Το διεθνές εμπόριο είναι υπέροχο. Αν είσαι στην πλευρά αυτού που εξάγει ή, εν πάση περιπτώσει, αν εξάγεις περισσότερο απ’ ό,τι εισάγεις. Εμείς δυστυχώς είμαστε στην άλλη πλευρά, αυτού που εισάγει. Εισάγουμε τα πάντα επειδή δεν έχουμε παραγωγή.
Τώρα όμως ξεκινάει μια εποχή νέας ελπίδας με τη βελτίωση της σχέσης μας με την Τουρκία, μια αγορά 90 εκατομμυρίων ανθρώπων. Δεν ξέρουμε βεβαίως πόσο θα κρατήσει αυτή η βελτίωση, ο πρωθυπουργός μας Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν συμφώνησαν σε κάτι που μοιάζει με διπλωματική ανακωχή. Δεν έχει συγκεκριμένες δεσμεύσεις, έχει τη διατυπωμένη και από τους δύο πρόθεση της καλής γειτονίας. Σπουδαίο πράγμα, αλλά οι εκκρεμότητες παραμένουν και δεν κρύβονται κάτω από το χαλί, κάποια στιγμή -που ελπίζουμε να αργήσει- τα γεωπολιτικά προβλήματα θα επανέλθουν.
Ομως μέχρι τότε ας απολαύσουμε την ηρεμία στις σχέσεις με τους γείτονες, θα κάνουμε και οικονομία στα καύσιμα για τις αναχαιτίσεις, θα έρθουν πολλοί Τούρκοι τουρίστες, θα πάνε και πολλοί Ελληνες για τουρισμό. Από την εγκάρδια συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, δεν ανακοινώθηκε σχεδόν τίποτα συγκεκριμένο, εκτός από έναν αριθμό. Συμφωνήθηκε να προσπαθήσουμε το μεταξύ μας εμπόριο να φτάσει τα 10 δισ. ευρώ το 2030. Δεν είναι βέβαιο ότι θα επιτευχθεί αυτός ο στόχος, αφού προς το παρόν το μεταξύ μας εμπόριο είναι στα 7 δισ., αλλά δεν είναι και ανέφικτος. Μπορεί εύκολα να επιτευχθεί μονομερώς, αν αυξηθούν γρήγορα, ακόμη περισσότερο, οι πολύ μεγάλες εισαγωγές μας από την Τουρκία. Και δυστυχώς μάλλον αυτό θα γίνει.
Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μας συμφέρει η αύξηση του διεθνούς εμπορίου Ελλάδας – Τουρκίας, αν σκεφτεί κανείς ότι το μεταξύ μας εμπόριο είναι βαριά ελλειμματικό για εμάς. Η Τουρκία εξάγει στην Ελλάδα προϊόντα αξίας περίπου 5 δισ. και κάτι, εμείς εξάγουμε προϊόντα αξίας 1,5 δισ., δηλαδή έχουμε ένα έλλειμμα περί τα 3,5 δισ. τον χρόνο με τους γείτονες.
Το εμπορικό μας έλλειμμα με την Τουρκία έχει μια ενοχλητική τάση να αυξάνεται με ταχύ ρυθμό. Το 2019 δεν υπήρχε έλλειμμα, υπήρχε ισορροπία μεταξύ των δύο χωρών, εξάγαμε προϊόντα ίσης αξίας με αυτά που εισάγαμε από τους Τούρκους. Εκτοτε, όμως, η αυξητική τάση του ελλείμματος εις βάρος της Ελλάδας αυξάνεται.
Εχει μεγάλο ενδιαφέρον και η σύνθεση των εμπορικών συναλλαγών μας με την Τουρκία. Θα θεωρούσε κάποιος ότι η ανεπτυγμένη οικονομικά Ελλάδα, που ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ενωση, θα είχε εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας προς την Τουρκία και ότι θα εισήγαγε κυρίως αγροτικά προϊόντα, λουκούμια, άντε και κανένα χαλί.
Δεν είναι όμως έτσι. Η Ελλάδα εξάγει στην Τουρκία πετρελαιοειδή, βαμβάκι, σωλήνες και ελάσματα αλουμινίου, τα οποία χρησιμοποιεί η βιομηχανία της Τουρκίας για να φτιάχνει και να μας πουλάει ρούχα (με το επιδοτούμενο βαμβάκι μας) και αυτοκίνητα με τα ελάσματα αλουμινίου μας και τους σωλήνες μας. Ευτυχώς εξάγουμε και μεγάλης αξίας φάρμακα και σε αυτόν τον κλάδο υπάρχουν προοπτικές.
