Τα συμπεράσματα από την ενδιάμεση έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας με τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας στο 9μηνο, είναι αναμφίβολα θετικά. Και αντικατοπτρίζουν την εικόνα που είχαμε όλο το προηγούμενο διάστημα παρατηρώντας τους επιμέρους δείκτες της αγοράς.

Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί πως θα μπορούσαμε ακόμα καλύτερα, αυτό όμως δεν απομειώνει την αισιόδοξη εικόνα πως χρόνο με τον χρόνο μπαίνουν οι βάσεις για ισχυρότερη οικονομία που θα μπορεί να αντέξει απρόσμενες εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον. Και πρώτα πρώτα τα στοιχεία για το μεγάλο πρόβλημα, του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών, όπου το έλλειμμα κάποια στιγμή είχε εκτροχιαστεί και κτυπούσε καμπανάκια αφού είχε ξεπεράσει τα 10 δισ. ευρώ. Στο 9μηνο λοιπόν το έλλειμμα μειώθηκε κατά 2,2 δισ. ευρώ και διαμορφώθηκε στα 7 δισ. ευρώ. Όχι πως και πάλι είναι μικρό αλλά η μείωσή του δείχνει, αν μη τι άλλο, μια σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας και αναδεικνύει τη δυναμική των παραγωγικών κλάδων της οικονομίας με κινητήριες δυνάμεις τις εξαγωγές ελληνικών προϊόντων και τον τουρισμό που καταγράφει συνεχώς νέα ρεκόρ.

Είναι χαρακτηριστικό πως οι εξαγωγές αγαθών -χωρίς τα καύσιμα- κατέγραψαν αύξηση 5,7% υπερβαίνοντας την αντίστοιχη αύξηση των εισαγωγών που ήταν στο 2,2% αυτή την περίοδο. Η άνοδος αυτή προήλθε κυρίως από τρόφιμα-ποτά, καπνό και δευτερευόντως από χημικά και βασικά μέταλλα.

Καταλυτική επίσης ήταν η συμμετοχή της τουριστικής μας βιομηχανίας που αποτελεί σημαντικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας, αφού οι εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες αυξήθηκαν κατά 9% σε σχέση με το 2024.

Πέραν όμως από το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, αν δούμε και τις άλλες παραμέτρους και επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας όπως η ανάπτυξη, η ανεργία, οι επενδύσεις, η μείωση του εξωτερικού χρέους, οι απορροφήσεις των ευρωπαϊκών κονδυλίων, οι αυξήσεις εισοδημάτων κ.λπ., θα καταλάβουμε γιατί στα μάτια των διεθνών οίκων και των εταίρων μας στην ΕΕ, έχει αλλάξει άρδην η εντύπωση που είχαν για τη χώρα μας και μας παρουσιάζουν πλέον σαν ένα θετικό παράδειγμα που από τον ζόφο της χρεοκοπίας, βγήκαμε ξανά στο φως.

Θα πει κανείς, μπορούμε δηλαδή εφεξής να εφησυχάζουμε στις δάφνες της επιτυχίας των αριθμών;

Κάθε άλλο. Διότι αυτή είναι η μία όψη. Η άλλη όψη έχει να κάνει με το μεγάλο ζητούμενο που είναι η κοινωνία και κατά πόσο αυτή μετέχει στο μέρισμα από την επιτυχία των οικονομικών δεικτών. Κι εδώ δυστυχώς τα παράπονα είναι και πολλά και δίκαια γιατί διαπιστώνεται πως η θετική πορεία της οικονομίας δεν συμβαδίζει ή δεν συμμετέχει στην παράλληλη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου μια μεγάλης μερίδας της κοινωνίας. Οι όποιες αυξήσεις στα εισοδήματα εξανεμίζονται στην πράξη από την πολλαπλάσια αύξηση των τιμών των προϊόντων. Μια ακρίβεια που δεν τιθασεύεται με τίποτα και απειλεί πλέον ευθέως να αμαυρώσει την εικόνα του success story αλλά και να «τιμωρήσει» την κυβέρνηση στις κάλπες. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, αυτή είναι η κατάσταση. Όταν η επιτυχία των δεικτών δεν διαχέεται με ικανοποιητικό βαθμό σε όλη την κοινωνία, τότε αυτή αδιαφορεί για τους επαίνους από τη διεθνή κοινότητα, από τις αναβαθμίσεις του αξιόχρεου της χώρας, από την ανάδειξη του Πιερρακάκη στη θέση του προέδρου Eurogroup και όλα αυτά τα ωραία.

Επιπρόσθετα, αν δούμε και επιμέρους προβλήματα όπως των αγροτών, των κτηνοτρόφων και των αμειβομένων με τον κατώτατο μισθό ή λίγο πάνω, αλλά και τη γενικότερη σκανδαλολογία για υπαρκτά ή ακόμα και ανύπαρκτα σκάνδαλα, τότε δημιουργείται ένα εκρηκτικό μείγμα, που μπορεί να τινάξει στον αέρα και τους ευημερούντες δείκτες. Κι’ αυτό είναι καλό να το λαμβάνουν υπόψη αυτοί που έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι, πριν οδηγηθούμε σε μια αποσταθεροποίηση όπου θα διακινδυνεύσουν και όλα εκείνα που με πολύ κόπο πετύχαμε όλοι μαζί.