Αναμφίβολα, το βασικό πρόβλημα των Ελλήνων εργαζομένων είναι οι χαμηλοί μισθοί σε σχέση με τους άλλους Ευρωπαίους. Διαφορετικά αντιμετωπίζεται η γενικευμένη και εν πολλοίς εισαγόμενη ακρίβεια με υψηλότερους μισθούς και διαφορετικά με τις αμοιβές στη χώρα μας. Παρ’ όλες τις προσπάθειες που έχουν γίνει στα τελευταία χρόνια για την αύξηση του κατώτατου και του μέσου μισθού, αυτοί υπολείπονται ακόμα πολύ από τους μέσους μισθούς στην ΕΕ.

Όμως οι μισθοί δεν αυξάνονται με αποφάσεις ή κάποιο μαγικό ραβδί. Οι συνθήκες της αγοράς εργασίας είναι αυτές που τους διαμορφώνουν και κυρίως η παραγωγικότητα, δηλαδή η αποδοτικότητα της εργασίας. Παρά την ενίσχυση της παραγωγικότητας στα μεταμνημονιακά χρόνια, αυτή δυστυχώς βρίσκεται ακόμα πολύ χαμηλά σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ. Βρίσκεται μόλις στο 64% του μέσου όρου των εταίρων μας αλλά και ανταγωνιστών μας μέσα στην Ευρώπη.

Υπάρχει επομένως ακόμα πολύς δρόμος για τις επιχειρήσεις που πρέπει να διανυθεί, για να αυξηθεί η παραγωγικότητα και να διανεμηθεί «μέρισμα» στους μισθούς των εργαζομένων. Έχουν πολλά περιθώρια και δυνατότητες οι επιχειρήσεις, από τις μικρές μέχρι τις μεγάλες, να ενσωματώσουν και να εκμεταλλευτούν τα νέα εργαλεία της ψηφιακής μας εποχής, όπως για παράδειγμα η Τεχνητή νοημοσύνη.

Οι πολιτικές επομένως των κυβερνήσεων αλλά και του ιδιωτικού τομέα πρέπει να επικεντρώνονται στη διάχυση της τεχνολογίας και της καινοτομίας και κυρίως στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που συγκεντρώνουν περίπου το 85% της απασχόλησης. Ιδιαίτερη βαρύτητα επίσης πρέπει να δοθεί στην επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης ώστε να μειωθούν οι καθυστερήσεις που λειτουργούν ως αντικίνητρο για επενδύσεις, στη διεύρυνση της πρόσβασης των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση και στην ενίσχυση των επενδύσεων σε άυλα στοιχεία όπως λογισμικό, δεδομένα και οργανωτικές δομές.

Επίσης πρέπει να ληφθούν κατά προτεραιότητα πρόσθετες μέριμνες για την άρση γραφειοκρατικών και ρυθμιστικών εμποδίων, την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού, την αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού και την προσαρμογή της αγοράς εργασίας στις νέες συνθήκες που δημιουργεί και η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Όμως και στον τομέα των επενδύσεων παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να παρατηρείται σημαντική υστέρηση σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το 2019 οι επενδύσεις ήταν στο 11% του ΑΕΠ. Σήμερα βρίσκονται στο 18% του ΑΕΠ, ωστόσο παραμένουν περίπου τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που είναι στο 22%. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο αφού διαρθρωτικές αδυναμίες εξακολουθούν να επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα της χώρας αφού σημαντικά προβλήματα εξακολουθούν να εντοπίζονται στις υποδομές, στις καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, αλλά και στην αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στην αγορά εργασίας. Δεν πρέπει δε, να διαφεύγει της προσοχής μας η βαρύτητα που έχει για το μέλλον της χώρας το δημογραφικό πρόβλημα, που είναι ίσως η πιο κρίσιμη πρόκληση για την ελληνική οικονομία.

Καταλύτης και επιταχυντής όμως των εξελίξεων είναι η εκπαίδευση σε όλους τους τομείς αιχμής και η προσαρμογή της κοινωνίας στη νέα εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης η οποία δεν πρέπει να μείνει απλώς μια τεχνολογία αιχμής, αλλά να διαχυθεί στην κοινωνία και στις επιχειρήσεις στον μέγιστο βαθμό, ώστε να κάνει τη διαφορά.
Οι προκλήσεις για το αύριο αυτής της χώρας πολλές και ο εφησυχασμός δεν επιτρέπεται ούτε από τους πολιτικούς ούτε από τους ενεργούς πολίτες και εργαζόμενους.
Η εποχές των λεφτόδεντρων παρήλθαν ανεπιστρεπτί όσο κι αν ο λαϊκισμός των περισσότερων κομμάτων επιχειρεί να τους επαναφέρει στον δημόσιο διάλογο σαν δόλωμα σε ευκολόπιστους και αδαείς ψηφοφόρους.

Οι άμετρες παροχές που υπόσχονται στους δοκιμαζόμενους από την ακρίβεια πολίτες, επειδή πιθανότατα δεν θα κληθούν ποτέ να τις εφαρμόσουν, πρέπει να γίνει αντιληπτό πως οδηγούν στον μονόδρομο μιας νέας αυστηρότερης ευρωπαϊκής εποπτείας της ελληνικής οικονομίας. Η διαρκής ανάπτυξη, οι επενδύσεις, η αύξηση της παραγωγικότητας και η ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών πρέπει να γίνουν μονόδρομος, αν θέλουμε να βλέπουμε διαρκώς, τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολλών.