν μπορεί να πείσει ότι αποτελεί αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση εξουσίας, η ιδέα της ενοποίησης μοιάζει περισσότερο με κίνηση ανάγκης παρά με στρατηγική επιλογή. Και η πολιτική σπάνια επιβραβεύει τις κινήσεις ανάγκης.
Υπάρχει και ένας τρίτος, λιγότερο ορατός αλλά εξίσου ισχυρός παράγοντας: ο φόβος της πολιτικής εξαφάνισης. Για μικρότερα κόμματα, η συμμετοχή σε έναν ευρύτερο σχηματισμό μπορεί να σημαίνει απώλεια ταυτότητας και επιρροής. Η συγχώνευση δεν εγγυάται πολιτική επιβίωση. Αντίθετα, μπορεί να την απειλήσει. Όταν η πιθανότητα να μείνει ένα κόμμα εκτός Βουλής είναι υπαρκτή, η προτεραιότητα γίνεται η διατήρηση της αυτόνομης παρουσίας. Η πολιτική αυτοπροστασία υπερισχύει της συλλογικής στρατηγικής. Έτσι, η συζήτηση για ενότητα παραμένει θεωρητική.
Η δημιουργία ενός ενιαίου κεντροαριστερού πόλου προϋποθέτει κάτι περισσότερο από εκλογική συνεργασία. Απαιτεί κοινό αφήγημα, πολιτική εμπιστοσύνη και σαφή στρατηγική εξουσίας. Χωρίς αυτά, κάθε προσπάθεια ενοποίησης κινδυνεύει να καταλήξει σε προσωρινή συμφωνία χωρίς βάθος. Η ελληνική πολιτική ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες παρατάξεις δεν δημιουργούνται από άθροισμα μικρότερων κομμάτων, αλλά από κοινωνικές ανάγκες και πολιτικά οράματα που αποκτούν πλειοψηφική απήχηση. Μέχρι να εμφανιστεί μια τέτοια δυναμική, η Κεντροαριστερά πιθανότατα θα συνεχίσει να κινείται ανάμεσα στην επιθυμία της ενότητας και στην πραγματικότητα της πολυδιάσπασης.
Και όσο η οικονομική και η ιδεολογική αυτογνωσία παραμένουν ατελείς, ο κοινός πόλος θα παραμένει περισσότερο συζήτηση παρά υπαρκτή πολιτική προοπτική.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.