Θα γίνουν όμως πολλές επενδύσεις, εκτιμούν οι «ειδικοί». Είναι και αυτό ενδιαφέρον αφού όλες οι μεγάλες ελληνικές βιομηχανίες έχουν στην Τουρκία εργοστάσια. Τα έχουν εκεί, διότι είναι πολύ πιο εύκολο να έχεις βιομηχανία στην Τουρκία απ’ ό,τι στην Ελλάδα. Η διοικητική παρέμβαση στην Ελλάδα είναι ασφυκτική και σε αυτή έχουν προστεθεί οι κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ενωσης που κάνουν το πρόβλημα ακόμη πιο έντονο. Ετσι εμείς επενδύουμε σε εργοστάσια στην Τουρκία. Δυστυχώς οι Ελληνες βιομήχανοι και επιχειρηματίες δεν επενδύουν στη χώρα μας και δεν επενδύουν εδώ, επειδή το επενδυτικό – επιχειρηματικό περιβάλλον είναι αφόρητο. Και επειδή δεν επενδύουν, δεν έχουμε παραγωγή και επειδή δεν έχουμε παραγωγή, έχουμε ένα εξωφρενικό συνολικά έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, το αβάσταχτο βάρος του οποίου μετριάζεται ελαφρώς από τα τουριστικά έσοδα – οι Τούρκοι τουρίστες πέρυσι έφεραν 1 δισ.
Σε ό,τι αφορά τις τουρκικές επενδύσεις στην Ελλάδα, αυτές δεν είναι παραγωγικές (όπως και όλων των άλλων ξένων που επενδύουν εδώ), αλλά επενδύσεις σε ακίνητα. Οσοι Τούρκοι μπορούν αγοράζουν σπίτια στην Ελλάδα. Περισσότερο για να έχουν ένα μέρος να καταφύγουν, ώστε να γλιτώσουν από το ανελέητο κυνήγι και τις διώξεις του Ερντογάν, που έχει γεμίσει τις φυλακές με πολιτικούς αντιπάλους, δημοσιογράφους, καθηγητές και γενικά «αντιφρονούντες».
Οι διώξεις του Ερντογάν, μετά το πραξικόπημα εναντίον του, αυξήθηκαν ραγδαία και ανάλογα αυξήθηκαν και οι επενδύσεις των πλούσιων Τούρκων σε ακίνητα, κυρίως στις ακριβές περιοχές της Αθήνας.
Πού καταλήγουν όλα αυτά; Δεν είναι καλή η συμφωνία για ηρεμία με τους Τούρκους; Φυσικά και είναι. Η ηρεμία με τους γείτονες είναι πολύ ευχάριστη, καλό θα κάνει στην οικονομία, κακό δεν θα κάνει. Και η αύξηση του διεθνούς εμπορίου καλή είναι, αν μας συμφέρει. Δυστυχώς για να μας συμφέρει πρέπει να έχουμε εξαγωγές μεγαλύτερες από εισαγωγές. Και για να έχουμε εξαγωγές, πρέπει να έχουμε παραγωγή. Αλλά παραγωγή δεν έχουμε, διότι δεν συμφέρει να παράγει κανείς στην Ελλάδα, αφού το διοικητικό κόστος, η πολυνομία, το μπλέξιμο με τη γραφειοκρατία και η διαφθορά εμποδίζουν την παραγωγική δραστηριότητα.
Το γεγονός ότι εμείς επιδοτούμε την παραγωγή βαμβακιού, το οποίο στη συνέχεια εξάγουμε στην Τουρκία και μετά εισάγουμε τα ρούχα που φτιάχνει με αυτό η τουρκική μεταποίηση -και όχι η ελληνική η οποία έχει καταστραφεί- είναι πολύ δυσάρεστο. Οπως και το ότι εξάγουμε αλουμίνιο και εισάγουμε αλουμινένια αυτοκίνητα ή εξάγουμε ορυκτά και εισάγουμε τα προϊόντα που κατασκευάστηκαν από αυτά είναι ενδεικτικό για την αδυναμία της χώρας να φτιάξει κάτι.
Ωραία ακούγεται λοιπόν η αύξηση του διμερούς εμπορίου με την Τουρκία, αλλά καλό θα είναι να φτιάξουμε και κάτι να της πουλάμε σε αυτό το εμπόριο, αλλιώς απλώς θα χάνουμε περισσότερα λεφτά από τα πολλά που ήδη χάνουμε.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.