Αλλα κόλπα, για να το πω έτσι απλά, νέοι τρόποι διακυβέρνησης του πλανήτη, με το πιστόλι πάνω στο τραπέζι. Μεμονωμένα μπορεί κανείς να συμφωνεί σε πολλά με το αμερικανικό δόγμα «Τραμπ 2», για παράδειγμα ο Μαδούρο είναι δικτάτορας, αλλά είναι… κάπως ασυνήθιστο να μπαίνεις νύχτα και να τον βουτάς μέσα από το σπίτι του, όχι ότι θα τον λυπηθούμε κιόλας. Στο Ιράν η κατάσταση είναι πολύ πιο σύνθετη βέβαια, θεοκρατικό, δικτατορικό, σκληρό και απάνθρωπο καθεστώς, συμφωνούμε όλοι ή σχεδόν όλοι. Αλλά ποιο είναι το σχέδιο, πού αρχίζει και πού σταματούν όλες αυτές οι πολεμικές επιχειρήσεις, σε πόσες ημέρες ή σε πόσους μήνες, μήπως και σε πόσες χώρες επεκτείνεται; Γιατί, για την ώρα, μοιάζει η φωτιά να εκτείνεται παντού και οικονομικά μπορεί να την πληρώσει σχεδόν ο κόσμος όλος.

Η εικόνα που έχουμε σήμερα από τις πηγές ενημέρωσης διεθνώς είναι περίπου η εξής: οι υπολογισμοί των επιτιθέμενων, τουλάχιστον των Αμερικανών γιατί οι Ισραηλινοί μπορεί να γνώριζαν εξαρχής τις δυσκολίες, δεν αποδεικνύονται ακριβείς.

Το πρώτο μεγάλο συμπέρασμα είναι ότι το Ιράν δεν πολεμά ως δύναμη υπό κατάρρευση. Πολεμά ως δύναμη που ναι μεν έχει τραυματιστεί βαριά, αλλά εξακολουθεί να διαθέτει αποθέματα, μηχανισμό διοίκησης και ικανότητα στρατηγικής επιλογής στόχων. Το Ιράν αρχίζει να ξεδιπλώνει την εικόνα και να δίνει απτά στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο το θεοκρατικό καθεστώς από το 1979 μέχρι και σήμερα οικοδόμησε μια μηχανή πολέμου στην οποία δεν υπάρχει διακόπτης «off». Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι, μετά το ισραηλινό πλήγμα στο Σάουθ Παρς και τις εγκαταστάσεις του Ασαλουγιέχ, η ιρανική απάντηση δεν περιορίστηκε στο Ισραήλ.

Οι Ιρανοί, με ό,τι διαθέτουν, χτυπάνε παντού και κυρίως βάλλουν κατά του οικοδομήματος που φιλοτέχνησαν, δαπανώντας εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια, οι πλούσιες αραβικές χώρες του Κόλπου, τα Εμιράτα, το Κατάρ, πιο εκεί η Σαουδική Αραβία. Το δόγμα έως πριν από τρεις εβδομάδες για τις χώρες αυτές, ειδικά για τα ΗΑΕ και το Ντουμπάι, ήταν κάπως έτσι: «Είσαι ασφαλής εδώ κι εσύ και τα λεφτά σου. Φέρ’ τα σ’ εμάς γιατί είναι ασφαλή απ’ όλες τις Αρχές του κόσμου και αφορολόγητα, δεν τα πειράζει κανείς απ’ όπου κι αν προέρχονται, επιπλέον υπάρχει και φυσική ασφάλεια γιατί κανείς δεν επιτίθεται σε εμάς, αφού πληρώνουμε τους πάντες». Αμ δε! Το δόγμα αυτό κατέρρευσε μέσα σε λίγες ώρες με τις επιθέσεις των Ιρανών και για να ξαναχτιστεί πιστεύω ότι θα πάρει χρόνια, αφού ο κίνδυνος των μουλάδων του Ιράν δεν φαίνεται να μπορεί να διαλυθεί εντελώς, όσο κι αν βαράνε οι τελειότερες πολεμικές μηχανές του κόσμου.

Ουδείς γνωρίζει με βεβαιότητα τα πολεμικά αποθέματα αυτής της χώρας, με δεδομένο βέβαια ότι δεν έχουν τη δυνατότητα για μεγάλα χτυπήματα, αλλά εκεί που βρίσκονται γεωγραφικά μπορούν να χαλάνε την ησυχία, την ειρήνη και το όνειρο των πλούσιων γειτόνων τους.

Επιπροσθέτως, μέσω του ελέγχου των Στενών του Ορμούζ η ζημιά που μπορεί να κάνουν οι Ιρανοί είναι πολύ μεγαλύτερη από την πολεμική τους ικανότητα στις γειτονικές τους χώρες. Από εκεί περνάει, χοντρικά, το 20% με 30% του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται παγκοσμίως, αλλά το ποσοστό αυτό για χώρες της Ασίας και την Ινδία είναι υπερδιπλάσιο.

Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, κανείς ότι η «πυρηνική βόμβα» που διαθέτει το Ιράν δεν είναι άλλη από τον έλεγχο του Ορμούζ, η οποία μπορεί να τινάξει στον αέρα, σε λίγους μήνες, την παγκόσμια οικονομία.
Οπως γίνεται, λοιπόν, εύκολα κατανοητό, αυτή τη δύσκολη, επικίνδυνη και απρόβλεπτη εξίσωση δεν μπορεί να αποφύγει σχεδόν καμία χώρα, πόσο μάλλον η Ελλάδα που βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή. Ο κίνδυνος δεν είναι πολεμικής φύσεως, δηλαδή κάποια σύγκρουση που θα φτάσει ως εδώ, μάλλον αυτό είναι το λιγότερο πιθανό.

Το μείζον πρόβλημα είναι οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, η οποία κινδυνεύει, αν δεν σταματήσει σχετικά σύντομα η σύρραξη στη Μέση Ανατολή, να γυρίσει μέσω κυρίως των καυσίμων πρώτα σε ενεργειακή και μετά σε οικονομική κρίση με ύφεση και ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ακρίβεια, πληθωρισμός, μείωση διαθέσιμου εισοδήματος, άρα και μετακινήσεων, μαζί με φόβο, συνεπώς πτώση του τουρισμού, άνοδος των επιτοκίων και της ανεργίας.

Αυτό, βέβαια, τούτη την ώρα δεν είναι το επικρατέστερο σενάριο, θα έλεγα ότι κατά τους ειδικούς είμαστε ακόμα αρκετά μακριά, αλλά κανένας δεν μπορεί να το αποκλείσει, γιατί απλούστατα ουδείς μπορεί να προβλέψει τον Τραμπ.

Περιττή, βεβαίως, η διαπίστωση ότι μια χώρα σε αυτές τις δύσκολες ώρες της δοκιμασίας χρειάζεται σταθερή κυβέρνηση και πρωθυπουργό που να γνωρίζει τα βασικά και να μπορεί να ενεργεί είτε στο εσωτερικό με τη λήψη υποβοηθητικών μέτρων είτε στην εξωτερική πολιτική με ταχύτητα και αποφασιστικότητα. Σκέφτεστε τι θα γινόταν εδώ από μια αδύναμη κυβέρνηση αυτή την ώρα;